Με την παρούσα μελέτη επιχειρείται η θεωρητική πλαισίωση του φαινομένου της κακοποίησης ζώων, της διαπροσωπικής και της ενδοοικογενειακής βίας και της μεταξύ του συσχέτισης, η παρουσίαση νέων επιστημονικών ευρημάτων, επιπλέον θεωρίες προσέγγισης του ζητήματος και η συμπλήρωση της αρχικής προσέγγισης με τη μελέτη «Η συνάφεια ανάμεσα στην ανθρώπινη κακοποίηση, την ενδοοικογενειακή βία και την κακοποίηση ζώων: το φάσμα της βίας».

Επιπλέον, επιχειρείται η χαρτογράφηση του (ψυχολογικού) προφίλ του δράστη κακοποίησης ζώων, σύμφωνα με την υπάρχουσα βιβλιογραφία.

Ακολουθούν κι άλλα δύο μέρη της παρούσας έρευνας σε ξεχωριστά άρθρα και συγκεκριμένα:

Κακοποίηση Ζώων: προσέγγιση του ορισμού & η γέννηση ενός κινήματος

Για να μπορούμε να μιλάμε για κακοποίηση ζώων, θα πρέπει να είμαστε σύμφωνοι με το τι εννοούμε κακοποίηση. Εδώ θα ξεφύγουμε από τους νομικούς ορισμούς της, ελληνικούς ή διεθνείς, που περιγράφηκαν παλιότερα και θα εστιάσουμε στο παρακάτω.

Έχουν περιγραφεί πέντε ελευθερίες που χαρακτηρίζουν την ευζωία των ζώων:

1) η ελευθερία από την πείνα και την δίψα,

2) η ελευθερία από τον φόβο και τη δυστυχία,

3) η ελευθερία από τον πόνο, τον τραυματισμό ή την ασθένεια,

4) η ελευθερία από την δυσφορία και

5) η ελευθερία για την έκφραση φυσιολογικής συμπεριφοράς (Farm Animal Walfare Council, 2009· Mellor, 2016).

Οποιαδήποτε παραβίαση και μη τήρηση αυτών των ελευθεριών, θα μπορούσε να απειλήσει την ευζωία ενός ζώου (Chan & Wong, 2019). Κατ΄ επέκταση, η μη τήρησή τους αποτελεί κακοποίηση, την οποία μπορούμε να φανταστούμε ως ένα ευρύ φάσμα (φάσμα κακοποίησης), ανάλογα με τον χρόνο και την βαρύτητα της ανθρώπινης κακοποιητικής ενέργειας (χτύπημα) ή παράλειψης (παραμέληση).

Κακοποίηση, κακή μεταχείριση, επιθετικότητα, βία, θυμός ... συμπεριφορές, συναισθήματα και ψυχολογικά χαρακτηριστικά που χρησιμοποιούμε συχνά ανταλλάξιμα, όταν αναφερόμαστε στην κακοποίηση ζώων.

Η κακοποιητική συμπεριφορά απέναντι στα ζώα αποτελεί ένα κοινωνικό φαινόμενο και δεν αφορά μόνο τα μέλη μίας κοινωνίας που σέβονται και είναι φιλικά προσκείμενα προς τα μη ανθρώπινα ζώα. Στη διεθνή βιβλιογραφία η κακοποίηση ή η βιαιότητα ζώων περιγράφεται ως «…όλες οι κοινωνικά μη-αποδεκτές συμπεριφορές, οι οποίες εσκεμμένα προκαλούν περιττό πόνο, βασανισμό ή δυσφορία ή/και θάνατο σε ένα ζώο» (Ascione, 1993, 2001).

Κοινωνικά, εσκεμμένα, πόνος, θάνατος: λέξεις που έχουν μεγάλη σημασία και για καθεμία από αυτές μπορούμε να γράφουμε ξεχωριστά άρθρα. «Κοινωνικά», λέει ο ορισμός που συναντάται στη βιβλιογραφία, γιατί ενώ σε μία κοινωνία μία συμπεριφορά αποτελεί κακοποίηση, σε κάποια άλλη δεν αποτελεί, είτε νομικά είτε ηθικά ή πολιτισμικά. «Εσκεμμένα», γιατί το άτομο θέλει ή/και γνωρίζει το αποτέλεσμα της πράξης του πάνω στο ζώο. Αλλά αυτό από μόνο του δεν αρκεί.

Γνωρίζει και ότι η κοινωνία δεν το αποδέχεται, αλλά το πράττει. «Πόνος»! Το ζώο θα πονέσει. Πώς θα μπορούσε να καταλάβει ένας δράστης, αν ένα έμβιο όν, αν ένα μη ανθρώπινο ζώο πονάει και ο ίδιος έχει περιορισμένη ή ελλιπή ενσυναίσθηση;! Και «περιττός»! Αναρωτιέμαι με αυτόν τον ορισμό. Αποδεχόμαστε τον πόνο που προκαλείται έως ένα σημείο, αλλά να μην είναι περιττός; Κάτι δεν ευσταθεί! Εδώ θα μπορούσε να αρχίσει ένα νέο κεφάλαιο, αλλά δε θα μείνω εδώ ... για την ώρα. «Θάνατος»!

Το άτομο ξέρει ότι θα κάνει όλα τα παραπάνω και θα επιφέρει, ανάλογα την περίπτωση, τον θάνατο. Αυτός θα αποφασίσει αν το ζώο ζήσει ή όχι, είναι στο χέρι του.

Γίνεται κατανοητό πόσο πολύπλευρο είναι το φαινόμενο της κακοποίησης ζώων και πόσα πολλά μπορούν να γραφούν.

Ο ορισμός της κακοποίησης είναι δύσκολο να αποφασισθεί και να περιοριστεί σε σύντομες φράσεις και λέξεις, ώστε να είναι καθολικά και παγκόσμια αποδεκτός. Ό,τι είναι νόμιμο, δεν είναι απαραίτητα ηθικό και ό,τι είναι ηθικό δεν προστατεύεται απόλυτα ή και καθόλου από τον νόμο.

Ο όρος κακοποίηση ζώων (animal abuse), όμως, περιλαμβάνει πολλές συμπεριφορές, οι οποίες ηθικά καταστρατηγούν τα δικαιώματα των ζώων, αλλά δεν είναι απαραίτητα παράνομες.

Ο όρος βιαιότητα ζώων ή βιαιότητα προς τα ζώα (animal cruelty) φανερώνει ότι οι συμπεριφορές στις οποίες αναφέρεται εκδηλώνουν βία και περιλαμβάνει συμπεριφορές που τιμωρούνται από τον νόμο. Συχνά, οι δύο όροι χρησιμοποιούνται ανταλλάξιμα, αλλά έχουν διαφορετικό νόημα.

Ωστόσο, όλοι οι ορισμοί της κακοποίησης ή βιαιότητας ζώων, συμπεριλαμβανομένου του ελληνικού, κατά το άρθρο 16 του Νόμου 4039/12, ως τροποποιήθηκε και ισχύει, αποκλείουν πρακτικές που μπορεί να προκαλούν πόνο ή θάνατο στα ζώα, αλλά, ωστόσο, είναι κοινωνικά αποδεκτές, όπως το νόμιμο κυνήγι, ορισμένες γεωργικές, επιστημονικές και κτηνιατρικές πρακτικές. Όπως προκύπτει, τα ζώα που υπόκεινται περισσότερο σε κακοποίηση είναι τα σπονδυλωτά (Ascione, 2001).

Σε αυτή τη μελέτη, θα ήθελα να μείνουμε στο πώς είναι το άτομο που κακοποιεί ζώα και στην συμπεριφορά του, ποιες εμπειρίες και ποια ψυχικά τραύματα έχει, πώς λειτουργούσε ως παιδί, τι γίνεται στον νου του, πώς σκέφτεται και πώς συναισθάνεται, αν πάσχει από ψυχική διαταραχή ή όχι κι αν είναι, εν τέλει, επικίνδυνο.

Πλέον και οι 50 πολιτείες των Η.Π.Α. έχουν διατάξεις που κατατάσσουν τις πιο βίαιες μορφές κακοποίησης ζώων ως κακούργημα, μία διαδικασία που επιταχύνθηκε από τις αρχές της δεκαετίας του 90’, όταν μόλις πέντε (5) πολιτείες είχαν τέτοια νομοθετήματα (Lockwood & Arkow, 2016). Έτσι, παρόλο που τα προηγούμενα χρόνια δεν υπήρχε ένας καθολικός ομοσπονδιακός νόμος για την τιμωρία της κακοποίησης και της βιαιότητας προς τα ζώα που να αφορά τις Η.Π.Α., από την 25/11/2019 θεωρείται ομοσπονδιακό αδίκημα (Humane Society, 2019).

Στην Ελλάδα η κακοποίηση και η θανάτωση ζώων έως πολύ πρόσφατα ήταν πλημμέλημα, ενώ η ανθρωποκτονία είναι κακούργημα. Ζώα και άνθρωποι σε διάκριση. Και τα δύο αποτελούν έμβια όντα, αλλά η ιεράρχηση επικρατούσε και πιθανότατα να επικρατεί ακόμα. Η ζωή, η σημασία της και οι συμπεριφορές που την καταστρατηγούν μπαίνουν σε ένα φάσμα· από το λιγότερο σημαντικό στο μέγιστα σημαντικό. Η κοινωνία μας επί χρόνια δυσκολευόταν να αναγνωρίσει και να αποδεχθεί πώς μεταφράζεται η κακοποίηση ζώων για το σύνολό της.

Ώσπου, την 16/11/2020 ψηφίζεται ο Νόμος 4745/2020 και «…ο φόνος και ο βασανισμός των ζώων, με την εσκεμμένη πρόκληση έντονου σωματικού πόνου ή σωματικής εξάντλησης, επικίνδυνης για την υγεία τους, ιδίως με δηλητηρίαση, κρέμασμα, πνιγμό, κάψιμο, σύνθλιψη και ακρωτηριασμό…» θεωρείται κακούργημα με ποινή φυλάκισης έως δέκα (10) έτη. Όπως και στον ελληνικό Νόμο, διακρίνουμε τις κακοποιητικές συμπεριφορές κατά των ζώων σε ενεργητική και παθητική κακοποίηση, έτσι και στην βιβλιογραφία συναντάμε αυτή τη διάκριση σε ενεργητικές (π.χ. χτύπημα, μαχαίρωμα, κλωτσιά) και παθητικές πράξεις κατά των ζώων (π.χ. παραμέληση, μη παροχή τροφής και νερού, κλπ.) (Levitt, Hoffer & Loper, 2016).

Η απαρχή της μελέτης του φαινομένου: η Τριαδική Θεωρία

Πριν από 50 περίπου χρόνια, στις αρχές της δεκαετίας του ΄60, άρχισε να ερευνάται, αν υπάρχει συσχέτιση ανάμεσα στην κακοποίηση ζώων, την ενούρηση σε παιδιά (μετά τα 5 έτη) και τον εμπρησμό στην παιδική ηλικία (τριαδική συμπεριφορά) με την εκδήλωση βίαιης αντικοινωνικής συμπεριφοράς στην ενήλικη ζωή (Τριαδική Θεωρία της Βίας) (McDonald, 1961, 1963).

Ο McDonald, ο οποίος έθεσε την αρχή για τη μελέτη του φαινομένου, δεν προσέφερε ποτέ μία θεωρία που να εξηγεί τον λόγο που αυτές οι τρεις συμπεριφορές θα έπρεπε να θεωρούνται ως προειδοποιητικά σημάδια για διάπραξη μελλοντικής βίας (Walters, 2013), παρά μόνο εξήγησε ότι τις είχε παρατηρήσει σε κάποιους από τους πιο βίαιους και σαδιστικούς ασθενείς του Ψυχιατρικού Νοσοκομείου του Κολοράντο των Η.Π.Α. (Chan & Wong, 2019).

Μετέπειτα ερευνητές βρήκαν ότι αυτή η τριαδική συμπεριφορά μπορεί να ισχύει σε ενήλικες σεξουαλικούς σαδιστές, εμπρηστές, κατά συρροή ανθρωποκτόνους (Ressler, Burgees & Douglas, 1988) και ανθρωποκτόνους γενικά (Hellman & Blackman, 1966· Felthous & Yudowitz, 1977). Η εν λόγω συσχέτιση δεν επιβεβαιώθηκε επαρκώς (Achenbach & Edelbrock, 1978· Heath, Hardesty & Goldfine, 1984).

Ωστόσο, οι θεωρητικές βάσεις μεταξύ της σχέσης της κακοποίησης ζώων και της μετέπειτα βίαιης συμπεριφοράς θεωρείται παγιωμένη στην βιβλιογραφία (Parfitt & Alleyne, 2018). Έτσι, τέθηκαν τα θεμέλια για την ανάδειξη και μελέτη μίας «σκοτεινής» πλευράς του ανθρώπου που ασκεί βία ή προκαλεί θάνατο σε ζώα ή/και ανθρώπους.

Το 1964 για πρώτη φορά επισημάνθηκε, κατόπιν έρευνας, ότι η παιδική βιαιότητα προς τα ζώα μπορεί να υποδεικνύει την ανάπτυξη μίας διαταραγμένης επιθετικής προσωπικότητας (Mead, 1964). Το 1971 και το 1978 εξετάσθηκαν συστηματικά παιδιά που είχαν κακοποιήσει ζώα και συγκεκριμένα αγόρια στα οποία παρατηρήθηκαν επιπλέον αντικοινωνικές συμπεριφορές, όπως προβλήματα διαχείρισης θυμού, εκφοβισμού, καταστροφικών τάσεων και ψεμάτων (Tapia, 1971· Rigdon & Tapia, 1977).

Βιαιότητα προς Ζώα και Διαπροσωπική Βία: θεωρητικές προσεγγίσεις

Υπόθεση Προοδευτικής Βιαιότητας

Μία από τις πιο γνωστές θεωρίες σχετικά με την βιαιότητα προς τα ζώα και την διαπροσωπική βία, θέτει μια αιτιώδη σχέση μεταξύ των δύο. Συγκεκριμένα, θεωρεί ότι το άτομο μαθαίνει από πρώτο χέρι την βία και την ασκεί πάνω στα ζώα, τα οποία δεν προβάλλουν αντίσταση, ενώ απευαισθητοποιείται σταδιακά από τις ψυχολογικές ή κοινωνικές συνέπειες της συνεχιζόμενης βίαιης συμπεριφοράς του.

Η θεωρία αυτή είναι γνωστή ως Υπόθεση Προοδευτικής Βιαιότητας (Violence Graduation Hypothesis) κι έχει δύο οπτικές. Η μία οπτική περιγράφει ότι υπάρχει χρονική σύνδεση μεταξύ τους, με την βιαιότητα προς τα ζώα να προηγείται της διαπροσωπικής βίας (Ascione, 2001· Dadds κ.ά., 2002· DeGue & Dilillo, 2009· Newberry, 2017).

Δηλαδή, πρώτα κάποιος κακοποιεί ζώο και μετά κακοποιεί άνθρωπο. Η άλλη οπτική περιγράφει ότι η κακοποίηση ζώων θεωρείται ως παράγοντας κινδύνου για μελλοντική διάπραξη άλλων βίαιων εγκληματικών δραστηριοτήτων, όπως το trafficking ανθρώπων, τα ναρκωτικά, οι κυνομαχίες (Kalof & Taylor, 2007· Ragatz, Fremou, Thomas, & McCoy, 2009). Πολλοί καταδικασμένοι βίαιοι εγκληματίες έχουν ιστορικό κακοποίησης ζώων (Garcia Pinillos κ.ά., 2016· O'Grady κ.ά., 2007).

Κάποιες έρευνες, επιβεβαίωσαν ότι υπάρχει χρονική σύνδεση μεταξύ κακοποίησης ζώων από παιδιά και εκδήλωσης διαπροσωπικής βίας από τα ίδια, όταν γίνουν ενήλικες, από μέτριο έως και ισχυρό βαθμό (Felthous, 1980a, 1980b· Felthous & Kellert, 1986· Felthous & Yudowitz, 1977· Flynn, 1999a· Gleyzer, Felthous, & Holzer, 2002· Hellman & Blackman, 1966· Hensley, Tallichet, & Dutkiewicz, 2009, 2012· Kellert & Felthous, 1985· Merz-Perez & Heide, 2004· Merz-Perez, Heide, & Silverman, 2001· Ressler, Burgess, Hartman, Douglas, & McCormack, 1986· Tallichet & Hensley, 2004·Tingle, Barnard, Robbins, Newman, & Hutchinson, 1986· Verlinden, 2000· Wright & Hensley, 2003). Ωστόσο, άλλες έρευνες δεν βρήκαν να υπάρχει κάποια συσχέτιση ή χρονική διαδοχή μεταξύ των δύο συμπεριφορών (Arluke, Levin, Luke, & Ascione, 1999· Climent & Ervin, 1972· Climent, Rollins, Ervin, & Plutchik, 1973· Felthous & Bernard, 1979; Langevin, Paitich, Orchard, Handy, & Russon, 1983· Lewis, Shanok, Grant, & Ritvo, 1983· MacDonald, 1968· Miller & Knutson, 1997· Prentky & Carter, 1984· Rada, 1975· Rigdon & Tapia, 1977· Sendi & Blomgren, 1975· Shanok κ.ά.., 1983).

Αν και η προηγούμενη βιβλιογραφική ανασκόπησή μου, περιέγραψε περισσότερο, την πρώτη οπτική της θεωρίας, στη συνέχεια θα περιγραφούν κι άλλες θεωρίες που θέτουν την κακοποίηση ζώων ως ένα μέρος του συνόλου των αντικοινωνικών συμπεριφορών του ατόμου γενικά και όχι πάντα σε συνάρτηση με τις βίαιες συμπεριφορές κατά ανθρώπων, όπως η Υπόθεση Γενικευμένης Παρέκκλισης (Hypothesis Deviance Generalization), η Θεωρία της Κοινωνικής Μάθησης (Social Learning Theory), η Θεωρία της Ματαίωσης (Frustration Theory) και η Σεξουαλική Πολυμορφική Θεωρία (Sexual Polymorphous Theory).

Αρχικά, τα ζώα θεωρούνται στις σχετικές έρευνες ως δείκτες της ανθρώπινης υγείας και ευζωίας και εντοπίζονται στη σύνδεση ανάμεσα στην κακοποίηση ζώων, την οικογένεια και την βία γενικά (Arkow, 1996· Ascione & Shapiro, 2009· Ascione κ.ά., 2007· Jordan & Lem, 2014). Σύμφωνα με την υπόθεση προοδευτικής βιαιότητας, η βία προς τα ζώα προηγείται της διαπροσωπικής επιθετικότητας και η κακοποίηση ζώων προετοιμάζει το έδαφος για άλλες βίαιες αντικοινωνικές συμπεριφορές (Ascione, 2001). Ωστόσο, πολλά ευρήματα ερευνών είναι αμφιλεγόμενα.

Μία συνδυαστική έρευνα 14 παλαιότερων ερευνών (μετα-ανάλυση) έδειξε να υπάρχει σχέση μεταξύ της παιδικής βιαιότητας προς τα ζώα και της μετέπειτα εγκληματικής συμπεριφοράς γενικά, αλλά δεν ήταν σαφής ως προς βίαιες, συγκεκριμένα, εγκληματικές συμπεριφορές, όπως ανθρωποκτονίες. Πολλά από τα παιδιά που κακοποιούσαν ζώα, δεν έγιναν (κατά συρροή) δολοφόνοι (Walters, 2013), ενώ δεν διαπράττουν κι άλλα αδικήματα όσοι κακοποιούν ζώα (Van Wijk κ.ά., 2018).

Παρόλα αυτά, υπάρχουν εκατοντάδες έρευνες που επιβεβαιώνουν την παραπάνω σχέση. Σύμφωνα με έρευνα του Ascione (2001), το 10% έφηβων αγοριών και το 9% των έφηβων κοριτσιών βρέθηκε να είναι βίαιο προς τα ζώα και φάνηκε ότι η βιαιότητα προς αυτά είτε στην παιδική είτε στην ενήλικη ζωή συμβαίνει παράλληλα και με άλλες αντικοινωνικές συμπεριφορές, όπως διαπροσωπικές επιθέσεις και βία συμμοριών (Henry, 2004).

Ήδη από την δεκαετία του 1960 είχε φανεί ότι η βιαιότητα προς τα ζώα σε παιδική ηλικία αποτελεί παράγοντα κινδύνου για μελλοντική βίαιη συμπεριφορά εντός διαπροσωπικών σχέσεων (Mead, 1964). Ωστόσο, έχει βρεθεί ότι όχι ένα μεμονωμένο περιστατικό, αλλά ένα ιστορικό από επαναλαμβανόμενα γεγονότα βασανισμού ζώων μακροπρόθεσμα από ένα άτομο, μπορεί να είναι προβλεπτικό για τη διάπραξη ανθρωποκτονίας (O’Grady κ.ά., 2007).

Επιπλέον, όσοι κακοποιούν ζώα έχουν και τον αντίστοιχο τρόπο σκέψης για να υποστηρίξουν αυτές τις εγκληματικές πράξεις (Schwartz κ.ά., 2012) κι έχουν μεγαλύτερη τάση για εμπλοκή σε εγκλήματα γενικότερα (Arluke κ.ά., 1999· Hensley & Tallichet, 2008). Πολλοί serial killers είχαν προβεί σε κακοποίηση ζώων σε παιδική ηλικία και μετέπειτα εκδήλωσαν βία προς άλλους ανθρώπους (Miler, 2001· Wright & Hensley, 2003). Άτομα που κακοποίησαν ζώο, αργότερα διέπραξαν κι άλλες εγκληματικές πράξεις, όπως επίθεση, βιασμό, φόνο (Hensley & Tallichet, 2008).

Άλλη έρευνα βρήκε ότι το 70% αντρών που είχαν κακοποιήσει ζώα, είχαν προβεί σε μία ή περισσότερες εγκληματικές παραβάσεις και ότι όσοι είχαν κακοποιήσει ζώα ήταν 5,3 φορές πιθανότερο, από όσους δεν είχαν κακοποιήσει ζώα, να έχουν ποινικό μητρώο για βίαια εγκλήματα εις βάρος ανθρώπων (Arluke, Levin, Luke, Ascione, 1999).

Έρευνα σε 261 φυλακισμένους άνδρες έδειξε ότι ο πνιγμός και η σεξουαλική κακοποίηση ζώων, ήταν καλύτεροι παράγοντες πρόβλεψης μίας μετέπειτα βίαιης διαπροσωπικής εγκληματικής συμπεριφοράς και ότι αν είχαν κάνει επαναλαμβανόμενες πράξεις κακοποίησης ζώων ως παιδιά, τότε ήταν πιο πιθανό να είχαν και επαναλαμβανόμενες συμπεριφορές διαπροσωπικής βίας ως ενήλικες (Hensley & Tallichet, 2009).

Το εύρημα ότι μία μόνο φορά δεν ήταν αρκετή στην παιδική ηλικία, αλλά η συστηματικότητα ήταν απαραίτητη, επιβεβαιώθηκε κι από άλλη έρευνα (Hensley & κ.ά., 2009).

Έρευνα σε 45 βίαιους φυλακισμένους άνδρες έδειξε ότι τα άτομα με ποινικό μητρώο βίαιων εγκλημάτων ήταν πιο πιθανό να έχουν κακοποιήσει όλες τις κατηγορίες ζώων (κατοικίδια, άγρια ζώα) ως παιδιά (Merz-Perez, Heide, Silverman, 2001). Τέλος, σε έρευνα με πληθυσμό φοιτητών φάνηκε ότι όσοι κακοποιούν ζώα έχουν μία έντονη ανάγκη για άσκηση ελέγχου πάνω σε άλλους ανθρώπους και το περιβάλλον τους (Schwartz κ.ά., 2012).

Τα παιδιά θύματα ή μάρτυρες ενδοοικογενειακής βίας ήταν τρεις (3) φορές πιθανότερο να συμμετέχουν σε κακοποίηση ζώων σε σχέση με όσους δεν είχαν εκτεθεί σε ενδοοικογενειακή βία (Schwartz κ.ά., 2012).

Υπόθεση Γενικευμένης Παρέκκλισης

Από την άλλη πλευρά, μία ακόμη θεωρία που συναντάται ως η Υπόθεση Γενικευμένης Παρέκκλισης (Hypothesis Deviance Generalization) προσφέρει μία εναλλακτική οπτική και θεωρεί ότι η κακοποίηση ζώων είναι ένα μόνο στοιχείο μίας μεγαλύτερης παρεκκλίνουσας ανθρώπινης δομής. Δηλαδή, σε έναν κύκλο που χαρακτηρίζει την τάση του ανθρώπου να προβαίνει σε παραβατική συμπεριφορά γενικά, η κακοποίηση ζώων αποτελεί ένα μόνο μέρος του και δεν εξαρτώνται όλες οι υπόλοιπες συμπεριφορές του από αυτή και μόνο.

Οι συμπεριφορές της κακοποίησης ζώων κι ανθρώπων πιθανότατα να σχετίζονται κατά τη διάρκεια της ανθρώπινης ζωής (Volant, Johnson, Gullone, & Coleman, 2008) και τα άτομα που διαπράττουν μία μορφή παρέκκλισης πιθανότατα να διαπράττουν κι άλλες μορφές, αλλά όχι σε μία συγκεκριμένη χρονική σειρά (Arluke κ.ά., 1999). Πιθανότατα αυτό που συμβαίνει είναι ότι η τάση του ατόμου για δυσπροσαρμοστικές στρατηγικές αντιμετώπισης (π.χ. επιθετικότητα προς ζώα) είναι συνεπής και σε άλλα πλαίσια (π.χ. επιθετικότητα προς συντρόφους) (Febres κ.ά., 2014).

Δηλαδή, η κακοποίηση ζώων μπορεί να θεωρηθεί ως μία από τις πολλές αντικοινωνικές συμπεριφορές ενός ατόμου μέσα σε μία κοινωνία, παρά ως ένας προβλεπτικός παράγοντας ή ένα διακριτό βήμα και ξεχωριστή συμπεριφορά για προοδευτικά αυξανόμενη εγκληματική ή βίαιη συμπεριφορά (Arluke κ.ά., 1999· Gullone, 2011). Με απλά λόγια, δεν έχει επιβεβαιωθεί ότι όποιος κακοποιεί ένα ζώο, αργότερα και αδιαμφισβήτητα θα κακοποιήσει και άνθρωπο.

Εδώ, αυτή η θεωρία δίνει έμφαση στο τι συμβαίνει σε μία μεγάλη χρονική περίοδο κυκλικά, όχι μεταξύ ορισμένων ωρών, ημερών, εβδομάδων, χρόνων, αλλά στη διάσταση μίας ζωής και παρά στο τι γίνεται διαδοχικά χρονικά (Van Wijk κ.ά., 2018).

Η κακοποίηση ζώων δεν θα έπρεπε να μελετάται απόλυτα σε συνάρτηση με άλλα αδικήματα, αλλά ως μόνη συμπεριφορά (Van Wijk κ.ά., 2018). Το να ερευνάται μαζί με άλλες παράνομες συμπεριφορές που αφορούν ανθρώπινα θύματα, αποδυναμώνει τη σημασία της, καθώς πάντα θα θεωρείται ότι είναι υποκατηγορία ή ένα μικρό ενδεικτικό στοιχείο σημαντικότερων αδικημάτων, όπως η ενδοοικογενειακή και η διαπροσωπική βία, κλπ. (Arluke & Luke, 1997· Van Wijk κ.ά., 2018).

Επίσης, έτσι περιορίζεται σημαντικά η δυνατότητά μας να αντλήσουμε και να περιγράψουμε τα χαρακτηριστικά των ατόμων που κακοποιούν μόνο ζώα. Έχει βρεθεί ότι μόνο το 10% αυτών που είχαν κακοποιήσει ζώα είχαν διαπράξει και ενδοοικογενειακή βία (Van Wijk κ.ά., 2018). Η βιαιότητα προς τα ζώα δεν είναι ένας δείκτης για μετέπειτα σοβαρή εγκληματική συμπεριφορά, αλλά αντίθετα λαμβάνει χώρα σε κάποιο σημείο της διαδρομής μίας «παρεκκλίνουσας κι εγκληματικής πορείας» ενός ατόμου (Arluke κ.ά., 1999· Beirne, 2004· Van Wijk κ.ά., 2018· Walters, 2013).

Εξετάστηκε το εγκληματικό ιστορικό εκατόν πενήντα (150) ενήλικων ανδρών κατηγορούμενων για σωματική κακοποίηση, σεξουαλική επίθεση ή παραμέληση ζώων στις Η.Π.Α., με βάση στοιχεία που ελήφθησαν από το Τμήμα Ανάλυσης Συμπεριφοράς του FBI (Levitt, Hoffer & Loper, 2016). Οι 144 (το 96%) από τους 150 παραβάτες είχαν κι άλλες εγκληματικές κατηγορίες πριν ή μέσα σε έξι (6) χρόνια από τη σύλληψή τους για βιαιότητα προς ζώο. Το 41% είχε συλληφθεί για διαπροσωπική βία, το 18% είχε συλληφθεί για σεξουαλική παράβαση, όπως βιασμό ή παιδική κακοποίηση και το 28% για άλλα αδικήματα διαπροσωπικής βίας, όπως παραβίαση δικαστικών όρων ή παρενόχληση (λεκτική βία).

Η διαπροσωπική επίθεση ήταν κοινό έγκλημα σε όλους τους παραβάτες (100%). Τουλάχιστον το 38% των παραβατών που είχαν επιδείξει βιαιότητα προς ζώα βρίσκονταν υπό την επήρεια αλκοόλ. Κοινά κίνητρα για τις πράξεις βιαιότητας προς ζώα περιελάμβαναν θεωρούμενη «κακή» συμπεριφορά (π.χ. θέματα τουαλέτας) και εκδίκηση εις βάρος του ζώου ή άλλου ατόμου. Στην πλειοψηφία των υποθέσεων, τα ζώα θυματοποιούνταν από τους ιδιοκτήτες ή τον σύντροφο του ιδιοκτήτη, κάνοντας εμφανές μία δυναμική οικογενειακής βιαιότητας.

Μία έρευνα στη Βραζιλία μελέτησε μία υπόθεση ζωοκτονίας κατά συρροή 37 σκύλων και γατών από μία γυναίκα που θεωρούνταν ότι διέσωζε ζώα για τουλάχιστον 10 χρόνια (Salvagni κ.ά., 2016). Τα ζώα ανευρέθηκαν νεκρά μέσα σε πλαστικές σακούλες. Μετά τη νεκροψία διαπιστώθηκε ότι όλα τα ζώα θανατώθηκαν με τον ίδιο τρόπο, δηλαδή με ενέσιμη χρήση κεταμίνης, μία ουσία με αναλγητικές και αναισθητικές επιδράσεις, απευθείας στην καρδιά, στους πνεύμονες και σε αγγεία των ζώων. Ωστόσο, η συγκεκριμένη γυναίκα δεν είχε ιστορικό παραβατικότητας κατά ανθρώπων. Αν και τα χαρακτηριστικά των ψυχοπαθών και ανθρωποκτόνων κατά συρροή (serial killers) ερευνώνται εκτεταμένα παγκοσμίως, πολύ λίγα αναφέρονται στη βιβλιογραφία για τη ζωοκτονία κατά συρροή (animal serial killers).

Ο παρακάτω πίνακας περιγράφει σχηματικά τις δύο υποθέσεις, με το σημείο που τίθεται η κακοποίηση ζώων στην πρώτη υπόθεση να έχει καίρια σημασία ως προς τη χρονική σύνδεσή της με τις επόμενες συμπεριφορές, ενώ στην δεύτερη υπόθεση η βιαιότητα προς τα ζώα να αποτελεί ένα μόνο μέρος των ανθρώπινων αντικοινωνικών συμπεριφορών.

ipothesi viaiothtas

 

Θεωρία Κοινωνικής Μάθησης

Είναι ευρέως αποδεκτό ότι η κακοποίηση ζώων είναι μία μαθημένη συμπεριφορά. Σύμφωνα με την Θεωρία Κοινωνικής Μάθησης (Bandura, 1977), τα παιδιά «μαθαίνουν» κοινωνικούς ρόλους και συμπεριφορές μέσω της μίμησης. Αυτό σημαίνει ότι τα παιδιά που διαπράττουν κακοποιητικές συμπεριφορές έχουν «μάθει» ότι η υποτίμηση και η βία είναι κατάλληλα μέσα για κοινωνική αλληλεπίδραση.

Έτσι, μέσω της παρατήρησης είτε των σημαντικών τους άλλων (π.χ. γονείς, παππούς, γιαγιά, δάσκαλοι, κλπ.) είτε των συνομηλίκων, τα παιδιά μαθαίνουν ότι η άσκηση βίας είναι μία θεμιτή και δυναμική στρατηγική διαχείρισης των διαπροσωπικών σχέσεων. Κατ΄ επέκταση, εφόσον αντιλαμβάνονται τη βία ως αποδεκτή,  αυτή ενσωματώνεται στις συμπεριφορές τους. Τα παιδιά είναι περισσότερο πιθανό να γίνουν βίαια προς τα ζώα, όταν βρίσκονται με συνομηλίκους, παρά όταν είναι μόνα τους.

Η ενίσχυση των συνομηλίκων για επίδειξη δύναμης και θάρρους μπορούν να συμβάλλουν σε διαδοχικές βίαιες συμπεριφορές προς τα ζώα. Μέσω αυτών των στρατηγικών μπορούν να ανακτήσουν ένα αίσθημα δύναμης κι ελέγχου, υπεραναπληρώνοντας έτσι (κάνοντας το αντίθετο) για την στοργή και φροντίδα που δεν λαμβάνουν στο σπίτι τους.

Η βιαιότητα προς τα ζώα από μερικά παιδιά μπορεί να αποτελεί κι έναν τρόπο αφομοίωσης της ενήλικης βίαιης συμπεριφοράς, στην οποία είναι μάρτυρες, ενώ είναι λιγότερο πιθανό να έχουν κυρώσεις από το να ασκούσαν βία προς ανθρώπινα θύματα. Αν η βία θεωρηθεί ικανοποιητική κι αποδεκτή βάσει της παιδικής αντίληψης, είναι πιο πιθανό να επαναληφθεί. Έχει βρεθεί ότι παιδιά από βίαιες οικογένειες έχουν χαμηλά επίπεδα ενσυναίσθησης (Hinchey & Gavelek, 1982), κάτι που επακόλουθα τα οδηγεί στο να δικαιολογήσoυν την χρήση βίας (Jaffe, Wolfe & Wilson, 1990) και να μην βιώνουν δυσφορία ή ενοχή για την πράξη τους.

Η αίσθηση ελαττωματικότητας (αίσθηση ότι σε κάτι υπολείπεται) προκαλεί φόβο σε ένα παιδί και είναι αποθαρρυντική, ενώ η άσκηση ελέγχου πάνω σε ένα άλλο έμβιο ον θεωρείται ως ένα μέσο ανάκτησης της αυτο-αποτελεσματικότητάς του (τα καταφέρνει κάπου). Η βιαιότητα προς τα ζώα μπορεί να είναι μία πρώιμη εκδήλωση προβλημάτων διαγωγής κι ελλειμμάτων ενσυναίσθησης σε σχέση με επικείμενα ψυχοπαθητικά χαρακτηριστικά προσωπικότητας (ψυχρότητα, σκληρότητα), παρά ως αποτέλεσμα εξωτερίκευσης γονεϊκών προβλημάτων (Dadds, Whiting & Hawes, 2006).

Άλλες έρευνες έδειξαν αποτελέσματα απόλυτα συντονισμένα με τη Θεωρία Κοινωνικής Μάθησης. Η θέαση κακοποίησης ζώου (να είναι μάρτυρες) σχετίστηκε με μετέπειτα συμμετοχή σε κακοποίηση ζώου (Henry, 2004b), ενώ η βιαιότητα προς τα ζώα ήταν περισσότερο συχνή ανάμεσα στα παιδιά που είχαν βιώσει βία και κακοποίηση στο σπίτι από ό,τι σε εκείνα που δεν είχαν βιώσει μία ανάλογη δυσμενή εμπειρία (Ascione κ.ά., 2003).

Πολλές ακόμα έρευνες επιβεβαίωσαν ότι η θέαση βίας προς ζώα από παιδιά ή εφήβους, η οποία ασκείται είτε από γονείς είτε μέλη της οικογένειας ή από συνομηλίκους, συσχετίστηκε με τη μετέπειτα άσκηση βίας από τους ίδιους (τους πρώην θεατές) (Baldry, 2003· Tallichet & Hensley, 2005· Thompson & Gullone, 2006).

Θεωρία Ματαίωσης

Σύμφωνα με τους Dollard & Miller (1950), κάθε άτομο από τη στιγμή της κοινωνικοποίησής του, δηλαδή από την ύπαρξη του εντός οικογένειας, αναζητά στοργή κι επιδοκιμασία από αυτούς που αγαπά, δηλαδή τους φροντιστές του (συνηθέστερα τους γονείς). Εάν αυτές οι συναισθηματικές ανάγκες δεν καλυφθούν, το άτομο πιθανότατα θα βιώσει ματαίωση και απογοήτευση από αυτά τα άτομα.

Αυτή η ματαίωση μπορεί να δημιουργήσει θυμό και να οδηγήσει το άτομο στην διάπραξη επιθετικών συμπεριφορών που στοχεύουν σε άλλα άτομα αλλά και ζώα. Αυτή η δυσπροσαρμοστική στρατηγική αντιμετώπισης, δηλαδή η μετάθεση, αποτελεί έναν μηχανισμό άμυνας του ανθρώπινου ψυχισμού, ώστε να αντιμετωπίσει την ενδοψυχική του σύγκρουση, δηλαδή τη δυσφορία που προκύπτει από την μη κάλυψη των συναισθηματικών του αναγκών.

Υπό το ίδιο φάσμα, μία ακόμα οπτική προτείνει ότι τα άτομα που βιώνουν τακτικά ταπείνωση μπορούν να συσχετίσουν μετέπειτα καταστάσεις με αυτή.  Δηλαδή, η αρχική ταπείνωση θα προκαλέσει μία αντίδραση στο άτομο που τη βιώνει η οποία θα εκφραστεί σε μία άλλη συνθήκη.

Σύμφωνα με τους Merz-Perez & Heide (2004), αυτά τα άτομα ίσως βιώσουν την ανάγκη να ασκήσουν δύναμη κι έλεγχο πάνω σε αδύναμα για αυτούς όντα, όπως ανθρώπους ή ζώα, σε μία προσπάθεια να προστατεύσουν τον ψυχισμό τους από τον φόβο και την ντροπή που βιώνουν, λόγω της ελαττωματικότητας που θεωρούν ότι τα χαρακτηρίζει, ακόμα και με την άσκηση βίας. Στην ουσία, η βία χρησιμοποιείται από αυτά τα άτομα ως μία μέθοδος εξάλειψης της ματαίωσης και ανάκτησης αυτοπεποίθησης.

Σεξουαλική Πολυμορφική Θεωρία

Η θεωρία αυτή διατείνεται ότι κάποια άτομα, κατά τη διάρκεια της ανάπτυξης τους, ειδικότερα κατά την παιδική ηλικία, μπορεί να συνδυάζουν τις επιθετικές τους τάσεις με σεξουαλικά στοιχεία (Merz-Perez & Heide, 2004). Η βία προς ανθρώπους και ζώα, που θα μπορούσε να προσφέρει την ίδια έξαψη σε αυτά τα άτομα, συνδυάζεται και με σεξουαλική διέγερση. Για αυτούς, η βία και η σεξουαλική διέγερση έχουν ταυτιστεί και ο μόνος τρόπος να εκτονώσουν αυτές τις καταπιεσμένες τους τάσεις είναι να τις καλύψουν ταυτόχρονα. Μία από αυτές τις συμπεριφορές είναι και η κτηνοβασία.

Έτσι, δεν είναι απίθανο αυτά τα άτομα να προκαλούν πόνο σε ζώα κι ακολούθως σε ανθρώπους, αφού θα τους παρέχει παρόμοια εκτόνωση κι ανακούφιση.

Τα υφιστάμενα περιορισμένα δεδομένα δείχνουν ότι η κτηνοβασία παρατηρείται πιο συχνά σε βίαιους εγκληματίες, σεξουαλικούς εγκληματίες και σε σεξουαλικά κακοποιημένα θύματα (Beetz, 2005). Σε έρευνα, 70 έφηβων που είχαν εγκλειστεί σε ψυχιατρικό κέντρο για σεξουαλική παραβατικότητα, οι 7 από αυτούς είχαν ιστορικό κτηνοβασίας ως παιδιά (Duffield, Hassiotis & Vizard, 1998). Επίσης, σε άλλη έρευνα, τα 23 από τα 24 άτομα που ανέφεραν διάπραξη κτηνοβασίας στο παρελθόν, είχαν διαπράξεις και άλλα σεξουαλικά διαπροσωπικά αδικήματα (Fleming, Jory & Burton, 2002).

Επίσης, σε έρευνα για σεξουαλικώς ανάρμοστη συμπεριφορά με 44.402 ενήλικες άνδρες, η σεξουαλική κακοποίηση ζώων ήταν ο πιο ισχυρός παράγοντας κινδύνου για διάπραξη παιδικής σεξουαλικής κακοποίησης (Abel, 2008). Επισημαίνεται ότι η βία που ασκείται κατά ζώων κι ανθρώπων για σεξουαλική εκτόνωση μπορεί μερικές φορές να κλιμακωθεί σε δολοφονία (Wright & Hensley, 2003).

Τέτοια περιστατικά έχουν γίνει ιδιαιτέρως γνωστά σε υποθέσεις των serial killers, κυρίως των σεξουαλικών, όπου η κακοποίηση ζώων στην παιδική ηλικία κλιμακώθηκε αργότερα σε ανθρωποκτονία (Chan &Wong, 2019).

Ηλικία και φύλο

Όσοι κακοποιούν ζώα αποτελούν μία ετερογενή ομάδα ατόμων, χωρίς να μπορούμε να πούμε με εγκυρότητα και αξιοπιστία ότι συγκεκριμένες ηλικιακές ομάδες ή ομάδα ή συγκεκριμένο φύλο είναι υπεύθυνο για αυτό. Οι έρευνες εμπεριέχουν δείγματα ατόμων από συγκεκριμένο πλαίσιο, όπως για παράδειγμα φυλακισμένους για ποικίλα βίαια εγκλήματα ή/και με διαφορετική κουλτούρα, κάτι που δεν επιτρέπει την γενίκευση των ευρημάτων. 

Αρχικά, οι έρευνες δείχνουν υψηλότερα ποσοστά βιαιότητας προς τα ζώα από τους άνδρες παρά από τις γυναίκες (Katz & Gottman, 1993· Reynolds, Wallace, Hill, Weist & Nabors, 2001). Σε σύγκριση με τα κορίτσια, τα αγόρια εξωτερικεύουν τα συναισθήματά τους περισσότερο, όταν εκτίθενται σε ενδοοικογενειακή βία, ενώ η κοινωνικοποίησή τους δίνει έμφαση στην κυριαρχία και την επιθετικότητα (Flynn, 1999b). Για αυτό το λόγο, οι βίαιες πράξεις κατά ζώων ίσως παρέχουν στα αγόρια την ευκαιρία να τεστάρουν ανάλογες δεξιότητες (Chan & Wong, 2019), ενώ αυτό μπορεί να ενισχύεται, εάν η συμπεριφορά τους επιβραβεύεται από συνομηλίκους ή δεν τιμωρείται και παραβλέπεται από τους γονείς (Arluke & Luke, 1997).

Σε έρευνα 1396 νέων στην Ιταλία ηλικίας 9 έως 17 ετών, αναφέρεται ότι τα αγόρια ήταν δύο φορές περισσότερο πιθανό από τα κορίτσια να είναι βίαια προς τα ζώα, με τα 2/3 των αγοριών και το 1/3 των κοριτσιών να έχουν κακοποιήσει ζώο (Baldry, 2003). Άλλες έρευνες είχαν παρόμοια αποτελέσματα, 35% των αγοριών έναντι 9% των κοριτσιών (Flynn,1999b) και 69% έναντι 33% αντίστοιχα, σε δείγματα φοιτητών. Παρόλα αυτά, το αίσθημα απειλής και η αυτο-κατηγορία στα κορίτσια λόγω της έκθεσης σε ενδοοικογενειακή βία αποτελούν παράγοντες που μπορεί να συμβάλλουν στην διάπραξη βίαιων πράξεων προς τα ζώα (Chan & Wong, 2019· Foo, 2002· Kerig, 1999)

Τα δείγματα γυναικών στις έρευνες είναι μικρά και ίσως επιλέγονται εξ αρχής πληθυσμοί ανδρών, θεωρώντας δεδομένη την σχέση ανάμεσα στην κακοποιητική συμπεριφορά και τους άνδρες. Κάτι τέτοιο, όμως, περιορίζει σημαντικά την εγκυρότητα των ερευνών και την επιστημονικότητά τους. Έρευνες έχουν δείξει ότι οι γυναίκες προβαίνουν τόσο σε κακοποίηση ζώων (Van Wijk κ.ά., 2018) και συνάμα σε σεξουαλική παραβατικότητα και ενδοοικογενειακή βία, το οποίο δηλώνει ότι ο ρόλος των γυναικών στην κακοποίηση ζώων είναι υποβαθμισμένος (Van der Knaap, Idrissi, & Bogaerts, 2010· Van Wijk  κ.ά., 2018· Wijkman, 2014).

Όσον αφορά τα παιδιά, έρευνες έχουν δείξει ότι εκείνα που κακοποιούν ζώα βρίσκονται περισσότερο σε μικρή παιδική ηλικία (Achenbach, 1991· Achenbach, Howell, Quay, & Conners, 1991). Η Currie (2006) βρήκε ότι τα παιδιά που είχαν εκτεθεί σε ενδοοικογενειακή βία και συμπεριφέρονταν βίαια προς τα ζώα ήταν μεγαλύτερα κατά μέσο όρο σε ηλικία από εκείνα που δεν είχαν εκτεθεί. Η Αμερικάνικη Ψυχολογική Εταιρεία (1994) επεσήμανε ότι η βιαιότητα προς τα ζώα είναι σύμπτωμα της Διαταραχής Διαγωγής, μίας ψυχικής διαταραχής, που συναντάται σε παιδιά κι εφήβους, με έναρξη κατά μέσο όρο τα 6,5 έτη.

Επίσης, η βιαιότητα προς τα ζώα σε πρώιμη παιδική ηλικία ήταν προβλεπτικός παράγοντας για μελλοντική βίαιη ή αντικοινωνική πορεία του ατόμου. Για παράδειγμα, βρέθηκε ότι όσοι είχαν διαπράξει βίαιες πράξεις σε ζώα σε πρώιμη παιδική ηλικία, ως ενήλικες είχαν καταδικασθεί για κακοποίηση ζώων κατά συρροή (Tallichet κ.ά., 2005), ανθρωποκτονία κι απόπειρα ανθρωποκτονίας (O’Grady, Kinlock & Hanlon, 2007).

Επιπρόσθετα, όσοι διαπράττουν διαπροσωπική βία και κακοποίηση ζώων δείχνουν λιγότερα συναισθήματα, τιμωρούν εύκολα κι έχουν παράλογες προσδοκίες από τα ζώα (Carlisle-Frank, Frank & Nielsen, 2004).

Βιβλιογραφία: Δείτε στο παρακάτω pdf αναλυτικά, τις βιβλιογραφικές αναφορές.

Συγγραφή - Επιμέλεια Άρθρου

Ευάγγελος Δρίβας
Αστυνομικός - Κλινικός Ψυχολόγος - BSc in Psychology, Msc in clinical & Community Psychology
Επικοινωνία:Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε. | Facebook: facebook.com/evangelosdrivaspsychologist