Τι είναι το κοινωνικό άγχος; Το κοινωνικό άγχος, γνωστό και ως κοινωνική φοβία, αφορά τον έντονο φόβο ή τη δυσφορία που βιώνει ένα άτομο σε κοινωνικές καταστάσεις, όταν αλληλοεπιδρά με ένα άλλο άτομο ή με μια ομάδα, ή όταν πρέπει να κάνει μια δραστηριότητα μπροστά σε άλλους.

Κοινωνικό άγχος

Τότε, αισθάνεται φόβο και δυσφορία γιατί πιστεύει ότι θα συμπεριφερθεί με τρόπο ανάρμοστο, ότι θα ταπεινώσει ή θα προσβάλλει τους άλλους, ή ότι θα εμφανίσει συμπτώματα άγχους που θα προκαλέσουν την αρνητική αξιολόγηση και την απόρριψη.

Υπάρχουν φορές που όλοι αισθανόμαστε άγχος όταν αναμένουμε, σκεφτόμαστε ή βρισκόμαστε σε νέες ή απαιτητικές κοινωνικές καταστάσεις, αλλά το άγχος είναι παροδικό και δεν παρεμβαίνει στη ζωή μας.

Αν ένα άτομο, όμως, βιώνει έντονο άγχος συχνά και σε πολλές κοινωνικές καταστάσεις, τότε δημιουργούνται αρνητικές επιπτώσεις καθώς διαταράσσεται η καθημερινότητά του, μειώνεται η λειτουργικότητά του και περιορίζονται οι κοινωνικές του δραστηριότητες (Clark & Wells, 1995).

Σε αυτήν την περίπτωση, το άγχος μπορεί να εξελιχθεί σε κοινωνική αγχώδη διαταραχή, η οποία ορίζεται ως «Έκδηλος φόβος ή άγχος για μία ή περισσότερες κοινωνικές καταστάσεις στις οποίες το άτομο ενδεχομένως να εκτεθεί σε εξονυχιστικό έλεγχο από άλλους.

Στα παραδείγματα τέτοιων καταστάσεων περιλαμβάνονται οι κοινωνικές αλληλεπιδράσεις (π.χ. συζήτηση, συνάντηση με άγνωστα άτομα), όταν άλλοι ίσως παρατηρούν το άτομο (π.χ. όταν τρώει ή πίνει) και όταν πρέπει να εκτελέσει μια ενέργεια μπροστά σε άλλους (π.χ. να κάνει μια ομιλία)» (DSM-5, σελ. 118/APA, 2013).

Ενημερωθείτε λεπτομερώς για τη Θεραπευτική ομάδα για το Κοινωνικό άγχος ακολουθώντας το σχετικό σύνδεσμο

Άλλες κοινωνικές καταστάσεις που προκαλούν άγχος περιλαμβάνουν ένα ραντεβού, μια συνέντευξη εργασίας, ένα τηλεφώνημα, ή περιπτώσεις που το άτομο πρέπει να εκφέρει την άποψή του ή να διεκδικήσει ένα δικαίωμά του (Hoffman κ.ά., 2013).

Για να διαγνωστεί η κοινωνική αγχώδης διαταραχή, το άγχος πρέπει να είναι επίμονο και να διαρκεί τυπικά για 6 μήνες ή περισσότερο, καθώς και να προκαλεί κλινικά σημαντική δυσφορία ή έκπτωση στην κοινωνική, επαγγελματική ζωή ή σε άλλους σημαντικούς τομείς της λειτουργικότητας του ατόμου και να μην οφείλεται σε ουσίες, άλλη ψυχική διαταραχή ή ασθένεια (APA, 2013).

Το κοινωνικό άγχος μπορεί να εκφράζεται σε συγκεκριμένες καταστάσεις, σε σχέση με την απόδοση του ατόμου μόνο, και να αφορά τον φόβο που βιώνει εν όψει μιας δημόσιας ομιλίας (Blöte κ.ά., 2009). Από την άλλη, μπορεί να είναι γενικευμένο, να οδηγεί σε φόβο και πίεση σε διάφορες κοινωνικές καταστάσεις και να προκαλεί ανησυχία, αναποφασιστικότητα, κακή διάθεση, αίσθημα κατωτερότητας, ή αρνητική αυτοκριτική.

Για να το διαχειριστεί, το άτομο ίσως τελικά αποφεύγει τις κοινωνικές καταστάσεις ή τις υπομένει με έντονη δυσφορία (APA, 2013; Blӧte κ.ά., 2009).

Συμπτώματα κοινωνικού άγχους

Το κοινωνικό άγχος εκδηλώνεται μέσα από σωματικά, συναισθηματικά ή γνωσιακά συμπτώματα.

Τα σωματικά συμπτώματα περιλαμβάνουν συνήθως τρέμουλο, κοκκίνισμα, ταχυπαλμία, ζαλάδα, ναυτία, τάση λιποθυμίας, δυσκολία αναπνοής, εφίδρωση, δυσκολία συγκέντρωσης, ομιλίας ή επικοινωνίας με τους άλλους, έντονη επιθυμία φυγής, κρίση πανικού, ελάχιστη βλεμματική επαφή ή υπερβολικά σιγανή φωνή.

Τα συναισθηματικά συμπτώματα, που ενώ δεν είναι εμφανή στους άλλους το άτομο τα βιώνει έντονα, περιλαμβάνουν τον μεγάλο φόβο για κριτική ή απόρριψη, την αίσθηση κινδύνου ή απειλής, αδυναμία ή αγωνία, την επίμονη αυτοσυνείδηση ή την επίγνωση του εαυτού, ή τη χαμηλή αυτοεκτίμηση.

Σε γνωσιακό επίπεδο, τα συμπτώματα αφορούν τις αρνητικές σκέψεις και τις υποθέσεις που κάνει το άτομο για τον εαυτό του και το κοινωνικό περιβάλλον όπου βρίσκεται. Αυτές περιλαμβάνουν υπερβολικά υψηλά κριτήρια κοινωνικής απόδοσης (π.χ. «Πρέπει πάντα να έχω κάτι ενδιαφέρον να πω»), λανθασμένες και υπό όρους πεποιθήσεις σχετικά με τις επιπτώσεις της συμπεριφοράς του (π.χ. «Αν δείξω ότι είμαι αγχωμένη, οι άλλοι θα σκεφτούν ότι είμαι ανίκανη») ή απόλυτες αρνητικές πεποιθήσεις για τον εαυτό (π.χ. «Είμαι βαρετός», «Δεν αρέσω σε κανέναν», «Είμαι ανεπαρκής»).

Η ενεργοποίηση τέτοιου είδους σκέψεων και πεποιθήσεων πυροδοτούν το άγχος καθώς ωθούν το άτομο να πιστεύει ότι θα συμπεριφερθεί με τρόπο ανεπαρκή (π.χ. «Δε θα έχω τίποτα να πω», «Θα τρέμω», «Θα κοκκινήσω» κ.λπ.) ή να αξιολογεί αρνητικά την απόδοσή του («Είμαι ανίκανη», «Δεν κάνω τίποτα σωστά»).

Αυτές οι σκέψεις συνοδεύονται και ενισχύονται συχνά από μια αρνητική και παραποιημένη προσωπική εικόνα, όπως όταν το άτομο πιστεύει ότι μοιάζει «σαν παντζάρι» ενώ έχει κοκκινήσει λίγο ή όταν πιστεύει ότι οι άλλοι αντιλαμβάνονται το άγχος του («Αισθάνομαι ότι τρέμω, άρα όλοι παρατηρούν το τρέμουλό μου»).

Επίσης, ίσως προέρχονται από παλαιότερα κοινωνικά τραύματα όπως απόρριψη από τους γονείς ή εκφοβισμό από συνομήλικους (Warnock-Parkes κ.α ά., 2020, Clark & Wells, 1995).

Παράγοντες που προκαλούν ή συμβάλλουν στο κοινωνικό άγχος

Το κοινωνικό άγχος είναι αποτέλεσμα της σύνθεσης και της επιρροής διαφορετικών παραγόντων. Σε σχέση με τους βιολογικούς παράγοντες, μελέτες εστιάζουν, μεταξύ άλλων, στην αμυγδαλή που αποτελεί το κέντρο διαχείρισης των συναισθημάτων, τον προμετωπιαίο φλοιό που συμβάλλει στην αξιολόγηση του κινδύνου, και τον κινητικό φλοιό που ελέγχει τους μύες (Fox & Kalin, 2014). Καθώς η ανάλυση των παραγόντων αυτών ξεπερνά τους στόχους του παρόντος άρθρου, θα εστιάσουμε στο ρόλο της αμυγδαλής.

Η αμυγδαλή, τμήμα του μεταιχμιακού συστήματος του εγκεφάλου, η οποία συνδέεται και με άλλα τμήματα, είναι ένα σύστημα νευρώνων στο οποίο συγκεντρώνονται τα ερεθίσματα των αισθήσεων με σκοπό τη γρήγορη αντίδραση του ατόμου. Αποτελεί τον κύριο πυρήνα επεξεργασίας, ελέγχου και έκφρασης θετικών ή αρνητικών συναισθημάτων αλλά και της σύνδεσης των αναμνήσεων με αυτά, και επηρεάζει τον έλεγχο της επιθετικότητας, τη ρύθμιση της σεξουαλικής συμπεριφοράς, τη διαχείριση του φόβου αλλά και πιο πρωτόγονες αντιδράσεις επιβίωσης.

Η αμυγδαλή συμβάλλει στο πώς ένα άτομο αντιλαμβάνεται τις πληροφορίες που λαμβάνει από το εξωτερικό περιβάλλον με αποτέλεσμα, αν τις κρίνει ως απειλή, να βιώνει φόβο ή άγχος. Στη συνέχεια, ενεργοποιείται η αντίδραση του στρες «Μάχη – Φυγή – Πάγωμα», κάτι που δηλώνει τη σύνδεση της αμυγδαλής με το συμπαθητικό νευρικό σύστημα.

Επίσης, η λειτουργία της αμυγδαλής συνδέεται με τη μνήμη παλαιότερων γεγονότων με αρνητική συναισθηματική φόρτιση. Σύμφωνα με μελέτες νευροαπεικόνισης, άτομα που βιώνουν κοινωνικό άγχος, παρουσιάζουν αυξημένη διμερή διέγερση της αμυγδαλής, ένδειξη έντονης επαγρύπνησης και φόβου ως αντίδραση σε κοινωνικά ερεθίσματα (Hattingh κ.ά., 2012).

Οι κληρονομικοί παράγοντες συμβάλλουν σε ποσοστό έως περίπου 30% και αυξάνουν τις πιθανότητες ένα άτομο με συγγενείς πρώτου βαθμού που πληρούν τα κριτήρια για κοινωνική αγχώδη διαταραχή να βιώνει κοινωνικό άγχος (Brook & Schmidt, 2008).

Η ιδιοσυγκρασία του ατόμου μπορεί να του δημιουργεί υπερβολικές αναστολές όταν πρόκειται να ασχοληθεί με νέες δραστηριότητες ή να γνωρίσει άλλους ανθρώπους και συχνά αποτελεί ένα πρώιμο σημάδι κοινωνικού άγχους που εμφανίζεται σε μικρή ηλικία και εκφράζεται ως μεγάλη ντροπαλότητα μπροστά σε αγνώστους. Το οικογενειακό περιβάλλον επηρεάζει το άτομο καθώς, μέσα από την παρατήρηση των οικείων του, υιοθετεί δυσλειτουργικούς μηχανισμούς αντίδρασης, όπως αποφυγή κοινωνικών συναναστροφών ή παθητική συμπεριφορά.

Επίσης, ρόλο παίζει το γονεϊκό στυλ, ειδικά αν οι γονείς λόγω του άγχους που βιώνουν οι ίδιοι, ασκούν υπερβολικό έλεγχο στο παιδί τους, το απορρίπτουν, είναι υπερπροστατευτικοί ή γίνονται επικριτικοί. Οι αρνητικές εμπειρίες συνήθως σε μικρή ηλικία, όπως αποχωρισμός από τους γονείς, οικογενειακή βία ή εκφοβισμός από συνομήλικους, είναι παράγοντες που πυροδοτούν το άγχος όπως και η εξωτερική εμφάνιση ειδικά αν ορισμένα χαρακτηριστικά του ατόμου ξεχωρίζουν ή φαίνονται ασυνήθιστα σύμφωνα με τα κοινωνικά πρότυπα.

Επίσης, το άγχος μπορεί να πυροδοτήσει η πεποίθηση του ατόμου ότι δεν έχει επαρκείς κοινωνικές δεξιότητες. Αυτό το σημείο, όμως, είναι αμφιλεγόμενο καθώς η μειωμένη κοινωνική απόδοση, εκτός από την έλλειψη κοινωνικών δεξιοτήτων, μπορεί να οφείλεται και σε δυσλειτουργικές τεχνικές αντιμετώπισης διαχείρισης του άγχους, όπως συμπεριφορές ασφαλείας (Leahy κ.ά., 2012).

Παράγοντες που διαιωνίζουν το κοινωνικό άγχος

Το κοινωνικό άγχος διαιωνίζεται μέσα από τρεις βασικές διαδικασίες οι οποίες εμποδίζουν το άτομο να ανακαλύψει ότι οι αρνητικές σκέψεις και οι προβλέψεις του δεν είναι ρεαλιστικές, ότι οι φόβοι του είναι υπερβολικοί ή ότι οι άλλοι άνθρωποι δεν είναι εχθρικοί (Clark & Wells, 1995) καθώς:

1. Εστιάζει υπερβολικά στον εαυτό του και όχι στην κοινωνική κατάσταση στην οποία συμμετέχει, στρέφει την προσοχή του εσωτερικά για να παρατηρήσει και να ελέγξει πώς αισθάνεται και πώς πιστεύει ότι φαίνεται στους άλλους. Έτσι, συνειδητοποιεί ακόμα περισσότερο το άγχος που βιώνει, κάτι που ενισχύει τις αρνητικές του σκέψεις με αποτέλεσμα να μην επικοινωνεί με τους άλλους ή να μην παρατηρεί τη θετική τους απόκριση.

2. Χρησιμοποιεί συμπεριφορές ασφαλείας στην προσπάθειά του να αποτρέψει τα αποτελέσματα που φοβάται. Για παράδειγμα, προετοιμάζει θέματα προς συζήτηση, κρύβει το πρόσωπο με τα μαλλιά του ή με έντονο μακιγιάζ αν φοβάται ότι θα κοκκινήσει, κρατάει σφιχτά το φλυτζάνι με τον καφέ για να μη φαίνεται το τρέμουλο των χεριών του κ.λπ.. Εκτός από το ίδιο το άτομο, οι συμπεριφορές ασφαλείας επηρεάζουν αρνητικά και τους ανθρώπους γύρω του, καθώς αν φοβάται ότι θα είναι βαρετό, ελέγχει και λογοκρίνει συνεχώς ό,τι λέει και τότε οι άλλοι σκέφτονται ότι δεν ενδιαφέρεται να συζητήσει μαζί τους και είναι επιφυλακτικοί, κάτι που ενισχύει τον φόβο και το άγχος που βιώνει.

3. Αποφεύγει να συμμετέχει σε κοινωνικές καταστάσεις. Αυτή η αντίδραση ίσως μειώνει το άγχος, αλλά η ανακούφιση είναι προσωρινή καθώς η δυσφορία επανέρχεται εν όψει μιας νέας κοινωνικής κατάστασης με αποτέλεσμα να δημιουργείται ένας φαύλος κύκλος που εμποδίζει το άτομο να αντιμετωπίσει τους φόβους του, να διαχειριστεί τη δυσφορία που αισθάνεται και να είναι λειτουργικό στη ζωή του.

Επιπλοκές και αρνητικές επιπτώσεις του κοινωνικού άγχους

Χωρίς θεραπεία, τα συμπτώματα του κοινωνικού άγχους μπορεί να ενταθούν και προκαλέσουν σοβαρά προβλήματα καθώς η δυσκολία του ατόμου να επικοινωνήσει ή να αλληλοεπιδράσει με τους άλλους– οικογένεια, συναδέλφους, φίλους– επηρεάζει αρνητικά την καθημερινότητά του. Επίσης, η αποφυγή κοινωνικών καταστάσεων αποτρέπει ευκαιρίες σε προσωπικό, επαγγελματικό, κοινωνικό ή ακαδημαϊκό επίπεδο.

Για παράδειγμα, ο φόβος της συνέντευξης μπορεί να στερήσει προοπτικές για επαγγελματική ανέλιξη, η αποφυγή της γνωριμίας με νέα άτομα οδηγεί σε μοναξιά ή η συχνή αποφυγή κοινωνικών καταστάσεων καταλήγει σε απομόνωση.

Επίσης, η χρήση αλκοόλ ή άλλων ουσιών ως μέσο αντιμετώπισης του άγχους οδηγεί σε περισσότερα προβλήματα στη σωματική ή ψυχική υγεία ή στις διαπροσωπικές σχέσεις. Σε ορισμένες περιπτώσεις, το άγχος μπορεί να οδηγήσει σε κατάθλιψη, αυτοτραυματισμό, ή τάσεις αυτοκτονίας (Hofmann κ. ά., 2013).

Πώς αντιμετωπίζεται το κοινωνικό άγχος

Το κοινωνικό άγχος μπορεί να αντιμετωπιστεί με θεραπεία που βασίζεται σε ένα συγκεκριμένο και ευρέως δοκιμασμένο πρωτόκολλο.

Σύμφωνα με τους Clark και Wells, 1995, μέσα από τη θεραπεία για το κοινωνικό άγχος, το άτομο αποκτάει γνώσεις και δεξιότητες που το βοηθάνε να:

  • κατανοεί το άγχος του και τις επιπτώσεις που αυτό προκαλεί στη ζωή του
  • εστιάζει την προσοχή του στο εξωτερικό περιβάλλον και όχι στον εαυτό του
  • διαχειρίζεται τις ανησυχίες για το μέλλον και να αμφισβητεί τις αρνητικές σκέψεις αντικαθιστώντας τες με πιο ρεαλιστικές
  • μειώσει την αυτοκριτική
  • αποφεύγει τις συμπεριφορές ασφαλείας για να διαπιστώσει ότι οι φόβοι του είναι αβάσιμοι, ότι οι άλλοι άνθρωποι δεν είναι εχθρικοί ή ότι έχει τις δεξιότητες για να ανταπεξέλθει σε μια κοινωνική κατάσταση
  • διαχειριστεί τραυματικές μνήμες
  • χρησιμοποιεί τεχνικές χαλάρωσης


Γράφουν οι:

Δρ. Σοφία Πρωτόπαπα, Σύμβουλος Ψυχικής Υγείας & Σταδιοδρομίας
Ανδριάνα Σαμαρίδου, Ψυχολόγος-Ψυχοθεραπεύτρια


Πηγές:

1. American Psychiatric Association. (2013). Diagnostic and statistical manual of mental disorders (5th ed.). Arlington, VA: American Psychiatric Publishing.
Blöte, A. W., Kint, M. J., Miers, A. C., & Westenberg, P. M. (2009). The relation between public speaking anxiety and social anxiety: A review. Journal of Anxiety Disorders, 23, 305-313.
2. Brook, C. A., & Schmidt, L. A. (2008). Social anxiety disorder: a review of environmental risk factors. Neuropsychiatric Disease and Treatment, 4:123–143.
3. Clark, D. M., & Wells, A. (1995). A cognitive model of social phobia. In G. Heimberg, M. R. M. R. Liebowitz, D. Hope, & F. Scheier (Eds.), Social phobia: Diagnosis, assessment, and treatment (pp. 69–93). New York: The Guilford Press.
4. Fox, A. S., & Kalin, N. H. (2014). A translational neuroscience approach to understanding the development of social anxiety disorder and its pathophysiology. The American Journal of Psychiatry, 171(11), 1162-1173.
5. Hattingh, C. J., Ipser, J., Tromp, S. A., Syal, S., Lochner, C., & Brooks, S. J. (2012). Functional magnetic resonance imaging during emotion recognition in social anxiety disorder: An activation likelihood meta-analysis. Frontiers in Human Neuroscience, 6, 347.
6. Hofmann, S. G., Bullis, J., & Gutner, C. (2013). Social anxiety disorder: Treatment targets and strategies. In G. Simos, S. G. Hofmann, G. Simos, S. G. Hofmann (Eds.), CBT for Anxiety Disorders: A Practitioner Book (pp. 87-105). Chichester, UK: Wiley-Blackwell.
7. Leahy R. L., Holland S. J. F. & McGinn L. K. (2012). Treatment Plans and Interventions for Depression and Anxiety Disorders (2nd ed.). New York: Guilford Press.
8. Spence, S.H., & Rapee, R.M. (2016). The etiology of social anxiety disorder: An evidence-based model. Behaviour Research and Therapy, 86 (2016), pp. 50-67.
9.Warnock-Parkes, E., Wild, J., Thew, G. R., Kerr, A., Grey, N., Stott, R., Ehlers, A., Clark, D.M. (2020). Treating social anxiety disorder remotely with cognitive therapy. The Cognitive Behaviour Therapist, 13 (30): 1–20.

Συγγραφή - Επιμέλεια Άρθρου

Roots Wellness Center

roots logoΤο Θεραπευτικό κέντρο παρέχει εξατομικευμένη ψυχοθεραπεία και συμβουλευτική υποστήριξη, στα Ελληνικά και στα Αγγλικά από δίγλωσσους θεραπευτές, μέσα σε ένα ευχάριστο, ήρεμο και ασφαλές περιβάλλον, πάντα με αξιοπρέπεια και σεβασμό προς τον συνάνθρωπό.