Η σωματική και ψυχική ανάπτυξη κάθε παιδιού βρίσκεται σε αμφίδρομη και κυκλική αλληλεπίδραση με τη σχέση με τους γονείς και τα υπόλοιπα μέλη τής οικογένειας, επηρεάζει και επηρεάζεται από τη συναισθηματική κατάσταση και συμπεριφορά τών μελών της, τις μεταξύ τους σχέσεις και τη λειτουργικότητα τής οικογένειας.

Επομένως, η επίδραση ενός παιδιού που έχει διαγνωστεί με κάποια διαταραχή τού αυτιστικού φάσματος στην οικογένεια, πιθανόν να αποτελεί πηγή άγχους για την ολότητα τής οικογένειας, επηρεάζοντας τη σχέση γονέων–παιδιών, τη σχέση ανάμεσα στους συζύγους αλλά και ανάμεσα στα αδέλφια που ίσως υπάρχουν.

Σε αρχικά στάδια, τα οξέα συναισθήματα (θλίψη, άρνηση, θυμός) που κατακλύζουν τον ψυχισμό τών γονέων είναι απόλυτα δικαιολογημένα και φυσιολογικά, ωστόσο, η θετική προσαρμογή (coping) των γονέων απέναντι στην αυτιστική διαταραχή και οι μηχανισμοί προσαρμογής που θα επιστρατεύουν, θα βοηθήσουν στην περαιτέρω θετική εξέλιξη τής αγχογόνου αυτής κατάστασης.

Πρωτίστης σημασίας είναι η αποδοχή τής πραγματικότητας και η αναδιοργάνωση τής ζωής τής οικογένειας με το αυτιστικό παιδί στους κόλπους της. Αυτό θα επιτευχθεί όταν ο γονιός αποκτήσει την άνεση να συζητάει το πρόβλημα του παιδιού του, χωρίς όμως να χάσει τη δική του προσωπικότητα και τους δικούς του τρόπους χαλάρωσης. Επιπλέον, δεν θα πρέπει να είναι υπερπροστατευτικός ούτε όμως και υπερβολικά σκληρός απέναντι στο παιδί και να το βοηθά στην κατά το δυνατό ανεξαρτητοποίησή του, συνεργαζόμενος με ειδικούς οι οποίοι, μέσα από διάφορα προγράμματα, θα τον βοηθούν να αντιμετωπίζει αποτελεσματικά τις πρακτικές δυσκολίες που θα παρουσιάζονται.

Εξίσου σημαντικός παράγοντας που ενισχύει τη θετική προσαρμογή τών γονέων, είναι η έγκυρη και έγκαιρη διάγνωση που θα συνοδευτεί από την κατάλληλη θεραπευτική παρέμβαση για το παιδί αλλά και τη συμβουλευτική γονέων και αδελφών η οποία θα βοηθήσει τόσο στην κάλυψη των συναισθηματικών αναγκών τών μελών τής οικογένειας που θα προκύψουν όσο και την αντιμετώπιση της σκληρής στάσης τής κοινωνίας απέναντι στη διαταραχή. Επίσης, μέσο ανακούφισης θα αποτελέσει και η ένταξή τους σε ήδη υπάρχουσες ομάδες γονέων με παρόμοια προβλήματα.

Τελος, η εκπαίδευση τών γονέων, ώστε να αναλάβουν συνθεραπευτικό ρολο, κάτω από την εποπτεία και το πρότυπο των ειδικών, θα αποφέρει τα μέγιστα αποτελέσματα τόσο στη θεραπεία του ίδιου του παιδιού όσο και στη θετική προσαρμογή των ίδιων των γονέων απέναντι στη δύσκολη αυτή κατάσταση που έχουν κληθεί να αντιμετωπίσουν.

 

Συγγραφή - Επιμέλεια Άρθρου

Καλλιόπη Κωστέα

kostea kaliopiΜphil Ψυχολογίας, University of Glasgow. Μaster practitioner in eating disorders and Obesity. Συντονίστρια σχολών γονέων. Σύμβουλος επαγγελματικού προσανατολισμού.
Email: Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.