Η κλινική αξιολόγηση είναι ένα εργαλείο το οποίο αποσκοπεί στη συγκέντρωση πληροφοριών με τη μορφή λήψης ιστορικού και παρατήρησης της λεκτικής και της μη λεκτικής συμπεριφοράς του ατόμου που βρίσκεται υπό αξιολόγηση, με σκοπό την ερμηνεία και ανεύρεση στρατηγικών επίλυσης προβλημάτων που το απασχολούν.

Κλινική αξιολόγηση στην ψυχοθεραπεία

Ο Milner και ο O’Byrne (2004) υποστηρίζουν ότι μέσω της κλινικής αξιολόγησης ο ψυχοθεραπευτής μπορεί:

  1. να περιγράψει το πρόβλημα,
  2. να αναζητήσει τα θετικά χαρακτηριστικά του θεραπευομένου τα οποία μπορούν  να συμβάλουν στο να επιτευχθεί η αλλαγή και
  3. να αποφασίσει, σε συνεργασία με τον θεραπευόμενο, για το είδος της θεραπευτικής παρέμβασης που θα ακολουθηθεί.

Είθισται να παραπέμπεται το άτομο για αξιολόγηση και ενδεχόμενη θεραπεία από τρίτους—π.χ. ψυχίατρο, παθολόγο, εκπαιδευτικό, νοσηλευτή και γενικότερα από έναν επαγγελματία του χώρου υγείας.

Η αξιολόγηση αποτελεί μια πολυδιάστατη διαδικασία που εξυπηρετεί πολλούς και διαφορετικούς στόχους συγχρόνως. Ο κυριότερος εξ αυτών είναι ότι σηματοδοτεί την έναρξη της θεραπευτικής διαδικασίας.

Ο ρόλος του ψυχοθεραπευτή είναι να προσφέρει ένα περιβάλλον ασφάλειας και εμπιστοσύνης στο οποίο ο θεραπευόμενος θα μπορεί να νιώσει άνετα ώστε να μιλήσει για τα θέματα που αντιμετωπίζει. Ως εκ τούτου, η αξιολόγηση ως διαδικασία στηρίζεται στην αλληλεπίδραση μεταξύ ψυχοθεραπευτή και θεραπευομένου.

Οι στόχοι της κλινικής αξιολόγησης

Οι στόχοι της ποικίλλουν ανάλογα με τη φύση του προβλήματος και το χρόνο που έχει στη διάθεσή του ο ψυχοθεραπευτής για τη συγκέντρωση των πληροφοριών που κρίνονται αναγκαίες για την κατανόηση της κλινικής κατάστασης του θεραπευομένου.

Επιπλέον, οι στόχοι διαφοροποιούνται με βάση τη θεραπευτική κατεύθυνση του ψυχοθεραπευτή (Whiston, 2009). Γι αυτό και ορισμένοι στόχοι είναι κοινοί σε όλα τα μοντέλα θεραπείας, όπως, για παράδειγμα, η καταλληλότητα για θεραπεία, η μείωση του άγχους, η καλλιέργεια της ελπίδας, κ.α., όπως και κάποιοι άλλοι που τα διαφοροποιούν εντελώς και σηματοδοτούν την ιδιαιτερότητά τους (λόγου χάρη, η χρήση των ψυχομετρικών εργαλείων στο γνωστικό-συμπεριφορικό μοντέλο ή η μη εστίαση στη διάγνωση στο προσωποκεντρικό μοντέλο).

Ωστόσο, ακόμα και εάν υπάρχουν κοινοί στόχοι ανάμεσα στις διάφορες θεωρητικές προσεγγίσεις (όπως, π.χ. η συλλογή πληροφοριών για το παρελθόν), η αξιακή κατηγοριοποίηση των στόχων εξαρτάται από το φιλοσοφικό υπόβαθρο του κάθε μοντέλου αλλά και από την προσωπική θέση του ψυχοθεραπευτή.

Συνοπτικά επομένως οι κυριότεροι γενικοί στόχοι της κλινικής αξιολόγησης είναι:

  1. Να δοθούν αναλυτικές πληροφορίες από το παρελθόν του θεραπευομένου, οι οποίες πιθανόν έχουν συμβάλει στη δημιουργία του προβλήματος.
  2. Να συλλεχθούν αναλυτικές πληροφορίες για τους παράγοντες που συνέβαλαν στη συνέχιση του προβλήματος.
  3. Να περιγραφούν η φύση και τα πλεονεκτήματα της δημιουργίας μιας θεραπευτικής σχέσης ψυχοθεραπευτή-θεραπευόμενου.
  4. Να οριστούν οι δυνατότητες και οι αδυναμίες του θεραπευομένου.
  5. Να καθοριστούν τα κατάλληλα ψυχομετρικά εργαλεία που θα χρησιμοποιηθούν ως δείκτες ανίχνευσης της σοβαρότητας του προβλήματος.
  6. Να γίνουν γνωστά και κατανοητά από τον ψυχοθεραπευτή τα θέματα που αντιμετωπίζει ο θεραπευόμενος
  7. Να δημιουργηθεί ένα περιβάλλον εμπιστοσύνης και ασφάλειας που θα βοηθήσει τον θεραπευόμενο να συζητήσει ανοιχτά ό,τι τον απασχολεί.
  8. Να μειωθούν τα επίπεδα άγχους που βιώνει ο θεραπευόμενος.
  9. Να αντλήσει ελπίδα ο θεραπευόμενος ώστε να αρχίσει τη θεραπεία.
  10. Να ανιχνευθεί η καταλληλότητα του θεραπευομένου για θεραπεία.
  11. Να συζητηθούν οι προσδοκίες που έχει ο θεραπευόμενος από τη θεραπεία.
  12. Να δοθεί στον θεραπευόμενο μια συνοπτική εκτίμηση της σοβαρότητας του προβλήματός του.
  13. Να δοθεί διάγνωση.
  14. Να δημιουργηθεί ένα θεραπευτικό πλάνο αντιμετώπισης. 

Σκοπός της αξιολόγησης

Ένας από τους θεμελιώδεις και δύσκολα εφαρμόσιμους σκοπούς της αξιολόγησης έχει να κάνει με τη συνεργατική φύση της θεραπευτικής διαδικασίας και των αμοιβαίων προσδοκιών που δημιουργούνται κατά τη διάρκειά της. Η διαδικασία της αξιολόγησης βοηθά στη συνειδητοποίηση ότι η χρησιμότητά της και η έναρξη της θεραπείας προϋποθέτουν μια απόφαση και από τα δύο εμπλεκόμενα μέρη. Δηλαδή και ο ψυχοθεραπευτής κρίνει αν μπορεί να αναλάβει τον θεραπευόμενο και εάν θα είναι αποτελεσματική η προτεινόμενη θεραπεία, αλλά και ο θεραπευόμενος κρίνει αν στο πρόσωπο του ψυχοθεραπευτή «βλέπει» τον επαγγελματία που του ταιριάζει.

Αυτό είναι εξαιρετικά σημαντικό, γιατί συνήθως λησμονείται το γεγονός ότι η θεραπευτική διαδικασία στηρίζεται πρωτίστως στη δημιουργία ενός κλίματος αμοιβαίας συνεργασίας και εμπιστοσύνης, το οποίο μπορεί να διαμορφωθεί μόνο εάν αυτή η σχέση είναι επιλογή και των δύο και όχι  εάν ένα από τα μέρη της θεραπευτικής δυάδας την επιλέγει με βάση ένα συγκεκριμένο μοντέλο, κόστος θεραπείας ή  άλλα προσωπικά οφέλη. Για παράδειγμα, η απόφαση για την έναρξη της θεραπείας μπορεί να αποβεί αναποτελεσματική εάν ο θεραπευόμενος πιέζεται από τρίτα πρόσωπα για τη θεραπεία, ενώ ο ίδιος δεν πιστεύει ότι την έχει ανάγκη ή δεν είναι έτοιμος να αναλάβει τις ευθύνες που συνεπάγεται μια τέτοια διαδικασία.

Συνεργατική αμοιβαιότητα στην ψυχοθεραπεία

Ο ψυχοθεραπευτής θα πρέπει να αναζητήσει εξαρχής το κατά πόσο η αναζήτηση βοήθειας είναι όντως εκούσια, δηλαδή εάν το άτομο έχει παρακινηθεί πρωτίστως από τις προσωπικές του ανησυχίες και την επιθυμία του να θεραπευτεί ή και από άλλους παράγοντες (Fine &  Glasser, 1996). Η αξία της αξιολόγησης έγκειται στο ότι βοηθά να προσδιοριστούν οι στόχοι και οι δυσκολίες που αντιμετωπίζει ο θεραπευόμενος καθώς και οι ευθύνες που αναλαμβάνουν και τα δύο μέλη ώστε να προκύψει ένα αμοιβαίο επιθυμητό και ρεαλιστικό αποτέλεσμα.

Επομένως, θεωρώντας τη συνεργατική αμοιβαιότητα απολύτως απαραίτητη, ψυχοθεραπευτής και θεραπευόμενος προχωρούν στην ανίχνευση, εύρεση, μελέτη και ερμηνεία των παραγόντων που συνέβαλαν στην εμφάνιση των προβλημάτων που αντιμετωπίζει ο θεραπευόμενος. Στην διάρκεια αυτής της εξερεύνησης, γίνονται συσχετίσεις με πρόσωπα και γεγονότα τα οποία «σημάδεψαν» το παρελθόν και επηρεάζουν την παρούσα κατάσταση του θεραπευομένου. Αναζητούνται οι παράγοντες προδιάθεσης της ανεπιθύμητης συμπεριφοράς του θεραπευομένου, οι εκλυτικοί παράγοντες που πυροδότησαν την έναρξη της, καθώς και οι συνθήκες και τα γεγονότα που βοήθησαν στην διατήρησή της (Kuelhwein, 2005). Με αυτό τον τρόπο θεραπευόμενος και ψυχοθεραπευτής αποκτούν μια συνολική και εις βάθος εικόνα των παραγόντων, των αιτιών και των συνεπειών που συνετέλεσαν στη δημιουργία της παρούσας κατάστασης.

Αποσαφήνιση δυσκολιών του θεραπευόμενου

Επιπλέον, ο θεραπευόμενος μπορεί να αποσαφηνίσει και να ιεραρχήσει τις δυσκολίες του, εστιάζοντας σε όλες αυτές τις οποίες κρίνει ως πλέον σημαντικές (Aveline, 2009). Βεβαίως, συχνά οι δυσκολίες που παρουσιάζονται για πρώτη φορά στον ψυχοθεραπευτή είναι ήσσονος σημασίας, καθώς μέσα από αυτή τη διαδικασία ο θεραπευόμενος μπορεί να διακρίνει την πραγματική και σοβαρή πλευρά των προβλημάτων του. Σε αυτή τη φάση η εμπειρία και οι δεξιότητες του ψυχοθεραπευτή είναι απολύτως αναγκαίες, καθώς ο ίδιος αποτελεί το όχημα που θα οδηγήσει τον θεραπευόμενο στην ενδοσκόπηση και στην αξιολόγηση της φύσης και της πορείας των θεμάτων του.

Θεραπευτικό πλάνο αντιμετώπισης και πλάνο θεραπείας

Το επόμενο βήμα είναι η δημιουργία θεραπευτικού πλάνου αντιμετώπισης των προβλημάτων του θεραπευομένου. Τα δύο μέρη καλούνται να θέσουν τις βάσεις για το τι επιθυμούν και τι μπορούν να επιτύχουν στην παρούσα φάση. Έτσι συντάσσεται ένα πλάνο το οποίο αποτελείται από στρατηγικές επίλυσης και τεχνικές αντιμετώπισης των προβλημάτων του θεραπευομένου. Το πλάνο σχεδιάζεται από τον ψυχοθεραπευτή και εναρμονίζεται με τις ανάγκες του θεραπευομένου. Αξίζει να σημειωθεί ότι δε πρέπει να συγχέεται το θεραπευτικό πλάνο αντιμετώπισης με το πλάνο θεραπείας. Το πρώτο αναφέρεται στο «πώς» είναι δυνατόν να επιλυθούν τα προβλήματα του θεραπευομένου με συγκεκριμένους τρόπους και λεπτομερείς τεχνικές. Το δεύτερο σχετίζεται κυρίως με διαδικαστικά και διοικητικά θέματα θεραπείας, όπως, λόγου χάρη, συχνότητα και διάρκεια των συνεδριών αλλά και ολόκληρης της θεραπείας, κόστος των συνεδριών, πολιτική ακύρωσης συνεδριών, ενδεχόμενη διαθεσιμότητα τηλεφωνικής επικοινωνίας, τόπος διεξαγωγής της θεραπείας, αριθμός συμμετεχόντων.

Όσον αφορά τον αριθμό των συμμετεχόντων, θεωρείται αυτονόητη η παρουσία του συμβουλευόμενου, αλλά, ανάλογα με την προσέγγιση, μπορεί να προταθεί σε αυτόν να παρευρίσκονται και τρίτα πρόσωπα στις συνεδρίες είτε από την έναρξή τους είτε σε άλλες χρονικές περιόδους. Το θεραπευτικό πλάνο αντιμετώπισης μαζί με το πλάνο θεραπείας αποτελούν το θεραπευτικό συμβόλαιο. Αυτό συνίσταται να γίνεται εγγράφως και να φέρει τις υπογραφές των εμπλεκόμενων μερών, καθορίζοντας έτσι λεπτομερώς τις υποχρεώσεις και τα δικαιώματα ψυχοθεραπευτή-ψυχοθεραπεύομενου. Επίσης θα πρέπει να περιλαμβάνει σαφείς όρους και η γλώσσα του να είναι κατανοητή (Croxton, 1988).

Θεωρητική προσέγγιση

Αξίζει να σημειωθεί ότι ανάλογα με το μοντέλο ο ψυχοθεραπευτής εστιάζει περισσότερο ή λιγότερο σε σημεία της κλινικής αξιολόγησης τα οποία θεωρεί ότι συμβαδίζουν με τη θεωρητική προσέγγισή που υιοθετεί (Sanders & Wills, 2005). Επιπλέον, το θεωρητικό πλάνο αντιμετώπισης γνωστοποιείται ή όχι στον θεραπευόμενο, αναλόγως του τι ορίζει το κάθε μοντέλο, και η τήρησή του εναπόκειται κατά κύριο λόγο στην ευθύνη του ψυχοθεραπευτή. Αυτό δίνει έμφαση για άλλη μια φορά στη συνεργατική φύση της διαδικασίας της αξιολόγησης, όπου ψυχοθεραπευτής και θεραπευόμενος συνεργάζονται για το επιθυμητό αποτέλεσμα.

Ένας ψυχαναλυτής ή ψυχοθεραπευτής ψυχοδυναμικής κατεύθυνσης, λόγου χάρη, ενδεχομένως να επικεντρωθεί στην εξερεύνηση του παρελθόντος για να ερμηνεύσει την τωρινή κατάσταση του θεραπευομένου, έχοντας στο μυαλό του το θεραπευτικό πλάνο αντιμετώπισης, χωρίς κατ’ ανάγκη να του το γνωστοποιεί. Αντίστοιχα, ένας οικογενειακός θεραπευτής θα εστιάσει κυρίως στη διαμόρφωση των σχέσεων, στη δημιουργία και διαφοροποίηση μοτίβων συμπεριφοράς του κάθε μέλους της οικογένειας ξεχωριστά αλλά και όλων των μελών μαζί. Ενώ ένας γνωσιακός ψυχοθεραπευτής θα επικεντρωθεί ιδιαίτερα στους προδιαθεσικούς και εκλυτικούς παράγοντες που σχετίζονται με τις δυσκολίες του θεραπευομένου.

Βιβλιογραφία

  • Aveline, Μ. (2009). Assessing for optimal therapeutic intervention. Στο Palmer, S. and McMahon, G. (eds), Client assessment: Professional skills for counsellors. Sage
  • Croxton, Τ. Α. (1988). Caveats on contract. Social work, 33 (2), 169-171.
  • Fine, S. &  Glasser, P. H. (1996). The first helping interview: Engaging the client and building trust. Sage
  • Κολέτση, Μ. & Τράγου, Ε. (2018). Κλινική αξιολόγηση και Συμβουλευτική: Από τη θεωρία στην πράξη. Ασημάκης
  • Kuelhwein, K.T. (2005). The cognitive treatment of depression. Στο Simos, G. (ed.), Cognitive behavior therapy: A guide for practicing clinician. Routledge. 
  • Milner, J. & O’Byrne, P. (2004). Assessment in counselling: Theory, process, and decision-making. Palgrave MacMilan.
  • Sanders. D. & Wills, F. (2005). Cognitive therapy: An introduction. Sage
  • Whiston, S. C. (2009). Principles and applications of assessment in counselling. Belmont, CA: Brooks/Cole.

Συγγραφή Άρθρου

Έλενα Τράγου - Ψυχολόγος

Έλενα Τράγου: έχει επιβεβαιωθεί από το Psychology

Οι πληροφορίες που αναφέρονται στον επαγγελματικό κατάλογο ειδικών παρέχονται από τους ίδιους τους ειδικούς, κατά την εγγραφή τους στο σύστημα. Όταν βλέπετε την ένδειξη «έχει επιβεβαιωθεί από το Psychology”, σημαίνει ότι το Psychology έχει ελέγξει, με email, τηλεφωνικά ή/και με λήψη των σχετικών εγγράφων, τα ακόλουθα στοιχεία:

  • Ότι ο ειδικός είναι υπαρκτό πρόσωπο.
  • Ότι τα πτυχία οι τίτλοι και οι εξειδικεύσεις που αναφέρει είναι αληθινά.
  • Ότι οι πληροφορίες που αναφέρει ισχύουν.

Η Ελενα Τράγου είναι διδάκτωρ ψυχολόγος-ψυχοθεραπεύτρια, εκπαιδευτικός, ερευνήτρια και συγγραφέας. Έχει εκπαιδευτεί στην Οικογενειακή Συστημική Θεραπεία, στην Συμβουλευτική και στην Νοσηλευτική Οικογενειακή θεραπεία. Ασχολείται κυρίως με οικογένειες, ζευγάρια και ενήλικες σε ατομικές και ομαδικές συνεδρίες.