Ἡ κατάθλιψη εἶναι ἡ νόσος μέ τήν πιό ραγδαία ἀνάπτυξη σ’ ὅλον τόν κόσμο. Ἡ αἰτία τῆς τεράστιας αὐτῆς αὔξησης εἶναι ὁ μεγάλος ἐγωισμός τῶν σύγχρονων ἀνθρώπων, ἡ ἀχαλίνωτη παράδοση τους στήν ὑπερηφάνεια καί σ’ ὅλα τά ὑπόλοιπα πάθη.
Σύμφωνα μέ τίς ἐπίσημες προβλέψεις τοῦ Παγκόσμιου Ὀργανισμοῦ Ὑγείας, τό 2020 ἡ κατάθλιψη θά εἶναι ἡ πιό συχνή ἀσθένεια στόν ἀναπτυγμένο κόσμο[1] καί θά ἀνέβει ἀπό τήν 5η στήν 2η θέση τῆς λίστας τῶν ἀσθενειῶν πού προκαλοῦν ἀπώλεια ἐτῶν ζωῆς, ἀναπηρίες καί κοινωνικές δυσλειτουργίες. Τήν 1η θέση θά κατέχουν οἱ ἰσχαιμικές καρδιοπάθειες[2]. Σήμερα «ἀπὸ κατάθλιψη πάσχει ἕνας στοὺς τρεῖς, ἄνω τῶν 45 ἐτῶν, ἀνθρώπους σὲ ὅλο τὸν κόσμο, ἐνῶ, σύμφωνα μὲ τὶς ἐκτιμήσεις τῶν εἰδικῶν, σὲ μία δεκαετία τὸ ποσοστὸ αὐτὸ θὰ αὐξηθεῖ στὸ 50%.

Μάλιστα ἡ κατάθλιψη φαίνεται ὅτι προτιμάει τὶς γυναῖκες μετὰ τὴν ἡλικία τῶν 40-45, καθὼς ἡ συχνότητα ἐμφάνισής της στὸ “ἀσθενὲς φύλο” εἶναι τριπλάσια ἀπὸ ὅ,τι στοὺς ἄντρες»[3].
«Ἔπειτα ἀπο µία νέα εὐρωπαϊκὴ ἔρευνα εὐρείας κλίµακας, ἀποδείχτηκε πὼς 156.000.000 ἄνθρωποι – ἀριθµὸς ποὺ ἀντιστοιχεῖ στὰ 35% τῶν Εὐρωπαίων- παρουσιάζουν κάθε χρόνο κάποια ψυχικὴ νευρολογικὴ διαταραχή.
Τὰ παραπάνω συµπεράσµατα, τὰ ὁποῖα δόθηκαν στὴν δηµοσιότητα ἀπὸ τὸ Εὐρωπαϊκὸ Κολλέγιο Νευροψυχοφαρµακολογίας στὸ Λονδίνο, προέκυψαν ἔπειτα ἀπὸ τριετῆ ἔρευνα σὲ 30 εὐρωπαϊκὲς χῶρες, ἐκ τῶν ὁποίων οἱ 27 εἶναι οἱ χῶρες – µέλη τῆς Εὐρωπαϊκῆς Ἕνωσης. Οἱ ὑπόλοιπες τρεῖς εἶναι ἡ Ἑλβετία, ἡ Νορβηγία καὶ ἡ Ἰσλανδία» («Δηµοκρατία» 6-9-2011).
Ἡ πιὸ συχνὴ ψυχικὴ ἀσθένεια εἶναι ἡ κατάθλιψη, στὴν ὁποία τὰ πρωτεῖα παρουσιάζονται νὰ τὰ ἔχουν οἱ γυναῖκες ἡλικίας 25 ἕως 40 ἐτῶν καὶ «κυρίως ἐκεῖνες ποὺ καταβάλλουν µεγάλες προσπάθειες νὰ συνδυάσουν καριέρα καὶ οἰκογένεια». Τέσσερις στοὺς δέκα Εὐρωπαίους πάσχουν ἀπὸ κάποιο πρόβληµα ψυχικῆς ὑγείας. Ἐκτὸς ἀπὸ τὴν κατάθλιψη, κυριαρχοῦν οἱ ἀγχώδεις διαταραχές, ἡ ἀϋπνία κλπ. πού φθάνουν µέχρι καί τή σχιζοφρένεια.
Εἶναι πραγµατικὰ θλιβερὲς αὐτες οἱ διαπιστώσεις. Τὸ σπουδαῖο εἶναι ὅτι δὲν ἀφοροῦν µόνο πολίτες πτωχῶν χωρῶν, ὅπως ἡ πατρίδα µας, ἀλλὰ κυρίως πλουσίων, ὅπως ἡ Ἑλβετία, ἡ Γερµανία, ἡ Γαλλία, ἡ Ἰταλία κλπ.
Αὐτὸ ποὺ τονίζουν τὰ ἀποτελέσµατα τῆς ἔρευνας αὐτῆς εἶναι ὅτι τὸ χρῆµα δὲν χαρίζει εὐτυχία στὸν ἄνθρωπο. Ἔχουν χρήµατα οἱ χῶρες αὐτές, δὲν ἔχουν ὅµως οὐσιαστικὴ σχέση µὲ τὸν Θεό· ζοῦν στὴν ἀθεΐα, στὴν αἵρεση, στὴν ἁµαρτία. Γι᾽ αὐτὸ, µόλις κάτι συµβεῖ στὴν οἰκονοµία τους καὶ ὅταν δὲν µποροῦν νὰ διασκεδάζουν στὴν ζωή τους, οἱ κάτοικοί τους ἀπελπίζονται, ἀρρωσταίνουν ψυχικά. Δὲν ἔχουν ποῦ νὰ στηριχθοῦν. Ὁ θεός τους, τὸ χρῆµα, δὲν µπορεῖ νὰ τοὺς ἀσφαλίσει καὶ νὰ τοὺς σώσει. Μόνο ὁ Ἰησοῦς Χριστὸς χαρίζει εἰρήνη καὶ ἀσφάλεια γιὰ τὸ παρὸν καὶ γιὰ τὸ µέλλον. Ὅσοι συνδέονται µαζί του, δὲν ἀπελπίζονται ποτέ»[4].
Ἡ σύνδεση τῆς κατάθλιψης μέ τά πάθη καί μάλιστα μέ τή φιλαυτία καί τόν ἐγωισμό εἶναι ἀναμφισβήτητη. Ἡ καταπολέμηση τῶν παθῶν, ἡ συχνή ἐξομολόγηση καί ἡ καλλιέργεια τῆς ἀγάπης πρός τόν Θεό συνιστᾶ τή θεραπεία αὐτῆς τῆς τόσο διαδεδομένης νόσου. Ο πνευματικος πατερας και η σχεση μας με το Χριστο θα δωση ουσια στην ζωη μας.