Το φλέγον ζήτημα της συνεπιμέλειας τέκνων έχει ανοίξει το τελευταίο διάστημα ένα debate απόψεων ως προς το πραγματικό συμφέρον του παιδιού. Το δίπολο που διχάζει την ελληνική κοινωνία επικεντρώνεται στο εάν το Οικογενειακό Δίκαιο πρέπει να δώσει ή όχι το νομικό προβάδισμα στην εφαρμογή της ισότητας μεταξύ των δύο γονέων.

Μονομερής γονική μέριμνα

Το Υπουργείο Δικαιοσύνης αναμένεται να προχωρήσει σε επαναριθμήσεις του Οικογενειακού δικαίου για τον χρόνο που θα μοιράζονται οι δύο γονείς με το παιδί και τον παράγοντα της εναλλασσόμενης κατοικίας.

Και ναι, η συνεπιμέλεια θεωρείται μια μορφή επανάστασης για τα ελληνικά δεδομένα. Στην Ελλάδα, το καθεστώς της μονομερούς γονικής μέριμνας που αφορούσε αποκλειστικά την μητέρα έρχεται να ανατραπεί, αναμορφώνοντας τον κοινωνικό ιστό και  επαναβαφτίζοντας με νέο όνομα την σύγχρονη οικογένεια με διαζευγμένους γονείς.

Η άρνηση για συνεπιμέλεια δεν συνεπάγεται απαραίτητα την πεποίθηση ότι θα βλάψει το παιδί. Πολλές φορές είναι μια παρόρμηση του εγωισμού μας να αντιπαρατεθούμε και να πούμε όχι, λόγω πεποιθήσεων ή κινήτρου κάποιων γυναικών  να τιμωρήσουν τον πατέρα.

«Μήπως πολλές φορές δεν κάνουμε debate για το συμφέρον του παιδιού, αλλά κάνουμε για το δικό μας»;

Σύμφωνα, λοιπόν, με την Εταιρία Ελλήνων Ψυχολόγων (ΕΛΨΕ) και τα αιτήματα των «Ενεργών Μπαμπάδων για τα δικαιώματα του παιδιού», η απόδοση της επιμέλειας στην μητέρα, συνυφασμένη με την ανατροφή του παιδιού ως αποκλειστικό της δικαίωμα, αναδύει ορισμένα τρωτά σημεία καθώς γενικά συνιστά περισσότερο ένα νομολογιακό έθιμο που κυριαρχεί ιδίως στην Ελλάδα.

Οι αμφισβητήσεις από τους υπέρμαχους της συνεπιμέλειας

Το σπάσιμο της οικογενειακής αλυσίδας που οδηγεί στο διαζύγιο έχει πλέον μετατραπεί σε άλλη μια μάστιγα της τελευταίας δεκαετίας, με την συντριπτική πλειοψηφία των ζευγαριών να έχουν ανήλικα τέκνα.

Ποιος, λοιπόν, από τους δύο θα αναλάβει την ευθύνη των παιδιών; Γιατί αμφισβητείται η μονομερής γονική ευθύνη και επιμέλεια της μητέρας;

Αυτό που πρωτίστως επισημαίνεται είναι να ανατραπεί η θεωρία της «βιοκοινωνικής ανωτερότητας της μητέρας», που ως όρος καθίσταται αόριστος και επιστημονικά μη τεκμηριωμένος. Μπορεί η φύση να έχει προικίσει τη γυναίκα να κυοφορήσει και να γεννήσει το παιδί, να το θηλάσει και να συνδεθεί μαζί του ως η κυρίαρχος φιγούρα φροντίδας και ταύτισης, όμως αυτό δεν αποτελεί πάτημα για την ανωτερότητά της, παραγκωνίζοντας την φιγούρα και την αξία του πατέρα.

Έπειτα, η ανισομερής και ασύμμετρη συμμετοχή των γονέων στην καθημερινή ζωή και την βιωματική ανατροφή του παιδιού δημιουργεί ένα ψυχοκοινωνικό ρήγμα στην συναισθηματική ανάπτυξη και εξέλιξη του παιδιού. Ο αποκλεισμός του ενός γονέα φτωχοποιεί το παιδί σε ποικίλους τομείς. Όσα εφόδια αποκομίζει το παιδί από την μητέρα τόσα πρέπει να παίρνει και από τον πατέρα σαν πρότυπο.

Ακόμη, την ώρα που στην Ελλάδα το συγκρουσιακό πνεύμα βράζει υπέρ ή κατά της συνεπιμέλειας, επιστημονικές μελέτες από τον χάρτη της Ευρώπης παρουσιάζουν τα ευεργετικά αποτελέσματα της συνεπιμέλειας σε ένα ευρύ φάσμα πραγμάτων.

Αναφέρεται, λοιπόν, ότι τα παιδιά παρουσιάζουν καλύτερη ψυχοσωματική λειτουργία η οποία περιλαμβάνει μια εξασθένιση φαινομένων κατάθλιψης, άγχους, ψυχικού τραύματος και γενικής ψυχικής δυσφορίας, μειωμένη τάση επιθετικότητας και εμφάνισης προβλημάτων συμπεριφοράς, μειωμένα ποσοστά εξαρτήσεων ή χρήσης αλκοόλ και ουσιών, ανεπτυγμένη σχολική επίδοση και γνωστική λειτουργία, καλύτερη σωματική υγεία, χαμηλότερα ποσοστά καπνίσματος, και τέλος καλύτερες σχέσεις με τους γονείς και με το ευρύτερο οικογενειακό περιβάλλον όπως τους παππούδες και τις γιαγιάδες.

Επίσης, η από κοινού νομική ευθύνη που τίθεται στους γονείς σχετικά με την ιατρική μέριμνα, και τις αποφάσεις στη σχολική και θρησκευτική αγωγή του παιδιού παρατηρείται να προάγει την γενικότερη ευημερία των παιδιών.

Τα παιδιά ωφελούνται μέσα από την εμπειρία της συνεπιμέλειας, ακόμη και αν οι σχέσεις μεταξύ των γονέων είναι ωμές και συγκρουσιακές.

Όπως στον έγγαμο βίο το ζευγάρι μοιράζεται από κοινού τις αρμοδιότητές του και τις ευθύνες του, έτσι και στους διαζευγμένους γονείς η συνεπιμέλεια εφαρμόζεται ακριβώς για να διασφαλιστεί η ισορροπία. Πρέπει να διατηρηθεί η ισομερής ανάθεση της γονικής ευθύνης και να μην διακόπτεται λόγω του διαζυγίου. Τα δικαιώματα του παιδιού πρέπει να θεωρούνται κοινά και αδιάσπαστα για την κοινωνία.

Πώς ορίζουμε το πραγματικό συμφέρον του παιδιού;

Εντρυφώντας τώρα στην ουσία των παραμέτρων της συνεπιμέλειας, θα λέγαμε πως δεν υπάρχει γενικά και αόριστα πραγματικό συμφέρον του παιδιού.

Το πραγματικό συμφέρον συνεπάγεται συγκεκριμένων προϋποθέσεων. Έχουμε, λοιπόν, ένα συγκεκριμένο παιδί, που ήρθε στον κόσμο από συγκεκριμένη μητέρα και πατέρα που παρουσιάζουν διαφορετικούς χαρακτήρες και προσωπικότητες και μοναδική ψυχοπαθολογία.

Πολλοί γονείς αδυνατούν πρακτικά να ασκήσουν την συνεπιμέλεια λόγω επαγγελματικών απαιτήσεων, όπως οι ναυτικοί, ιπτάμενοι και εργαζόμενοι που αναγκάζονται να ταξιδεύουν συνεχώς στο εξωτερικό. 

Αυτό το δεδομένο δεν εξυπηρετεί το συμφέρον του παιδιού για ισομερή χρονική κατανομή. Παρατίθενται ορισμένοι τρόποι που επιλύουν την πρακτική αυτή δυσκολία, με το να συνεχίζουν να λαμβάνονται κοινές αποφάσεις για το παιδί και να οριστεί η κύρια διαβίωση στην κατοικία του ενός γονέα. Προσφέρεται επίσης η δυνατότητα να οριστεί μια συγκεκριμένη κατοικία για το παιδί που θα είναι σταθερή με την εναλλαγή των γονέων.

Αυτές τις λύσεις υιοθετεί η Παιδοψυχιατρική Εταιρία Ελλάδος ως προς τα πρακτικά κωλύματα της καθημερινότητας που αντιμετωπίζουν οι γονείς. Επομένως, η συνεπιμέλεια δεν διαταράσσεται, υπάρχει ευελιξία και δεν θεωρείται μονόδρομος η αυστηρά ισομερής χρονική κατανομή των γονέων στις περιπτώσεις που υπάρχει πρακτική δυσκολία.

Κάθε οικογένεια χρήζει διαφορετικής αντιμετώπισης

Σε γενικές γραμμές, είναι αδύνατο να σχηματίσουμε μια σφαιρική αντίληψη για το πραγματικό συμφέρον του παιδιού, γιατί δεν μπορούμε να γνωρίζουμε τη δομή και την σύσταση της κάθε οικογένειας.

Κάθε οικογένεια περνάει τον δικό της μαραθώνιο καθώς αντιμετωπίζει συγκεκριμένα προβλήματα και ανάγκες. Το τι ταιριάζει σε κάθε οικογένεια απαιτεί μια πολυσχιδή προσέγγιση.  Κάθε περίπτωση διαζυγίου είναι μοναδική και περίπλοκη. Δεν υπάρχει το καθολικό και αόριστο συμφέρον του παιδιού, ούτε το ιδανικό. Υπάρχει το πολύ συγκεκριμένο συμφέρον για το κάθε παιδί μεμονωμένα.

Όταν οι γονείς διατηρούν τις σχέσεις τους με θετικό πρόσημο και βάζουν την συνειδητή συναίνεσή τους στην εφαρμογή της συνεπιμέλειας, αυτό δύναται να βοηθήσει πολύπλευρα το παιδί. Όταν οι γονείς δεσμεύονται από κοινού για την ανατροφή του παιδιού και ό,τι συνεπάγεται με αυτή, τότε το παιδί δεν βιώνει την στέρηση του ενός ή του άλλου γονέα, απορροφά όλα τα σημαντικά ερεθίσματα και εμπειρίες που του δίνονται δίχως να παρακμάζει η ποιότητα ζωής του.

Όταν η συνεπιμέλεια οξύνει τις σχέσεις και το παιδί γίνεται πιόνι στις διαθέσεις των γονέων!

«Το πρόβλημα δεν είναι η συνεπιμέλεια, είναι η υπάρχουσα σχέση μας με τον άλλον».

Στις περιπτώσεις που εμφανίζεται γονική διαμάχη και αντιδικία, το συμφέρον του παιδιού φαίνεται να επισκιάζεται και να τίθεται σε ρίσκο.

Το παιδί πολύ συχνά μετατρέπεται σε αντικείμενο εξουσίας ενός από τους δύο γονείς και σε πάτημα με σκοπό την εκδίκηση και την τιμωρία. Το πάθος του γονέα να διεκδικήσει τα δικαιώματά του και να κερδίσει νομικά αυτό που θέλει παραλύει την επιθυμία του να προστατεύσει το παιδί και να μην το συντρίψει ψυχολογικά, με αποτέλεσμα το ίδιο να αισθάνεται με έμμεσο τρόπο σαν μοχλός πίεσης.

 Ακόμη και αν νομοθετικά εφαρμοστεί η συνεπιμέλεια στην οικογένεια, σε σύντομο χρόνο ο ένας από τους δύο θα επιχειρήσει να διεκδικήσει την αποκλειστική επιμέλεια του παιδιού. Εν τω μεταξύ όμως το παιδί θα έχει απορροφήσει μέσα του ανυπολόγιστη ψυχική ταλαιπωρία, έντονο στρες, θυμό, ψυχαναγκασμό μέσα από την πίεση των γονέων να επιλέξουν με ποιόν προτιμούν να ζούνε, και τέλος ψυχολογική βία που αποτελεί τροχοπέδη στην ψυχοκοινωνική και πνευματική εξέλιξη καθώς και την διαμόρφωση μιας ανθεκτικής προσωπικότητας.

Η επαναλαμβανόμενη έκθεση του παιδιού σε διαμάχες που θυμίζουν εμπόλεμη ζώνη μπορεί να γίνει πηγή μακροχρόνιου στρες και κρίσεων πανικού. Μεγαλώνοντας το παιδί είναι πιθανό να έχει φτωχές συμπεριφορικές και κοινωνικές δεξιότητες.

Οι γονείς ως πρότυπα συμπεριφοράς και πεποιθήσεων

Για τα παιδιά προσχολικής ηλικίας και δημοτικού καταλαβαίνουμε ότι είναι εξαιρετικά τραυματικό να βιώνουν τις διαμάχες των γονέων τους σαν μάρτυρες.

Παρόλο που ο παιδικός εγκέφαλος είναι ακόμη ανώριμος, αφουγκράζεται κάθε λέξη, χειρονομία και συμπεριφορά που αποκωδικοποιούνται στην μνήμη σκιαγραφώντας μια αρνητική και προβληματική πεποίθηση της οικογένειας.

Η επιθετικότητα μεταβιβάζεται ως πρότυπο μίμησης και στα παιδιά, τα οποία πιθανώς να την υιοθετήσουν στις μελλοντικές διαπροσωπικές τους σχέσεις, ώστε να εμπλέκονται και τα ίδια σε ανασφαλείς, επιθετικές και  ανθυγιεινές αλληλεπιδράσεις. Βεβαίως, παρατηρείται ότι όταν οι γονείς επιμένουν να υπόκεινται στη διένεξη και στο πνεύμα αντιλογίας αποπροσανατολίζονται από τις ανάγκες των παιδιών και δεν δείχνουν την επαρκή προσοχή τους με αποτέλεσμα να παραγκωνίζονται, να απομονώνονται και να νιώθουν «κομπάρσοι» σε πεδίο μάχης.

Οι προβληματισμοί για την ακαταλληλότητα του ενός γονέα

Αυτά τα φαινόμενα είναι μεγάλο μέρος της πραγματικότητας, παρόλα αυτά είναι δύσκολο να αποδειχθεί η αρνητική συμπεριφορά του κάθε γονέα και για τον λόγο αυτό προτάσσεται η σκέψη για σύνταξη παιδοψυχιατρικών γνωματεύσεων  που θα καταδεικνύουν την ακαταλληλότητα του άλλου γονέα, ακόμη και αν συνεπάγεται με αρνητική συνέπεια για το παιδί. Βέβαια, παραμένει απροσδιόριστο εάν θα συνυπολογίζεται η γνώμη και η προτίμηση του παιδιού όταν δεν επιθυμούν οι γονείς να μπαίνουν στην διαδικασία εναλλασσόμενης κατοικίας. Σε αυτό το κομμάτι, προβλέπεται πάντως ότι τα παιδιά, ακόμη και αν οι γονείς διατηρούν άριστη επικοινωνία, να προτιμούν διαμονή σε ένα σταθερό περιβάλλον.

Επιβαρυντικοί παράγοντες που παρεμποδίζουν την συναινετική διαδικασία

Η διαφορετική φιλοσοφία διαπαιδαγώγησης και ανατροφής, οι διαφορετικές πεποιθήσεις και η θρησκευτική αγωγή, συνιστούν καθοριστικοί παράγοντες που μπορεί να κλονίσουν  την συναινετική διαδικασία και διάθεση. Σε πολλά διαζύγια ο λόγος διαζυγίου ίσως να υπήρξε μια από αυτές τις παραμέτρους, οπότε καταλαβαίνουμε πως οι διαφορές που δεν κατάφεραν οι γονείς να διαχειριστούν όταν συμβίωναν, καλούνται τώρα να επιλύσουν υπό συνθήκες διαχωρισμού.

Τα τελικά συμπεράσματα:

Όλοι αυτοί οι παράγοντες αίρουν το συμπέρασμα ότι δεν ενδείκνυται πάντοτε η υποχρεωτική επιβολή της συνεπιμέλειας καθώς μπορεί να επιφέρει καταστροφικές επιπτώσεις στην ψυχοσύνθεση του παιδιού. Ο δικαστής καλό θα ήταν να διαθέτει μια διακριτική ευχέρεια στο να ορίζει την συνεπιμέλεια και ακολούθως να προάγει την καλύτερη δυνατή εφαρμογή της για την κάθε οικογένεια, όταν διαπιστωθεί ότι θα λειτουργήσει ευεργετικά, ασχέτως αν συμφωνούν ή όχι οι γονείς, οι οποίοι ως επί το πλείστον διαπληκτίζονται για τις οικονομικές διαφορές και τα περιουσιακά στοιχεία.

Εδώ, βέβαια, αναδεικνύεται η ανεπάρκεια του ελληνικού δικαίου στην παροχή εξειδικευμένων οικογενειακών δικαστών, που θα συνοδεύονται από εξειδικευμένους ψυχολόγους ή κοινωνικούς λειτουργούς ώστε να αξιολογούν ολιστικά τα ενδοοικογενειακά προβλήματα κάθε σπιτιού. Ένα τέτοιο εγχείρημα χρήζει εμπειρίας στο θέμα αυτό, γνώσης και ευαισθησίας με σκοπό την αντικειμενική εκτίμηση της οικογένειας και την εξυπηρέτηση του συμφέροντος του παιδιού.

Στην πραγματικότητα, οι γονείς προβληματίζονται περισσότερο για το πώς θα μιλήσουν στο παιδί τους για το διαζύγιο, αμελώντας όλο το υπόλοιπο που ακολουθεί.

Ανοιχτοί στην συμβουλή των ειδικών

Οι γονείς που πρόκειται να λύσουν τα δεσμά τους και να χωρίσουν θα ήταν πολύ βοηθητικό να συμβουλευτούν έναν επαγγελματία ψυχικής υγείας για να διαχειριστούν όσο πιο ειρηνικά και αποτελεσματικά την επικοινωνία και την σχέση τους προσδιορίζοντας και εντάσσοντας σε αυτήν τις ανάγκες και το συμφέρον του παιδιού. Στην Ελλάδα ο μητρικός ρόλος θεωρούνταν ανώτερος και πιο ισχυρός. Η κυρίαρχη κουλτούρα για τον ρόλο του πατέρα ανασηκώνει μια θύελλα αντιδράσεων για το πόσο άγνωστη και αντίθετη με το πατροπαράδοτο θα είναι η νέα μορφή του.

Η συνεπιμέλεια: Μια σημαντική ανάσα για την μητέρα

Σε μία συναινετική σχέση, εκτός του ότι το παιδί ωφελείται, ωφελείται και η μητέρα η οποία μέχρι στιγμής καλούνταν να φέρει εις πέρας τους πολλαπλούς ρόλους της με το βάρος της αποκλειστικής ευθύνης του παιδιού χωρίς στήριγμα.

Ουσιαστικά μια γυναίκα διαζευγμένη, με ανήλικα παιδιά και εργασία ήταν ένας μαραθώνιος για την ίδια, τόσο σωματικός όσο και ψυχολογικός. Με την άσκηση της συνεπιμέλειας, η μητέρα μοιράζεται την ευθύνη με τον πατέρα διαθέτοντας περισσότερο προσωπικό χώρο και χρόνο να χτίσει και να αναμορφώσει τους ρόλους της, την εργασία της, τις υποχρεώσεις της, την ψυχολογία της και την προσωπική της ζωή. Έτσι, απαλλάσσεται η ίδια από την εξουθένωση, ενισχύοντας το κίνητρό της και την ενέργειά της να προσφέρει περισσότερο στο παιδί. 

Διαβάστε ακόμη: Συνέντευξη για το διαζύγιο και τη συνεπιμέλεια με τον Καθηγητή Ψυχολογίας, Ηλία Κουρκούτα.

Η συνεπιμέλεια σβήνει το αποτύπωμα της γονικής αποξένωσης

Από την άλλη, η συνθήκη της συνεπιμέλειας δεν θα επιφέρει άλλο το σύνδρομο της γονικής αποξένωσης, όπου το παιδί  πάσχει από έναν συναισθηματικό βιασμό, βιώνοντας τον εαυτό του ως όμηρο του πατέρα ή της μητέρας υιοθετώντας την συμπεριφορά που του υπαγορεύει για να μην αντιμετωπίσει την οργή του. Από την άλλη παλεύει με ψευδείς αναμνήσεις, όταν δηλαδή η εικόνα του απόντος γονέα αντικαθίσταται από μνήμες που δεν έχουν αντιστοιχία με την πραγματικότητα.

Το φαινόμενο της γονικής αποξένωσης ορίζεται και για τον γονέα που έχανε την επιμέλεια, ο οποίος βίωνε μια περίοδο πένθους που συμβολικά αντιστοιχούσε με θάνατο του παιδιού. Η απώλεια του παιδιού, συνήθως από τον πατέρα, άλλαζε ριζικά τη ζωή του, ο οποίος έπρεπε να βρει απόθεμα δύναμης να προσαρμοστεί στην νέα συνθήκη χωρίς να τραυματιστεί ψυχικά.

Για το παιδί η οικογένεια είναι ένα αρτιμελές σώμα. Όταν αυτή διασπάται το παιδί νιώθει σαν να ακρωτηριάζονται τα πόδια του σώματος και μένει μισό. Η οικογένεια είναι ο κόσμος του παιδιού και μετέπειτα η κοινωνία. Όσα λάθη μπορούμε να αποφύγουμε τόσο το καλύτερο για τις σχέσεις μεταξύ γονέων και γονέων – παιδιού.

Πρέπει να αντιληφθούμε ότι τόσο ο μητρικός όσο και ο πατρικός ρόλος είναι οι δύο πολύτιμοι λίθοι που σμιλεύουν ένα μικρό διαμάντι και που θα πρέπει να λάμπει από ευτυχία, ευημερία και ευγνωμοσύνη.

«Εμείς είμαστε ο κόσμος του παιδιού και το παιδί είναι ο δικός μας κόσμος».
«Η ενδόμυχη ευχή κάθε παιδιού χωρισμένης οικογένειας, ίσως είναι και η δική μας πραγματική ευχή».


Πηγή
: Ελληνική Ψυχολογική Εταιρεία  - Coparenting and Child Well-being - Urban Child Institute

Συγγραφή - Επιμέλεια Άρθρου

Παναγιώτα Ντελιοπούλου

deliopoulouBSc University of Sheffield (UK), MSc Κλινική Ψυχολόγος, University of Central Lancashire (UK). Εκπαίδευση στις τεχνικές αποτελεσματικού γονέα της Gordon Hellas. Εμπειρία στη στήριξη κακοποιημένων παιδιών και εφήβων. Θεραπευτικές προσεγγίσεις μέσω της Τέχνης.