Οι κοινωνικές ομάδες προκαλούν οι ίδιες την αποκλίνουσα συμπεριφορά με τη θέσπιση κανόνων, των οποίων η παραβίαση συνιστά αποκλίνουσα συμπεριφορά... Σύμφωνα με αυτή την άποψη, η αποκλίνουσα συμπεριφορά δεν είναι μια ιδιότητα της πράξης εκείνου που την εκτελεί, αλλά μια συνέπεια της εφαρμογής κανόνων και κυρώσεων στο πρόσωπο εκείνου που χαρακτηρίζεται από τους άλλους σαν “παραβάτης”.

Επομένως, έκτροπος είναι αυτός πάνω στον οποίο έχουν επιθέσει με επιτυχία μια παρόμοια ετικέτα και αποκλίνουσα συμπεριφορά η συμπεριφορά που έτσι τη θεωρεί ο κόσμος.» - Howard S. Becker

Την δεκαετία του 1960 μία ομάδα Αμερικάνων κοινωνιολόγων διατύπωσε μία θεωρία σχετικά με την παραβατικότητα, την λεγόμενη «θεωρία» της ετικέτας (labeling theory), μίας θεωρίας που αναπτύχθηκε μέσα στα πλαίσια του τμήματος εκείνου της κοινωνιολογίας που αποκαλείται «αποκλίνουσα συμπεριφορά» (deviant behavior).

Πολλές από τις απόψεις που διατυπώθηκαν με την θεωρία της ετικέτας, είχαν ήδη προταθεί (στις αρχές τις δεκαετίας του 1940) από τον Edwin Lemert, ο οποίος σε ένα από τα άρθρα του ισχυρίστηκε ότι. ο κοινωνικός έλεγχος αποτελεί ένα μηχανισμό μέσα από τον οποίο γεννιέται η παραβατικότητα.

Σύμφωνα με τις απόψεις αυτές, δεν είναι η παραβατικότητα το κύριο αντικείμενο μελέτης, όσο οι μηχανισμοί του κοινωνικού ελέγχου.  Αυτό σημαίνει στην πράξη ότι, αντικείμενο μελέτης δεν αποτελεί το άτομο στο οποίο επιβάλλονται οι ποινές, αλλά το υποκείμενο που τις επιβάλλει, ήτοι οι φορείς της εξουσίας.

Η αποκλίνουσα συμπεριφορά

Η θεωρία της ετικέτας συνοψίζεται συνήθως – κατά τρόπο ίσως υπερβολικά απλοϊκό-στην εξής χαρακτηριστική διαπίστωση - ορισμό:  «αποκλίνουσα συμπεριφορά είναι εκείνη η συμπεριφορά επάνω στην οποία επικολλάται η ετικέτα «αποκλίνουσα».

Η απόκλιση, δηλαδή, είναι δημιούργημα διαφόρων κοινωνικών ομάδων, οι οποίες πρώτα χαρακτηρίζουν ορισμένα άτομα ως αποκλίνοντα και ύστερα τα απομονώνουν από τους νομοταγείς πολίτες. Κατά συνέπεια, ως αποκλίνουσα συμπεριφορά δεν θεωρείται απλώς κάθε συμπεριφορά που αποκλίνει απλώς από τους παραδεδεγμένους κανόνες, αλλά κυρίως εκείνη η συμπεριφορά που είναι αποτέλεσμα αλληλενεργείας (interaction) ανάμεσα στον φορέα της συμπεριφοράς και σε όσους την προσδιορίζουν και την χαρακτηρίζουν «αποκλίνουσα».

Αυτού του είδους η συμπεριφορά εξηγείται, δηλαδή, από κοινωνικούς παράγοντες μάλλον, παρά από βιολογικούς ή ψυχολογικούς.

Με πιο απλά λόγια, θα μπορούσαμε να πούμε ότι, ως παρέκκλιση δεν ορίζεται τόσο η παραβίαση των κοινωνικών κανόνων, αλλά ο χαρακτηρισμός μίας συμπεριφοράς ως τέτοιας.

Εισηγητής βασικών αντιλήψεων γύρω από την αποκλίνουσα συμπεριφορά μπορεί να θεωρηθεί και ο Merton, του οποίου οι βασικές αντιλήψεις προαναφέρθηκαν. Αυτός επεσήμανε την ανάγκη να διερευνηθούν τα διάφορα είδη αποκλίνουσας συμπεριφοράς (όπως η εγκληματικότητα, ο αλκοολισμός κλπ.).

Ο Merton πρότεινε ακόμα να διερευνηθούν οι αντιδράσεις ως προς την αποκλίνουσα συμπεριφορά των ομάδων που συμμορφώνονται με τις κοινωνικές επιταγές, καθώς και με ποιο τρόπο οι αντιδράσεις ορισμένων ομάδων τείνουν να δημιουργήσουν ή να απαλείψουν την αποκλίνουσα συμπεριφορά.

Επίσης, o Kitsuse, για να αναφερθούμε στις κεντρικές ιδέες ορισμένων υποστηρικτών της «θεωρίας» αυτής, θεώρησε την αποκλίνουσα συμπεριφορά ως μία διαδικασία βάσει της οποίας τα μέλη μίας κοινωνίας ερμηνεύουν μία συμπεριφορά ως αποκλίνουσα, προσδιορίζουν τα άτομα που συμπεριφέρονται έτσι ως αποκλίνοντα και τέλος επιβάλλουν την προσήκουσα, κατά την γνώμη τους, μεταχείριση.

Η θεωρία της ετικέτας αναφέρεται στις συνέπειες που μπορεί να έχει ο αρνητικός χαρακτηρισμός του ανηλίκου ως εγκληματία, τόσο από κοινωνικές ομάδες όσο και από θεσμούς του επίσημου κοινωνικού ελέγχου, οι οποίες δημιουργούν κατά κάποιο τρόπο εγκληματικότητα, με το χαρακτηρισμό ορισμένων ατόμων και ομάδων και με το στιγματισμό και την απονομή εγκληματικού status.

Η ιδέα αυτή εκφράστηκε και από τον Recless ο οποίος έχει επισημάνει τον ρόλο που παίζει η περί εαυτού μας αντίληψη (self-concept) στην πρόληψη της εγκληματικότητας. Τα μη εγκληματικά πρότυπα δημιουργούν στο άτομο την αντίληψη ότι, ο εαυτός του είναι «καλός», «τίμιος», κ.λ.π. και αυτή η ιδέα περί του εαυτού μας είναι σα να δημιουργεί στεγανά σαν να τον απομονώνει από όλες τις καταστάσεις που μπορούν να τον ενθαρρύνουν να εγκληματήσει.

Διαβάστε ακόμη το σχετικό άρθρο: Η θεωρία του χαρακτηρισμού ή της ετικέτας στην ερμηνεία της παρέκκλισης .

Οι αρχές της εκάστοτε χώρας τείνουν, σύμφωνα πάντα με την ίδια θεωρία να διώκουν κάποια άτομα μόνο και μόνο επειδή αποτελούν μέλη μίας κοινωνικής ομάδας και δημιουργούν κατά κάποιο τρόπο την εγκληματικότητα με το χαρακτηρισμό ορισμένων ατόμων και ομάδων.

Οι ετικέτες επιβάλλονται κυρίως στα μέλη των ανίσχυρων κοινωνικών ομάδων (μειονότητες, φτωχοί κ.ο.κ.) από τις κυρίαρχες κοινωνικές ομάδες και από τους φορείς του επίσημου ελέγχου. Διευκρινίζεται πάντως ότι, η θεωρία της ετικέτας –όπως άλλωστε προαναφέρθηκε- μπορεί να τονίζει τις αρνητικές συνέπειες που μπορεί να έχει η επικόλληση της ετικέτας σε κάποιο άτομο, αυτό όμως δεν σημαίνει ότι υποστηρίζεται και η ακραία άποψη, ότι δηλαδή αρκεί να χαρακτηρίσει κανείς ένα άτομο ως παραβατικό για να καταστεί το άτομο αυτό παραβάτικό.

Να σημειωθεί ότι, η συμβολή της θεωρίας της ετικέτας στην ερμηνεία της παραβατικότητας των ανηλίκων υπήρξε σημαντική, καθώς οι ανήλικοι που προέρχονται από τις χαμηλότερες κοινωνικοοικονομικές τάξεις, καταγγέλλονται με μεγαλύτερη συχνότητα, θεωρούνται πιο επικίνδυνοι και συλλαμβάνονται και καταδικάζονται με μεγαλύτερη ευκολία σε σχέση με τους υπόλοιπους ανηλίκους, άλλων κοινωνικο – οικονομικών στρωμάτων.

Συγγραφή - Επιμέλεια Άρθρου

Μαρία Ελένη Αναγνωστούλη

anagnostouli eleniΣύμβουλος Ψυχικής Υγείας, Msc Εγκληματολογίας, Συμβουλευτικής και Επαγγελματικής αγωγής, Αρθρογράφος, εισηγήτρια σεμιναρίων και εκπαιδεύτρια μετεκπαιδευτικών προγραμμάτων δικαστικής ψυχολογίας, σχολικής/συμβουλευτικής ψυχολογίας και σχολικού προσανατολισμού.