Το Σύνδρομο της Στοκχόλμης πρόκειται για μια σπάνια και εξαιρετικά ενδιαφέρουσα συμπεριφορά που συναντάται σε έναν αριθμό ανθρώπων που έχουν υπάρξει θύματα κακοποίησης. Πιο συγκεκριμένα, τα θύματα εμφανίζουν μια συμπάθεια προς τον άνθρωπο που τους έχει κακοποιήσει δίνοντας έμφαση στην ανθρώπινη πλευρά του κακοποιού και συχνά δημιουργείται μια σχέση στοργής μεταξύ των δυο.

Το Σύνδρομο πήρε την ονομασία αυτή όταν το 1973, δυο οπλισμένοι και σεσημασμένοι εγκληματίες εισέβαλαν σε μια από τις μεγαλύτερες τράπεζες της Στοκχόλμης με σκοπό να την ληστέψουν. Οι ληστές κράτησαν συνολικά τέσσερις ομήρους τους οποίους τους είχαν δεμένους με δυναμίτη και κρατήθηκαν μέσα στο θησαυροφυλάκιο της τράπεζας για πέντε μέρες. Αν και η ληστεία στέφθηκε με αποτυχία, διότι οι ληστές έπεσαν στα χέρια των αρχών, οι αντιδράσεις των ομήρων ήταν αυτές που οδήγησαν στην δημιουργία του Συνδρόμου.

Συγκεκριμένα, οι όμηροι αφού έληξε η ληστεία πήραν το μέρος των εγκληματιών, μαζεύοντας μάλιστα χρήματα υπέρ τους, για τα δικαστικά έξοδα! Επιπρόσθετα, διατήρησαν στενές φιλικές σχέσεις που κράτησαν για χρόνια.

Μια ψυχαναλυτική ματιά στο σύνδρομο της Στοκχόλμης

Από ψυχολογικής άποψης, η συγκεκριμένη διαταραχή αναλύεται καλύτερα μέσω της ψυχαναλυτικής σκοπιάς, η οποία δίνει έμφαση στους μηχανισμούς άμυνας που δημιουργούνται -κυρίως ασυνείδητα- από το θύμα, ότι ο θύτης δεν θα τον βλάψει αν είναι συνεργάσιμος και υπάκουος, έτσι λοιπόν το θύμα προσπαθεί να βρει τρόπους να ικανοποιήσει τον θύτη και να κερδίσει άτυπα την εύνοιά του.

Θεωρητικά, αυτός ο μηχανισμός άμυνας κάποια στιγμή θα υποχωρήσει, την θέση του όμως σε πολλές περιπτώσεις την παίρνει η εξάρτηση, για αυτό και υπάρχουν πολλές περιπτώσεις κακοποιημένων γυναικών οι οποίες ενδόμυχα δεν θέλουν να σπάσουν τους δεσμούς με τον θύτη τους (Graham et al, 2000).

Μάλιστα σε πολλές περιπτώσεις τα συναισθήματα που αναπτύσσονται αν είναι μονομερώς (από το θύμα προς τον θύτη), είναι συναισθήματα υπερβολικής αγάπης, και υπερπροστασίας προς τον θύτη, βοηθώντας και καλύπτοντας τον από οποιαδήποτε άσχημη συνέπεια.

Επιπροσθέτως, οποιαδήποτε εξωτερική βοήθεια, προσφέρεται στο θύμα, την απορρίπτει ως κακόβουλη, ακόμα και αν η βοήθεια προέρχεται από πρόσωπα που το θύμα εμπιστεύεται, όπως συγγενείς, και φίλοι.

Κατά πόσο όμως, μπορεί να θεωρηθεί το Σύνδρομο της Στοκχόλμης ως ένα υπαρκτό σύνδρομο και επιστημονικά τεκμηριωμένο;

Μέχρι στιγμής κανένα Ψυχιατρικό (DSM) και Ιατρικό εγχειρίδιο (ICD) δεν έχει κατατάξει το συγκεκριμένο σύνδρομο σε κάποια κατηγορία. Άλλωστε ακόμη και σήμερα δεν υπάρχει μεγάλη βιβλιογραφική αναφορά στο συγκεκριμένο θέμα λόγω της σπανιότητας και της ασάφειας του. Υπάρχουν, όμως κάποια κριτήρια που έχουν θεσπιστεί που ορίζουν το σύνδρομο παρόλο που δεν έχουν ψυχιατρικά σταθμιστεί. Σύμφωνα, λοιπόν, με μελέτη του Graham το 2000, για να θεωρηθεί ότι υπάρχει το σύνδρομο σε έναν ασθενή θα πρέπει:

1)  Να γίνει αντιληπτό από το θύμα, ότι ο θύτης είναι διατεθειμένος να κάνει πράξη τις απειλές του και να βλάψει τόσο σωματικά όσο και πνευματικά το θύμα.

2) Επίσης θα πρέπει ο θύτης να δείξει κάποιου είδους καλοσύνη προς το θύμα ή ενδεχομένως να υποχωρήσει σε κάποια αιτήματα του, δείχνοντας έτσι την ανθρώπινη πλευρά του.

3) Εν συνεχεία το θύμα θα συνειδητοποιήσει ότι είναι αποκομμένο από οποιαδήποτε εξωτερική βοήθεια και σταδιακά θα υιοθετήσει την ιδέα ότι η μόνη βοήθεια που μπορεί να λάβει είναι αυτή που του προσφέρεται από τον θύτη.

Και τέλος,

4) Να αποδεχθεί το θύμα ότι δεν μπορεί να ξεφύγει από την κατάσταση στην οποία έχει περιέλθει αποδεχόμενο την δυσμενή του θέση.

Συμπεράσματα

Εν κατακλείδι, η υπάρχουσα βιβλιογραφία εμφανίζει αντικρουόμενες απόψεις για τον τρόπο που πρέπει το  Σύνδρομο της Στοκχόλμης να αντιμετωπιστεί, και αν εν τέλει ανήκει στην κατηγορία των ψυχολογικών διαταραχών, διότι οι περιπτώσεις που έχουν έρθει στην επιφάνεια είναι λίγες ώστε να γίνει μια σφαιρική ανάλυση του φαινομένου. Σίγουρα οι περιπτώσεις που έχουν γίνει γνωστές καταδεικνύουν την ύπαρξη αποκλίνουσας συμπεριφοράς και ανάγκη για παρακολούθηση και επεξήγησή της ακόμα και αν απευθύνονται σε μικρό πληθυσμό.  

Τέλος, θα πρέπει να υπογραμμιστεί ότι παρόλο που το σύνδρομο αυτό εμφανίζει κάποιες κλινικές ομοιότητες με την Μετατραυματική Αγχώδη Διαταραχή, δεν θα πρέπει να σχετίζονται (Favaro et al,2000).

Παραπομπές:

1. Favaro, A., Degortes, D., Colombo, G., et al (2000). The effects of trauma among kidnap victims in Sardinia, Italy, Psychol Med, (30), 975-980.
2. Graham, D., L., Rawlings, E., I., Ihms, K. (2000). A scale for identifying ‘Stockholm syndrome’ reactions in young dating women: factor structure, reliability and validity. Violence Vict, (10), 3-22.

Συγγραφή Άρθρου

Κωνσταντίνος Πεφάνης
Κλινικός Ψυχολόγος- Ψυχοθεραπευτής
BSc University of Teesside | MSc Clinical Psychology and Counselling, University of Derby.