Άρθρα του Ειδικού Συνεργάτη

Μπάμπαλου Χριστίνα Ελένη - Ψυχολόγος

Μπάμπαλου Χριστίνα Ελένη: έχει επιβεβαιωθεί από το Psychology

Οι πληροφορίες που αναφέρονται στον επαγγελματικό κατάλογο ειδικών παρέχονται από τους ίδιους τους ειδικούς, κατά την εγγραφή τους στο σύστημα. Όταν βλέπετε την ένδειξη «έχει επιβεβαιωθεί από το Psychology”, σημαίνει ότι το Psychology έχει ελέγξει, με email, τηλεφωνικά ή/και με λήψη των σχετικών εγγράφων, τα ακόλουθα στοιχεία:

  • Ότι ο ειδικός είναι υπαρκτό πρόσωπο.
  • Ότι τα πτυχία οι τίτλοι και οι εξειδικεύσεις που αναφέρει είναι αληθινά.
  • Ότι οι πληροφορίες που αναφέρει ισχύουν.

Ψυχολόγος, Τμήμα Ψυχολογίας, Α.Π.Θ. (Υπότροφος ΙΚΥ). MSc Αναπτυξιακή/Εξελικτική & Σχολική Ψυχολογία, Α.Π.Θ. (Υπότροφος Ωνάσειου Ιδρύματος). Μεταπτυχιακή Εξειδίκευση στην Αξιολόγηση & Ψυχοπαιδαγωγική Υποστήριξη Παιδιών με Δυσκολίες Μάθησης & Προσαρμογής (Ειδικές Ανάγκες), Παν/μιο Μακεδονίας. Συστημική Ψυχοθεραπεία, Τραυματοθεραπεία-EMDR

“Αισθάνομαι εντελώς άχρηστη γιατί συνέχεια κλαίω μέσα στην μονάδα. Δεν βλέπω κανέναν να κλαίει εδώ μέσα. Δεν μπορώ να κάνω τίποτα για τον γιο μου. Το μόνο που μπορώ να κάνω είναι να αφήνω τους γιατρούς να κάνουν την δουλειά τους. Είμαι μια μάνα που δεν μπορεί να φροντίσει το ίδιο της το παιδί..” (Lee, & Weiss, 2009)

Ένας σημαντικός αριθμός ερευνών έχει δείξει ότι τα βρέφη και τα νεαρά παιδιά που μεγαλώνουν σε ορφανοτροφεία έχουν υψηλό κίνδυνο εμφάνισης χαμηλής λειτουργικότητας σε ποικίλες περιοχές ανάπτυξης, όπως η σωματική, η γνωστική και η κοινωνικοσυναισθηματική. Ειδικότερα, όσον αφορά τη σωματική ανάπτυξη, παρατηρείται καθυστέρηση σε σημαντικούς δείκτες ανάπτυξης, όπως το βάρος, το ύψος και η περίμετρος του κεφαλιού.

Οι διαχρονικές μελέτες ατόμων με ΔΕΠ-Υ δείχνουν ότι τα συμπτώματα σε ακαδημαϊκό, συμπεριφορικό και διαπροσωπικό επίπεδο επιμένουν και στην ενήλικη ζωή. Έτσι, οι πανεπιστημιακοί φοιτητές με ΔΕΠ-Υ συνεχίζουν να εμφανίζουν δυσκολίες με τις υψηλές απαιτήσεις της τριτοβάθμιας πλέον εκπαίδευσης που έχουν να κάνουν με τη συγκέντρωση, την αυτοπαρατήρηση, την επεξεργασία πληροφοριών, τις στρατηγικές μελέτης, καταγραφής σημειώσεων και διαχείρισης χρόνου.

Το 1902 ο γιατρός George Still έδωσε μια σειρά από διαλέξεις στις οποίες περιέγραφε την έλλειψη "ηθικού ελέγχου" ανάμεσα σε μια μερίδα παιδιών χωρίς κάποια παρατηρούμενη οργανική βλάβη. Στο διάβα των ετών, μια σειρά από ποικίλες διαφορετικές ονομασίες, όπως σύνδρομο ελάχιστης εγκεφαλικής βλάβης, ελάχιστη εγκεφαλική δυσλειτουργία, αντίδραση υπερκινητικότητας στην παιδική ηλικία, ονομασίες που αντανακλούσαν τις εκάστοτε επικρατούσες επιστημονικές αντιλήψεις για την υποκείμενη αιτιολογία, έχουν χρησιμοποιηθεί για να περιγράψουν την διαταραχή που σήμερα είναι γνωστή ως διαταραχή ελλειμματικής προσοχής και / ή υπερκινητικότητας, ΔΕΠ-Υ.

Αναφορικά με την αιτιοπαθογένεια της ΔΕΠ-Υ έχουν διατυπωθεί μια σειρά από υποθέσεις τόσο βιολογικές όσο και περιβαλλοντικές. Αυτό, πάντως, που φαίνεται να είναι κοινά αποδεκτό και να υποστηρίζεται από μια πληθώρα ερευνητικών ευρημάτων είναι ότι η ΔΕΠ-Υ συνιστά μια νευροαναπτυξιακή διαταραχή με ισχυρή γονιδιακή βάση και ισχυρό ποσοστό κληρονομικότητας όσον αφορά τις κύριες διαστάσεις των πυρηνικών συμπτωμάτων της, για τις οποίες αναφέρεται σημαντική διαγενεαλογική μεταβίβαση.

Τι δείχνουν οι έρευνες για τη ΔΕΠ-Υ

Μεταφράζοντας σε ποσοστά τον γενετικό αυτό κίνδυνο, οι έρευνες δείχνουν ότι το 34-40% ατόμων με ΔΕΠ-Υ αναφέρουν οικογενειακό ιστορικό με ΔΕΠ-Υ, ενώ ειδικά οι συγγενείς πρώτου βαθμού με ΔΕΠ-Υ φαίνεται να έχουν από 2 έως και 10 φορές περισσότερο κίνδυνο να εμφανίσουν επίσης διάγνωση ΔΕΠ-Υ  (Howe, 2010. Rowland, Lesesne & Abramowitz, 2002. Salmeron, 2009. Thapar, Cooper, Eyre & Langley, 2013. Vance & Luk, 2000).

Οι βιολογικές θεωρίες για την ΔΕΠ-Υ, οι οποίες φαίνεται πλέον να υποστηρίζονται και ερευνητικά, κάνουν λόγο τόσο για νευροανατομικές/δομικές όσο και για νευροχημικές διαφορές που χαρακτηρίζουν συγκεκριμένες εγκεφαλικές περιοχές των ατόμων με ΔΕΠ-Υ.

Νευροαπεικονιστικές μελέτες παιδιών με ΔΕΠ-Υ δείχνουν μειωμένο μέγεθος του δεξιού προμετωπιαίου λοβού, μια εγκεφαλική περιοχή, η οποία είναι κατ’ εξοχήν υπεύθυνη για θεμελιώδεις εκτελεστικές γνωστικές λειτουργίες, όπως ο συντονισμός και η ρύθμιση της εργαζόμενης μνήμης, της προσοχής, της συμπεριφοράς, του συναισθήματος, όπως της επιθετικότητας, του παρορμητικού ελέγχου και του ανασταλτικού ελέγχου (του ελέγχου της αναστολής της απόκρισης).

Διαφορές, όμως, έχουν εντοπιστεί και σε νευροχημικό επίπεδο, όπως η ανισορροπία ανάμεσα στην ρύθμιση της αυξημένης νοραδρεναλίνης και της μειωμένης ντοπαμίνης στα νευρωνικά κυκλώματα της περιοχής του προμετωπιαίου λοβού, η οποία ανισορροπία παρεμποδίζει τον επαρκή έλεγχο της συμπεριφοράς και της προσοχής. Ειδικότερα σε σχέση με την ντοπαμίνη, αυτή φαίνεται να αποτελεί έναν νευροδιαβιβαστή-κλειδί στην ΔΕΠ-Υ, καθώς υψηλά επίπεδά της συνδέονται με αυξημένα επίπεδα κινητικής συμπεριφοράς και μειωμένα επίπεδα προσοχής.

Πρόσφατες μοριακές γενετικές μελέτες έχουν εντοπίσει έναν πολυμορφισμό στο γονίδιο του μεταβιβαστή της ντοπαμίνης, ο οποίος φαίνεται να συσχετίζεται πιο πολύ με την παρορμητικότητα και έναν πολυμορφισμό στο γονίδιο του υποδοχέα της ντοπαμίνης, ο οποίος φαίνεται να συσχετίζεται κυρίως με την ελλειμματική προσοχή.

Επιπλέον, η μειωμένη αναστολή της απόκρισης/απάντησης που αποτελεί ένα βασικό χαρακτηριστικό σύμπτωμα της διάστασης της παρορμητικότητας στη ΔΕΠ-Υ, φαίνεται να συνδέεται με μειωμένα επίπεδα μεταβολισμού της γλυκόζης και με μειωμένα μοτίβα ενεργοποίησης των νευρώνων στις πρόσθιες φλοιώδεις και υποφλοιώδεις περιοχές.

Πέρα ,όμως, από τις προαναφερόμενες νευροβιολογικές θεωρήσεις της ΔΕΠ-Υ, υπάρχουν και οι γνωστικές θεωρήσεις που κάνουν λόγο για γνωστικά ελλείμματα των οποίων η οργανική βάση άλλωστε, όπως είδαμε, έχει εντοπιστεί. Ο Barkley, λοιπόν, υποστηρίζει ότι στον πυρήνα των συμπτωμάτων της ΔΕΠ-Υ βρίσκονται ελλειμματικές εκτελεστικές και γνωστικές λειτουργίες, όπως η φτωχή αναστολή της απάντησης, ελλείμματα στην λεκτική και μη λεκτική εργαζόμενη μνήμη, στη γνωστική επεξεργασία, έλεγχο, σχεδιασμό και ευελιξία, τα οποία φαίνεται να επηρεάζουν την ικανότητα του παιδιού να διατηρεί την προσοχή του, να ελέγχει τις παρορμήσεις του, να ρυθμίζει τις αποκρίσεις του, να καταπιέζει ακατάλληλες για το πλαίσιο συμπεριφορές και να επικεντρώνεται στην επίτευξη ενός στόχου.

Αποκτήστε το βιβλίο Ήρεμος εγώ; Ξεχάστε το!, από το εξειδικευμένο βιβλιοπωλείο της Πύλης μας.

Μάλιστα, και η ανάπτυξη της γλώσσας μπορεί να εμπλέκεται στις προαναφερόμενες ελλειμματικές διεργασίες. Έτσι, για παράδειγμα, η φτωχή γλωσσική ανάπτυξη στα παιδιά με ΔΕΠ-Υ μπορεί να παρεμποδίζει την ικανότητά τους να ρυθμίζουν τη συμπεριφορά τους με τη χρήση αποτελεσματικών μεταγνωστικών στρατηγικών εσωτερικού μονολόγου, οι οποίες στρατηγικές προϋποθέτουν την κατάκτηση τη γλώσσας.

Οι έρευνες προτείνουν ότι γενικότερα τα ελλείμματα στις εκτελεστικές λειτουργίες του γνωστικού συστήματος των παιδιών με ΔΕΠ-Υ συσχετίζονται κυρίως με τα συμπτώματα της ελλειμματικής προσοχής (και όχι της υπερκινητικότητας και του παρορμητισμού), ενώ και οι δύο αυτές κατηγορίες συμπτωμάτων (ελλείμματα εκτελεστικών λειτουργιών και ελλείμματα προσοχής) συσχετίζονται με μειωμένες ακαδημαϊκές –μαθηματικές και γλωσσολογικές- δεξιότητες.

Από την άλλη πλευρά, τα συμπτώματα της υπερκινητικότητας και της παρορμητικότητας φαίνεται να εξηγούνται από την λειτουργική έκφραση ενός υποκείμενου μηχανισμού κινήτρων και αμοιβών, ο οποίος χαρακτηρίζεται από την αποστροφή στην καθυστέρηση, καθώς το άτομο επιλέγει τυπικά μικρές και άμεσα διαθέσιμες από χρονική άποψη ανταμοιβές έναντι μεγαλύτερων αλλά καθυστερημένων, πιο μακροπρόθεσμων από χρονική άποψη ανταμοιβών (Daley & Birchwood, 2010. Egeland, Johansen & Ueland, 2009. Howe, 2010. Loe, Balestrino, Phelps, Kurs-Lasky. Feldman, Chaves-Gnecco & Paradise, 2008. Rowland, Lesesne & Abramowitz, 2002. Salmeron, 2009. Thapar, Cooper, Eyre & Langley, 2013. Vance & Luk, 2000).

Ενδιαφέρουσα για τα συμπτώματα της υπερκινητικότητας είναι και η θεωρητική εξήγηση ότι τα παιδιά με ΔΕΠ-Υ εμφανίζουν γρήγορη εξοικείωση απέναντι σε νέα ερεθίσματα γεγονός που προκαλεί πτώση στο επίπεδο διέγερσής τους.

Τα συμπτώματα υπερκινητικότητας, λοιπόν, εκδηλώνονται ως μια προσπάθεια να αντισταθμιστούν τα χαμηλά επίπεδα διέγερσης έτσι ώστε μέσα από αυτόβουλες εξωτερικές κινητικές αντιδράσεις να ενισχυθούν τα χαμηλά επίπεδα διέγερσης (Egeland, Johansen & Ueland, 2009).

Επιπλέον, σύμφωνα με τα μέχρι σήμερα ερευνητικά δεδομένα, ορισμένοι παράγοντες κινδύνου, που δεν καθορίζουν από μόνοι τους την ύπαρξη ΔΕΠ-Υ, σίγουρα όμως αυξάνουν τον κίνδυνο εμφάνισής της, είναι το χαμηλό κοινωνικοοικονομικό επίπεδο των γονέων, η σοβαρή συζυγική διχόνοια, η μικρή (εφηβική) ηλικία της μητέρας, η ύπαρξη ψυχοπαθολογίας στη μητέρα, η διαταραχή αντικοινωνικής προσωπικότητας στον πατέρα, η προωρότητα και το χαμηλό βάρος γέννησης, μεταξύ 1.500 και 2.500 γραμμαρίων, οι επιπλοκές εγκυμοσύνης, η χρήση καπνού και η κατανάλωση αλκοόλ κατά την διάρκεια της εγκυμοσύνης, η έκθεση της μητέρας κατά την προγεννητική και την περιγεννητική περίοδο σε περιβαντολογικές τοξικές ουσίες, όπως οργανικά βιομηχανικά απόβλητα, βαρέα μέταλλα, φυτοφάρμακα, μόλυβδος, οι οποίες διαπερνούν μέσω του πλακούντα ή αργότερα μέσω του μητρικού γάλακτος με τον θηλασμό στο βρέφος και προκαλούν σοβαρή βλάβη στην ανάπτυξη του νευρικού του συστήματος, η οποία μπορεί να οδηγήσει σε έντονα συμπτώματα υπερκινητικότητας και παρορμητισμού (Daley & Birchwood, 2010. Egeland, Johansen & Ueland, 2009. Howe, 2010. Loe, Balestrino, Phelps, Kurs-Lasky. Feldman, Chaves-Gnecco & Paradise, 2008. Rowland, Lesesne & Abramowitz, 2002. Salmeron, 2009. Thapar, Cooper, Eyre & Langley, 2013. Vance & Luk, 2000).

Ολοένα και περισσότερο έδαφος γενικότερα στον ερευνητικό χώρο της αιτιοπαθογένειας της εκάστοτε ψυχοπαθολογίας αλλά και ειδικότερα της ΔΕΠ-Υ φαίνεται να κερδίζει η επιγενετική θεώρηση η οποία κάνει λόγο για αμοιβαία αλληλεπίδραση βιολογικών και περιβαλλοντικών παραγόντων. Σύμφωνα με την επιγενετική, λοιπόν, συγκεκριμένοι περιβαλλοντικοί παράγοντες μπορούν να ασκήσουν επίδραση στην πρώιμη και στη μετέπειτα νευροβιολογική ανάπτυξη με έναν δυναμικό τρόπο επηρεάζοντας το πώς θα εκφραστούν τα γονίδια.

Οι ΕΠΙΛΟΓΕΣ ΤΟΥ ΣΥΝΤΑΚΤΗ