Ο όρος αναπτυξιακή διαταραχή του κινητικού συντονισμού αναφέρεται στο παιδί που παρουσιάζει σοβαρή μειονεξία στην ανάπτυξη του συντονισμού των κινήσεών του,η οποία εμποδίζει την καθημερινή λειτουργικότητα του παιδιού και την σχολική του επίδοση αργότερα, και η οποία δεν αποδίδεται σε γνωστούς βιολογικούς ή περιβαλλοντικούς παράγοντες.

Τα παιδιά με αναπτυξιακή διαταραχή του κινητικού συντονισμού αποτελούν μια ετερογενή ομάδα με συμπτώματα νευροαναπτυξιακών και γνωστικών λειτουργιών αλλά και συνοδά ψυχολογικά και συναισθηματικά προβλήματα. Για την διάγνωση της διαταραχής αυτής απαραίτητη είναι η κλινική εξέταση του παιδιού, που βασίζεται στην παρατήρηση του παιδιού τόσο κατά τη διάρκεια του ελεύθερου παιχνιδιού του, όσο και στη συμμετοχή του σε δομημένες δραστηριότητες.

Επίσης, απαραίτητη είναι και η συλλογή στοιχείων σχετικά με το αναπτυξιακό και ιατρικό ιστορικό του παιδιού, το οικογενειακό του περιβάλλον, το σχολικό του πλαίσιο αλλά και στοιχεία για την ψυχοκοινωνική του κατάσταση, καθώς επίσης και η χρήση έγκυρων και αξιόπιστων αξιολογικών εργαλείων (τεστ), για την διερεύνηση επιμέρους νευρο-αναπτυξιακών/αισθητηριο-κινητικών παραμέτρων.

Κλινική εικόνα διαταραχής κινητικού συντονισμού

Τα παιδιά με διαταραχή του κινητικού συντονισμού έχουν δυσκολία στην  οργάνωση των αδρών και λεπτών κινήσεων καθώς και στην εκμάθηση σύνθετων κινητικών δεξιοτήτων. Δεν έχουν καλή ευστάθεια, περπατούν αδέξια, δυσκολεύονται να κάνουν κουτσό, να παίξουν μπάλα,να ανεβούν και να κατεβούν σκάλες και γενικά δεν παίζουν παιχνίδια που έχουν κινητικές απαιτήσεις.

Σε δραστηριότητες που απαιτούνται λεπτές κινήσεις χεριών, όπως κούμπωμα/ξεκούμπωμα, φαγητό με πιρούνι ή κουτάλι, χρήση μολυβιού και ψαλιδιού, παρουσιάζουν, επίσης, σημαντικές δυσκολίες ενώ διαταραχές στην οπτική μνήμη και αντίληψη, στον χρονικό προσανατολισμό, στην οργάνωση του χώρου και στην οπτική διάκριση μεγέθους, σχήματος και χρώματος διαπιστώνονται, αρκετές φορές,  κατά την κλινική εξέταση και κατά την χορήγηση σταθμισμένων δοκιμασιών στα παιδιά αυτά. Συχνά με την διαταραχή του κινητικού συντονισμού παρατηρούνται και προβλήματα στην άρθρωση και στο λόγο  του παιδιού, διάσπαση προσοχής και παρορμητικότητα, ενώ το 90-98% εμφανίζει δυσκολίες στη γραφή. Επιπρόσθετα, τα παιδιά αυτά παρουσιάζουν χαμηλή αυτοεκτίμηση και απομονώνονται κοινωνικά εξαιτίας της κινητικής τους αδεξιότητας που τα αποκλείει απο αθλητικές δραστηριότητες και κατά συνέπεια από ομάδες συνομιλήκων τους.

Θεραπευτική παρέμβαση στη διαταραχή κινητικού συντονισμού

Η θεραπευτική παρέμβαση που θα ακολουθηθεί εξαρτάται από το είδος και την βαρύτητα των δυσκολιών που αντιμετωπίζει το κάθε παιδί αλλά και από την ηλικία του. Επιπλέον, κάποιες παρεμβάσεις δίνουν έμφαση στις εμφανείς δυσκολίες του παιδιού, ενώ κάποιες άλλες στους νεύρο αναπτυξιακούς παράγοντες που είναι υπεύθυνοι για αυτήν.

Ο εργοθεραπευτής είναι ένα από τα μέλη της διεπιστημονικής ομάδας για την ολιστική αντιμετώπιση της διαταραχής (παιδοψυχίατρος, παιδοψυχολόγος, λόγοθεραπευτής, ειδικός παιδαγωγός) και αυτός αναλαμβάνει, κυρίως, τη θεραπεία της κινητικής και της οπτικοαντιληπτικής δυσλειτουργίας, με έμφαση στις παρακάτω θεραπευτικές προσεγγίσεις: θεραπεία αισθητηριακής ολοκλήρωσης, εκπαίδευση σε συγκεκριμένες δραστηριότητες, αντιληπτική-κινητική εκπαίδευση και στρατηγικές αναπλήρωσης και αντιμετώπισης.

Οι θεραπευτικές αρχές που πρέπει να διέπουν την θεραπεια ανεξάρτητα από την θεραπευτική προσέγγιση που ακολουθείται, θα πρέπει να είναι αρχικά η έγκαιρη έναρξη της θεραπείας (από 3 ετών). Επιπρόσθετα, η συνολική και σε βάθος εκτίμηση των δυνατών και αδύναμων σημείων του παιδιού, η γνώση των προτιμήσεων, των ενδιαφερόντων και των κινήτρων του παιδιού είναι εξίσου απαραίτητες προϋποθέσεις, ώστε να δημιουργηθεί ένα εύελικτο θεραπευτικό πρόγραμμα με τακτικές επανεκτιμήσεις για επαναπροσδιορισμό των θεραπευτικών στόχων που θα διέπουν μια εντατική και μακρόχρονη θεραπεία, η οποία θα βασίζεται στη δημιουργία μιας θετικής θεραπευτικής σχέσης παιδιού-θεραπευτή, με στόχο την ενίσχυση της αυτοεκτίμησης του παιδιού, την αποδοχή των ρυθμών του, την ιεράρχηση των αναγκών του, τον σχεδιασμό ευχάριστων δραστηριοτήτων και ανάλογων της αναπτυξιακής ηλικίας του παιδιού μέσα από το παιχνίδι, έχοντας ως βάση μια στενή συνεργασία με την οικογένεια και το σχολικό πλαίσιο του παιδιού.

Ανακεφαλαιώνοντας, ο πρώιμος εντοπισμός της διαταραχής, η έγκαιρη έναρξη της θεραπείας της, η συνεργασία οικογένειας και σχολείου, το κίνητρο του παιδιού για ενεργή συμμετοχή του στη θεραπεια και η απουσία συνοδών συμπτωμάτων είναι σημαντικοί δείκτες για την θετική πρόγνωση της αναπτυξιακής διαταραχής του κινητικού συντονισμού.

 

Βιβλιογραφία

Βλασσοπούλου, Μ., Τσίπρα, Ι. και Ε. Λαζαράτου (2005), «Ειδικές Αναπτυξιακές Διαταραχές του Λογου και του Κινητικού Συντονισμού», στο Κονταξάκης, Β.Π., Χαβάκη. Κονταξάκης,Μ.Ι,Ι.Ν.Χριστοδούλου (επιμ.), Προληπτική Ψυχιατρική και Ψυχική Υγιεινή, Βήτα, Αθήνα, σελ.429--445.

Συγγραφή Άρθρου

Καλλιόπη Κωστέα

kostea kaliopiΜphil Ψυχολογίας, University of Glasgow. Μaster practitioner in eating disorders and Obesity. Συντονίστρια σχολών γονέων. Σύμβουλος επαγγελματικού προσανατολισμού.
Email: Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.