Οι δύο έννοιες που απασχολούν το παρόν άρθρο δεν είναι ούτε καθαρά φιλοσοφικές, αλλά ούτε και ψυχολογικές. Απαντούν στο καθημερινό λεξιλόγιο όλων των ανθρώπων και η σημασία τους θεωρείται αυτονόητη.

Όλοι οι άνθρωποι, κάποιοι σε μεγαλύτερο και κάποιοι σε μικρότερο βαθμό, αναγνωρίζουν τί είναι αυτό που τους λείπει, είτε σε πρακτικό είτε σε συναισθηματικό επίπεδο.

Η αίσθηση έλλειψης

Άλλωστε, δίχως αυτήν την αναγνώριση της έλλειψης, δεν θα ήταν εφικτή η γέννηση της επιθυμίας. Επιθυμούμε αυτό που μας λείπει.

Δεν είναι διόλου τυχαίο που η σύγχρονη κοινωνία της κατανάλωσης, ακριβώς για να εξασφαλίσει την ίδια την κατανάλωση, επινοεί νέες ελλείψεις, φαντασιακές, οι οποίες με τη σειρά τους δημιουργούν νέες ανάγκες και επομένως νέες επιθυμίες. Και η δημιουργία προτύπων, άμεσα συνδεόμενη με τον καταναλωτισμό, προϋποθέτει την έλλειψη εκείνου που καλείται το άτομο να θαυμάσει και να επιθυμήσει.

Πώς, άραγε, θα ήταν εφικτή η ύπαρξη των προτύπων και της κατανάλωσης, που αυτά συνεπάγονται, αν δεν υπήρχε το στοιχείο της έλλειψης; Είναι παρ’ όλα αυτά δυνατόν να καλυφθεί και να ικανοποιηθεί αυτή η αίσθηση της έλλειψης; Εφόσον δεν απαντά μόνο στο σώμα και στην ύλη, αλλά πρόκειται για μία έλλειψη συναισθηματική και κυρίως νοηματική, η κατανάλωση αγαθών σίγουρα δεν καλύπτει το κενό.

Τι είναι αυτό λοιπόν που γεννά την έλλειψη, πώς μπορεί να αναγνωριστεί και εν τέλει να ξεπεραστεί (αν είναι αυτό εφικτό);

Η έλλειψη στην ψυχανάλυση

Το άγχος παράγεται από έναν ανικανοποίητο πόθο (ή έστω από την υποψία ότι αυτός ο πόθος δεν θα μπορέσει να ικανοποιηθεί). Στην Εισαγωγή στην Ψυχανάλυση ο ίδιος ο Freud αναφέρει την ετυμολογική προέλευση της λέξης άγχος: στα γερμανικά η αντίστοιχη λέξη angst προέρχεται από την έκφραση angustiae Enge, που σημαίνει στενό πέρασμα.

Το στενό πέρασμα αναφέρεται στη γέννηση, όπου λαμβάνει το άτομο την πρώτη εμπειρία άγχους και κατά τη διάρκεια της ζωής του επαναλαμβάνεται και αναπαράγεται πάλι μέσα του.

Η πρώτη αγχώδης κατάσταση, λοιπόν, γεννιέται με την ίδια τη γέννηση και τον αποχωρισμό από το σώμα της μητέρας.

Και είναι ο αποχωρισμός αυτός από την μητέρα, που καταδικάζει το άτομο να ζει στο εξής με μία έλλειψη: από εδώ και μπρος πάντα κάτι θα μένει ανικανοποίητο, πάντα κάτι θα λείπει.

Οιδιπόδειο σύμπλεγμα και έλλειψη

Ο Freud, ωστόσο, δεν περιορίζεται μόνο στον αποχωρισμό της μητέρας κατά τη στιγμή της γέννησης. Το ουσιωδέστερο σημείο της ψυχαναλυτικής θεωρίας του, η ανάπτυξη του Οιδιπόδειου συμπλέγματος, βασίζεται πάνω στις έννοιες της έλλειψης και της αναγνώρισης. Η αναγνώριση της παρουσίας ή της έλλειψης του φαλλού, ο φόβος για ευνουχισμό, η συνεχής αναζήτηση αυτού που έχει χαθεί (ή φόβος μήπως χαθεί: ευνουχισμός) πλαισιώνουν το σύμπλεγμα του Οιδίποδα.

Η ψυχανάλυση βλέπει το θηλυκό παιδί να αναπτύσσει τις επιθυμίες του μέσα από μία έλλειψη, την φαλλική. Η έλλειψη του ανδρικού σεξουαλικού οργάνου καταδικάζει την γυναίκα να ζει μέσα σε αυτήν. Την στιγμή που την αναγνωρίζει, καθίσταται ένα ον ελλιπές. Η Julia Kristeva δηλώνει πως η πατριαρχική λογική εξισώνει τη θηλυκότητα με την έλλειψη.

Η έλλειψη στην συμβουλευτική

Κάθε σύμβουλος οφείλει να υπολογίζει το στοιχείο της έλλειψης. Εξίσου σημαντικά μέσα σε έναν διάλογο ή μια αφήγηση είναι και αυτά που λέγονται αλλά και αυτά που δεν φτάνουν να εκφραστούν με λέξεις. Οι λέξεις φέρουν ένα ρευστό νόημα, και παρ’ όλο που είναι το μόνο μέσο αφήγησης, δεν φαίνεται να είναι και το πιο αποτελεσματικό.

Είναι ζωτικής σημασίας, λοιπόν, να είναι κάποιος υποψιασμένος για το νόημα που διαρκώς αναβάλλεται και εκλείπει, όπως θα έλεγε και ο Derrida. Ο κόσμος μας αποτελείται όχι μόνο από αυτό που είναι, αλλά και από αυτό που δεν είναι (από το μη-είναι).

Ενώ η ψυχανάλυση αναγνωρίζει το εκλιπόν ίχνος, διατείνεται παρ’ όλα αυτά πως μπορεί να φτάσει στην αναγνώριση από το πέρασμα στο συνειδητό από το ασυνείδητο. Η συμβουλευτική που πορεύεται με την φιλοσοφία αναγνωρίζει το ανέφικτο αυτής της αναγνώρισης και πορεύεται με αυτό.

Ο διάλογος ξεκινά από μία έλλειψη και πορεύεται με αυτήν. Και ενώ αυτή η αναγνώριση μπορεί αρχικά να καταδικάζει τα πράγματα, να προκαλεί ένα είδος ναυτίας όπως θα έλεγε και ο Sartre, τελικά καταλήγει να απελευθερώνει όσους την αναγνωρίζουν.

Θα το πει και ο Λειβαδίτης ποιητικά: «όσα δε ζήσαμε αυτά μας ανήκουν».

Συγγραφή - Επιμέλεια Άρθρου

Σοφία Τορνικίδου

tornikidouΕξειδίκευση στην φιλοσοφική συμβουλευτική στο Ινστιτούτο Φιλοσοφικής Συμβουλευτικής (Αθήνα-Lecce) αποκτώντας αρχικά το diploma και έπειτα το master. Μέλος της ΕΛΕΣΥΠ και του εθνικού συλλόγου συμβουλευτικής της Ιταλίας.