Ένα ερώτημα, το οποίο απασχολεί πολλά ζευγάρια που αντιμετωπίζουν προβλήματα είναι το αν πρέπει να μείνουν μαζί για τα παιδιά ή όχι. Έρευνες υποστηρίζουν πως τα παιδιά που μεγαλώνουν σε μονογονεϊκές οικογένειες εμφανίζουν περισσότερα συμπεριφορικά προβλήματα, που σχετίζονται κυρίως με ζητήματα ελλιπούς αυτοπεποίθησης ή αυξημένης επιθετικότητας, σε σχέση με παιδιά που μεγαλώνουν παρουσία και των δύο γονέων (Dr. Usakli et al., 2013).

Προκύπτει σίγουρα ένα ζήτημα που αφορά επιπλέον στις ψυχολογικές επιπτώσεις που θα υπάρξουν σε ένα παιδί, το οποίο μεγαλώνει μεν και με τους δύο γονείς του, σε ένα περιβάλλον δε που διέπεται από συγκρούσεις, καβγάδες και έλλειψη αγάπης και συντροφικότητας, όταν οι γονείς προτάσσουν τη σημασία της φυσικής έναντι της συναισθηματικής παρουσίας. Η ανησυχία για τις συνέπειες ενός πιθανού διαζυγίου κάνουν τους γονείς πολλές φορές να διστάζουν μπροστά σε έναν επικείμενο χωρισμό.

Η προσπάθεια των ζευγαριών να αποκρύπτουν τις συγκρούσεις από τα παιδιά τις περισσότερες φορές αποβαίνει μάταια και ανέφικτη.

Ο πρώτος λόγος είναι ότι τα παιδιά αντιλαμβάνονται πολλές φορές τους καβγάδες που έχουν προηγηθεί ή αποσιωπηθεί και μάλιστα δεν εκφράζουν τις ανησυχίες τους σχετικά με αυτό αλλά τις καταπιέζουν, οδηγούμενα πολλές φορές σε επιπρόσθετους προβληματισμούς. Ο δεύτερος λόγος είναι ότι πέρα από τις ανοιχτές συγκρούσεις, το γενικότερο κλίμα εχθρότητας ανάμεσα στους γονείς, το οποίο εκφράζεται π.χ. με απομόνωση, ψυχρότητα, έλλειψη τρυφερότητας, μούτρα, αδιαφορία, περιφρόνηση, ανταγωνισμό και επικριτική συμπεριφορά, είναι εξίσου επιβλαβές για τα παιδιά.

Οι αντιδράσεις των παιδιών στη σύγκρουση διαφοροποιούνται απέναντι σε κάθε γονέα και συνδέονται με το βαθμό συναισθηματικής εμπιστοσύνης και γενικότερης ποιότητας της σχέσης με τον κάθε ένα. Το συνηθέστερο ζήτημα που προκύπτει για τα παιδιά στις περιπτώσεις αυτές είναι ένα αίσθημα μοναξιάς, καθώς αναγκάζονται να αντιμετωπίσουν μόνοι τους τα αμφιθυμικά συναισθήματα και τους προβληματισμούς τους.

Οι γονείς οι οποίοι βρίσκονται σε άσχημη ψυχολογική κατάσταση είναι πολλές φορές ελάχιστα διαθέσιμοι για τα παιδιά.

Συνειδητοποιούν απότομα ότι υπάρχουν δύο στρατόπεδα και δεν μπορούν πλέον με την ίδια ευκολία να μιλήσουν π.χ. στον ένα γονιό για τον άλλο αλλά ούτε σε κάποιον από τους δύο για τους δικούς τους προβληματισμούς, καθώς δε θέλουν να επιλέξουν ανάμεσα στα δύο στρατόπεδα. Δε γνωρίζουν γενικά αν τους <<επιτρέπεται>> να εξακολουθούν να αγαπούν και τους δύο γονείς το ίδιο.
Παράλληλα, τα παιδιά προσπαθούν να εξοπλιστούν, ώστε να αντιμετωπίσουν το κλίμα αντιπαλότητας και αυτό οδηγεί πολλές φορές σε αυξανόμενη επιθετικότητα.

Όταν δύο γονείς μένουν μαζί μόνο για το παιδί, παύουν τις περισσότερες φορές να υφίστανται ως σύντροφοι και ως ζευγάρι. Λόγω των διφορούμενων αυτών μηνυμάτων παρέχουν ένα εσφαλμένο πρότυπο σχέσης.

Η εμμονή σε έναν «άρρωστο» γάμο μπορεί τελικά να αποδειχτεί πιο επιβλαβής για τα παιδιά από ότι ένα διαζύγιο. Η εμπειρία ενός διαζυγίου δεν είναι ποτέ ευχάριστη για ένα παιδί αλλά δεν πρέπει να ξεχνάμε ότι η έντονη εχθρότητα που αναπτύσσεται ανάμεσα σε δύο γονείς που παραμένουν σε ένα δυσλειτουργικό γάμο, ενδέχεται να δημιουργήσει ψυχολογικές εμπλοκές στα παιδιά για πολύ μεγαλύτερο χρονικό διάστημα, πληγώνοντάς τα εν τέλει ανεπανόρθωτα. Τα παιδιά υποχρεώνονται ουσιαστικά να υφίστανται για μεγάλο χρονικό διάστημα τις επιπτώσεις αυτού του κλίματος χωρίς να τους παρέχονται τα σαφή δεδομένα, τα οποία χρειάζονται ώστε να προσαρμοστούν.

Όλα τα παιδιά που υφίστανται την εμπειρία ενός διαζυγίου, υφίστανται μια δύσκολη ή τραυματική διαδικασία, η οποία διαφοροποιείται αναλόγως της ηλικίας τους, του φύλου τους αλλά κυρίως της στάσης των γονέων τους. Πολλές από αυτές τις ψυχολογικές επιπτώσεις είναι κοινές και στο προστάδιο βιώματος ενός συγκρουσιακού γάμου.

Τα παιδιά βιώνουν συνήθως μία έντονη ανασφάλεια, καθώς κυριολεκτικά δε γνωρίζουν ποια είναι η καινούρια συνθήκη που πρέπει να περιμένουν. Ανησυχούν ότι το τέλος της σχέσης των γονιών τους όπως τη γνώριζαν, μπορεί να σημαίνει ότι θα πάψουν να αγαπούν και τα ίδια.

Πρόκειται για ένα έντονο συναίσθημα απώλειας και πένθους μπροστά στην απώλεια και στην αποστέρηση, που αφορά στην αναπαράσταση της οικογένειας που είχαν αποθηκεύσει μέσα τους, στον τρόπο με τον οποίο είχαν μάθει να ζουν.

Θρηνούν για τα κεκτημένα που χάνουν αλλά και για τα σχέδια που είχαν για το εγγύς μέλλον. Ορισμένα παιδιά κλείνονται στον εαυτό τους σε τέτοιο βαθμό, που εμφανίζουν μία σχεδόν καταθλιπτική εικόνα, με έντονα τα στοιχεία της ονειροπόλησης και φαντασιώσεων επανένωσης της οικογένειας.

Τα μικρά παιδιά ορισμένες φορές ενδέχεται να παλινδρομήσουν και να παρουσιάσουν απώλεια ελέγχου σφικτήρων, τραυλισμό ή και διαταραχές του ύπνου, ενώ εκδηλώνουν επιθυμία να κοιμούνται με τον γονέα.Τα συναισθήματα αυτά εναλλάσσονται συχνά με συναισθήματα θυμού απέναντι και στους δύο ή μόνο σε έναν από τους δύο γονείς, ιδίως στην εφηβική ή προεφηβική ηλικία. Εκείνοι είναι ουσιαστικά οι υπαίτιοι των αλλαγών. Σε αρκετές περιπτώσεις ο θυμός κατευθύνεται προς τη μητέρα, η οποία “διώχνει” τον πατέρα ή προς τον πατέρα, ο οποίος τους “εγκαταλείπει”. Υπάρχει πιθανότητα όλο αυτό να εκφραστεί με αυξανόμενη επιθετικότητα και παλινδρόμηση σε πιο παιδικές μορφές έκφρασης του θυμού.

Παρατηρείται έντονο άγχος αποχωρισμού από και γενικότερη αστάθεια του συναισθήματος.

Πολλά παιδιά προβληματίζονται ως προς την ευθύνη τους σε σχέση με τα προβλήματα ή το διαζύγιο των γονιών τους. Διακατέχονται από ενοχές και σκέψεις για το αν έκαναν κάτι λάθος ή αν θα μπορούσαν να διορθώσουν την κατάσταση με κάποιον τρόπο.

Στην περίπτωση ενός διαζυγίου, τα παιδιά χάνουν την καθημερινή επαφή με τον ένα γονιό, πιο συχνά με τον πατέρα. Ο δεσμός λοιπόν πατέρα- παιδιού είναι ιδιαίτερα επισφαλής μετά από ένα οριστικό διαζύγιο, ειδικά στις περιπτώσεις στις οποίες το παιδί δεν είχε προλάβει να δημιουργήσει την απαραίτητη σύνδεση με το γονέα που αποχωρεί.

Τα παιδιά φοβούνται ορισμένες φορές ότι θα χάσουν για πάντα τον γονέα που φεύγει και ο γονιός από την άλλη δυσκολεύεται αρκετά να βρει τη θέση του μέσα στην καινούρια συνθήκη που προϋποθέτει το ότι δε μοιράζεται την καθημερινότητα του παιδιού του. Ο ανεπαρκής δεσμός με τον ένα εκ των δύο γονέων τείνει να οδηγήσει σε μία ελλειμματική ανάπτυξη της προσωπικότητας του παιδιού, ειδικά όσων αφορά στις μετέπειτα σχέσεις του με τους ανθρώπους του φύλου του γονέα αυτού.

Αποκτήστε το βιβλίο Συμβουλευτική διαζευμένων γονέων, από το εξειδικευμένο βιβλιοπωλείο Ψυχολογίας της Πύλης μας.

Ιδιαίτερα συχνό στις περιπτώσεις γονεϊκής σύγκρουσης και διαζυγίου είναι ότι οι κανόνες γίνονται ασταθείς και τα όρια πλέον ασαφή.

Οι γονείς προσπαθούν πολλές φορές να γίνουν πιο ελαστικοί, είτε από ενοχές είτε από εκδικητικότητα, προσπαθώντας ουσιαστικά να αναπληρώσουν το συναισθηματικό τραύμα που προκάλεσαν ή να πάρουν τα παιδιά με το μέρος τους. Εξαιτίας αυτού καταπατούν πολλές φορές τα όρια που τίθενται από τον άλλο γονιό, αδυνατώντας να λειτουργήσουν και να συναποφασίσουν για αυτά σε ένα πλαίσιο συνεργασίας.

Αυτή η ξαφνική ελευθερία και η έντονη αστάθεια έχει σαν αποτέλεσμα την έλλειψη πειθαρχίας και την ανεξέλεγκτη εξέλιξη του χαρακτήρα του παιδιού, το οποίο βιώνει τα αντικρουόμενα μηνύματα, τάσσεται συνήθως υπέρ της πιο χαλαρής εναλλακτικής εκ των δύο γονέων και αναπτύσσεται έτσι αποφασίζοντας μόνο για τα πάντα. Πολλά παιδιά βιώνουν αυτή τη χαλαρότητα ως αδιαφορία. Το αποτέλεσμα είναι συνήθως η εξέλιξη σε παιδιά που μοιάζουν “κακομαθημένα”.

Ειδικά στην εφηβεία, μία μεταβατική περίοδο κατά την οποία ο έφηβος προσπαθεί να κάνει τα πρώτα βήματα ανεξαρτητοποίησης και να προσδιορίσει την ταυτότητά του και κατά την οποία όλα γύρω του μεταβάλλονται, το παιδί έχει έντονη ανάγκη σταθερότητας στο οικογενειακό πλαίσιο, ώστε να νιώσει αρκετά σίγουρο και δυνατό. Μόνο έτσι θα μπορέσει να αναπτύξει την ταυτότητά του μέσα σε ένα πλαίσιο ασφάλειας.

H συμμαχία του παιδιού με έναν από τους δύο γονείς, συμβάλλει στη διατήρηση της σύγκρουσης μεταξύ τους.

Εμποδίζει το ζευγάρι να αντιμετωπίσει τους πραγματικούς λόγους τις διαφωνίας του και επικεντρώνεται στη διεκδίκηση του παιδιού. Άλλα παιδιά προσπαθούν να αναλάβουν το ρόλο του συνεργάτη και να αντικαταστήσουν εκείνον που έχει φύγει. Συχνό αποτέλεσμα σε αυτές τις περιπτώσεις είναι το λεγόμενο <<γονεϊκό>> παιδί, το οποίο αναλαμβάνει αρμοδιότητες ενήλικα, όπως π.χ. η λήψη αποφάσεων σχετικά με τη ρύθμιση της επικοινωνίας. Το παιδί εγκλωβίζεται σε μία αντιστροφή ρόλων, που προκύπτει από τις απαιτήσεις των γονιών του.

Σε όλες τις περιπτώσεις, τα ψυχολογικά προβλήματα εκδηλώνονται κυρίως όταν το παιδί βρίσκεται στο μέσον της σύγκρουσης, όταν είναι μάρτυρας σε σκηνές εχθρότητας μεταξύ δυο ανθρώπων που αγαπάει και πρέπει να αποφασίσει για το δίκιο. Η επικοινωνία των γονέων είναι ο ακρογωνιαίος λίθος για την ψυχική υγεία των παιδιών.

Ακόμη και σε περίπτωση που οι γονείς αποφασίσουν πως το διαζύγιο είναι τελικά η καλύτερη λύση, υπάρχουν ορισμένες συστάσεις, οι οποίες στοχεύουν στον περιορισμό του τραύματος:

Καλούνται να το ανακοινώσουν στα παιδιά τους όταν το έχουν αποφασίσει και σχεδιάσει σίγουρα και αμετάκλητα και όταν θα είναι έτοιμοι να τους εξηγήσουν με σιγουριά και τις πρακτικές εξελίξεις. Συστήνεται να είναι παρόντες και να μιλήσουν και οι δύο, ώστε να δείξουν στα παιδιά ότι πρόκειται για μία κοινή απόφαση. Η απόδοση ευθυνών πρέπει να αποφεύγεται ενώ απόλυτα σημαντικό είναι να καθησυχάζονται τα παιδιά ως προς το ότι δεν υπάρχει καμία υπαιτιότητα από την πλευρά τους και ως προς την αδιαμφισβήτητη και σταθερή αγάπη τους προς εκείνα. Τα παιδιά πρέπει να νιώθουν ασφάλεια και υποστήριξη και η σχέση του πρώην ζευγαριού πρέπει να διατηρεί ένα άψογο επίπεδο επικοινωνίας, καθώς θα ανταποκρίνονται πλέον όχι στο συντροφικό αλλά στο γονεϊκό τους ρόλο.

Σημαντικό είναι η επαφή με τον γονέα που φεύγει να εξακολουθήσει να είναι συχνή και απαλλαγμένη από αστάθεια, ανταγωνισμό και διαιώνιση της σύγκρουσης.

Η ερώτηση αν οι δύο γονείς πρέπει να παραμείνουν μαζί για χάρη των παιδιών λοιπόν δεν έχει εύκολη απάντηση. Πολλά παιδιά που έχουν βιώσει έναν έντονα συγκρουσιακό γάμο, αντιμετωπίζουν με ιδιαίτερη ανακούφιση το χωρισμό, καθώς ηρεμεί η ατμόσφαιρα στο σπίτι και τα δεδομένα είναι πλέον πιο ξεκάθαρα. Το σαφές μήνυμα ενός διαζυγίου είναι μία νέα συνθήκη, στην οποία ένα πολύ μεγάλο ποσοστό των παιδιών έχουν τη δυνατότητα να προσαρμοστούν. Το πρώτο βήμα καλείται πάντα να είναι η προσπάθεια για την επίλυση των διαφορών. Παράλληλα όμως πρέπει να είναι σαφές ότι δεν έχει σημασία μόνο το αν οι γονείς είναι παντρεμένοι αλλά πρωτίστως η ποιότητα της σχέσης τους.

Διαβάστε επίσης στην Πύλη μας τα σχετικά άρθρα:

Πώς να πούμε στο παιδί μας ότι χωρίζουμε;

Είναι πάντα κακό ένα διαζύγιο;

Προτεινόμενη βιβλιογραφία:

Surviving the Breakup: How Children and Parents Cope with Divorce. J.S. Wallerstein, J.B. Kelly. Basic Books. New York, 1980. 341 pp.

Dr. Hakan Usakli (2013). Comparison of Single and Two Parents Children in terms of Behavioral Tendencies. International Journal of Humanities and Social Science. Vol. 3. No. 8.

Baker, L. R., McNulty, J. K., & VanderDrift, L. E. (2017). Expectations for future relationship satisfaction: Unique sources and critical implications for commitment.. Journal of Experimental Psychology: General, 146, 700-721.

De Wayne Moore, Deborah F. Hotch (1982). Parent-adolescent separation: The role of parental divorce. Journal of Youth and Adolescence. Volume 11, Issue 2, pp 115–119

Συγγραφή Άρθρου

Βαϊζίδου Χριστίνα - Ψυχίατρος

Βαϊζίδου Χριστίνα: έχει επιβεβαιωθεί από το Psychology

Οι πληροφορίες που αναφέρονται στον επαγγελματικό κατάλογο ειδικών παρέχονται από τους ίδιους τους ειδικούς, κατά την εγγραφή τους στο σύστημα. Όταν βλέπετε την ένδειξη «έχει επιβεβαιωθεί από το Psychology”, σημαίνει ότι το Psychology έχει ελέγξει, με email, τηλεφωνικά ή/και με λήψη των σχετικών εγγράφων, τα ακόλουθα στοιχεία:

  • Ότι ο ειδικός είναι υπαρκτό πρόσωπο.
  • Ότι τα πτυχία οι τίτλοι και οι εξειδικεύσεις που αναφέρει είναι αληθινά.
  • Ότι οι πληροφορίες που αναφέρει ισχύουν.

Ψυχοφαρμακολογική και ψυχοθεραπευτική παρακολούθηση για όλο το φάσμα των ψυχιατρικών παθήσεων ενηλίκων.Το θεραπευτικό πλάνο διαμορφώνεται εξατομικευμένα αναλόγως των αναγκών του ασθενούς.