Ακρόαση άρθρου......

Η συνάντηση της ψυχανάλυσης με τον κινηματογράφο ήταν αναπόφευκτα μοιραία να συμβεί σε έναν σε έναν χώρο συγκροτημένης γλώσσας εικόνων, συμβόλων και αναπαραστάσεων. Σε έναν χώρο πρωτόγονης επιθυμίας και ονειρικής φαντασίωσης. «Είναι προφανής η λειτουργία της εργασίας του ονείρου στον κινηματογράφο, ,όπως το κατανοεί η ψυχαναλυτική πράξη.

To όνειρο θα κατακτήσει τη θέση που του αξίζει στην κινηματογραφική παραγωγή» (Μπακιρτζόγου, 2012).

Ο Σουηδός σκηνοθέτης I.Bergman, με σαφείς επιρροές από την ψυχανάλυση διεισδύει, με πάνω από 60 ταινίες ταινίες στο ανθρώπινο ασυνείδητο φέρνοντας στο φως όλες τις σκιές του.

Στο έργο του «Φθινοπωρινή σονάτα» (1978), επιχειρεί μια «ανοιχτή επέμβαση» στον σύνθετο δεσμό της σχέσης μητέρας-κόρης, στους μηχανισμούς, τα διαγενεακά τραύματα, τον ομφάλιο λώρο που δεν κόβεται ποτέ, την Απουσία.

Μια μητέρα (Charlotte) που παραμέλησε την οικογένειά της για χάρη της καριέρας της ως πιανίστρια, ξανασμίγει µε την μεγαλύτερη κόρη της ( Εva) έπειτα από χρόνια και επιχειρεί να συμφιλιωθεί μαζί της κατά τη διάρκεια μιας νύχτας γεμάτη με οδυνηρές αποκαλύψεις.

Μια απούσα μητέρα που αφήνει κάτι οδυνηρά ανοιχτό στην σχέση με την κόρη, άδεια σχεδόν από αντικείμενα και ταυτίσεις, με ένα έλλειμμα που δε γεμίζει ποτέ.

Το παρελθόν τους αναδύεται και η Eva κατηγορεί τη μητέρα της ότι κατέστρεψε τη ζωή της ίδιας και της άρρωστης μικρότερης αδερφής της (Helena), την οποία η Charlotte είχε εγκαταλείψει σε ίδρυμα,.

Ή μητέρα ιδιότροπη, δυναμική και εγωκεντρική και η κόρη πάντα κάτω από τη σκιά της ανίσχυρη και άβουλη. Μια υπόκωφη ιστορία εξιλέωσης μιας σχέσης αμφιθυμίας που ταλαντεύεται ανάμεσά στην αγάπη και το µίσος.

Η ερμηνεία του τραύματος με βάση τις αντικειμενότροπες σχέσεις

Σύμφωνα με την οπτική της ψυχολογίας του Εγώ, οι ενορμήσεις (δηλαδή η επιθετικότητα και η σεξουαλικότητα) είναι πρωτογενείς, ενώ οι σχέσεις με το αντικείμενο δευτερογενείς.

Εξειδικευμένες Ψηφιακές Υπηρεσίες για Επαγγελματίες Ψυχικής Υγείας .
Διαχείριση Social Media, Διαφήμιση στη Google, Υποστήριξη Επαγγελματικής Ιστοσελίδας, Προβολή στο PSYCHOLOGY.GR, χτίσιμο διαδικτυακού brand...

Από την άλλη πλευρά, η θεωρία των αντικειμενοτρόπων σχέσεων υποθέτει ότι οι ενορμήσεις έρχονται στο προσκήνιο πάντοτε στο πλαίσιο μιας σχέσης (π.χ. η δυάδα βρέφους – μητέρας) και ως εκ τούτου δεν μπορούν να διαχωριστούν από το αντικείμενο.

Η ανάπτυξη αυτής της θεωρίας οδήγησε στην απόρριψη της ψυχο-οικονομικής προσέγγισης του τραύματος ως μιας ανυπόφορης ποσότητας διέγερσης που πλημμυρίζει το Εγώ. Η ίδια η σχέση του παιδιού με το αντικείμενο απέκτησε πιθανό τραυματικό χαρακτήρα.

Η ύπαρξη μιας βαθιάς και έντονης σχέσης μεταξύ του παιδιού και του τραυματογόνου αντικειμένου αξιολογήθηκε ως η βασική παράμετρος που καθόριζε την τραυματική διάσταση ενός γεγονότος.

Το κύριο παθογόνο στοιχείο ήταν το γεγονός ότι το «πλήγμα» προερχόταν από ένα άτομο στο οποίο το παιδί είχε επενδύσει την κάλυψη των αναγκών του για φροντίδα και προστασία. Η θεώρηση του τραύματος μέσω των αντικειμενοτρόπων σχέσεων οδήγησε στην υπόθεση ότι σε συνθήκες σοβαρού τραυματισμού καταρρέει όχι μόνο η αναπαράσταση του αντικειμένου αλλά κυριότερα η επικοινωνία μεταξύ των αναπαραστάσεων του εαυτού και του αντικειμένου, που είναι εκείνη που παρέχει στο παιδί μια ανακουφιστική αίσθηση ηρεμίας και ασφάλειας.

Καθώς το εσωτερικευμένο αντικείμενο σιωπά και παύει πλέον να λειτουργεί ως ενσυναισθητικός διαμεσολαβητής μεταξύ του εαυτού και του περιβάλλοντος, το παιδί-θύμα κατακλύζεται από συνειδητές και ασυνείδητες φαντασιώσεις κατακερματισμού, συγχώνευσης, αποσύνθεσης και αφανισμού του εαυτού.

Στις Σκιές του έρωτα: τα μάτια που με κοίταξαν
Μια υπαρξιακή προσέγγιση για τις σχέσεις, τον έρωτα, την αγάπη, τον σεξουαλικό πόθο.
Συγγραφέας: Πέτρος Θεοδώρου, Εκδόσεις: PSYCHOLOGY.GR

Η θεωρία των αντικειμενοτρόπων σχέσεων φέρνει στο προσκήνιο την πρωταρχική σημασία που έχουν οι πρώιμες αλληλεπιδράσεις παιδιού-φροντιστή, ιδίως η σχέση μητέρας-βρέφους, για την ομαλή ψυχολογική ανάπτυξη του παιδιού. Όταν η πρώιμη αυτή αλληλεπίδραση είναι ποιοτικά κατάλληλη και ποσοτικά επαρκής, ενισχύει την ανθεκτικότητα και το ψυχικό σθένος του παιδιού, ενώ όταν είναι ελλιπής και προβληματική, τραυματίζει σοβαρά τον ψυχισμό του (Freud,1923; Winnicott, 1960; Κlein, 2008; Hurvich, 2003; Bohleber & et., 2010).

Ανάλυση χαρακτήρων

Η Charlotte έχει μια μεγάλη επαγγελματική πορεία ως πιανίστρια, με μεγάλη αναγνώριση και κονσέρτα σε όλο τον κόσμο. Η ταινία σκιαγραφεί μια γυναίκα δυναμική, που, όπως η ίδια υπονοεί, είναι «ψύχραιμη, ξεκάθαρη και σκληρή».

Αγωνίζεται με αυτοπειθαρχία για να θριαμβεύσει και με τον τρόπο αυτό να ικανοποιήσει την ανάγκη ύπαρξης ενός μεγαλειώδους εαυτού. Η ναρκισσιστική αυτή λειτουργία συνεπικουρείται από την ταύτισή της με το εξιδανικευμένο αντικείμενο που εκπροσωπεί ο Chopin.

Για τη Charlotte , ο Chopin βιώνεται ως το έμβλημα ναρκισσιστικής επάρκειας. Τον περιγράφει ως «υπερήφανο, παθιασμένο, βασανισμένο και με ανδρισμό». Για την Charlotte ο «ανδρισμός» αντιπαρατίθεται προς τη «σαχλή γυναικούλα...».

Οι δύο αυτές έμφυλες ταυτότητες συνάδουν με την ενδοψυχική της δομή, που χαρακτηρίζεται από τη σχάση των «απόλυτα καλών» από τα «απόλυτα κακά» αντικείμενα που συνθέτουν τον ανεπαρκή με τον μεγαλειώδη εαυτό. Κοινό χαρακτηριστικό των ανθρώπων με ναρκισσιστική δομή προσωπικότητας είναι ο βαθύτερος εσωτερικός τρόμος για την ανεπάρκειά τους. Η παραπάνω ναρκισσιστική εικόνα επιβεβαιώνεται και από τα συναισθήματα ντροπής και ενοχής που εκφράζει η Charlotte καθώς και από τον φόβο της ότι θα εκτεθεί στους άλλους αν τα εκφράσει ( McWilliams, 2020).

Η Charlotte φαίνεται να απουσιάζει από τη ζωή των παιδιών της, όπως και η ίδια βίωσε την απουσία της δικής της μητέρας. Με αυτό τον τρόπο το τραύμα της εγκατάλειψης, που δεν έτυχε
πένθους στην πρώτη γενιά, παραδίδεται στη δεύτερη: η Εva και η Helena βρίσκονται αντιμέτωπες με ένα νηπενθές αντικείμενο, όπως και η έζησε Charlotte με τη δική της μητέρα.

Η απουσία

«καθρεφτίσματος» στο μητρικό βλέμμα είχε ως αποτέλεσμα η Charlotte να μην κατορθώσει να ανακαλύψει τον «πραγματικό εαυτό» της για να μπορέσει «να αρχίσει να υπάρχει».

Επιπλέον, η απουσία της μητέρας, και κυρίως της «ρέμβης» της, είχε ως αποτέλεσμα οι ανάγκες της Charlotte να μείνουν απερίεκτες και η ίδια να ζει την αγωνία της αναζήτησης του θαυμασμού και της αναγνώρισης στα εξωτερικά αντικείμενα που λειτουργούν ως αντικείμενα ρύθμισης της αυτοεκτίμησης και εντέλει ως αντικείμενα που κατευνάζουν τον τρόμο της απαξίωσης που ισοδυναμεί με τρόμο κατακερματισμού. Κρατάει αποστάσεις από τις σχέσεις της και η συναισθηματική εμπλοκή της πυροδοτεί τον τρόμο της εξάρτησης οποία πυροδοτεί τον τρόμο της εγκατάλειψης, της την απουσία ενός κατευναστικού εσωτερικού αντικειμένου (Kernberg, 1975).

Charlotte και Eva

Η Εva υπάρχει στο μέτρο που εξυπηρετεί τις ανάγκες της μητέρας της, είναι μέρος του «κοινού» στο oποίο η Charlotte «καθρεπτίζεται» – όταν τη βλέπει αντιλαμβάνεται μόνο τις δικές της ανάγκες, φοβούμενη ότι το αντικείμενο-Εva είναι άπληστο και θα την κατακλύσει με τις δικές του ανάγκες: «ήθελα να με φροντίσεις. Να με πάρεις αγκαλιά και να με παρηγορήσεις… ήθελα να σε αγαπήσω αλλά φοβόμουν τις απαιτήσεις σου».

Η Έva λέει στην μητέρα της, ότι ως παιδί την έχει καταστρέψει και η πιο καταστροφική πράξη που έχει υποστεί από εκείνη είναι η άμβλωση που έκανε η Εva ύστερα από απαίτηση της μητέρα της. Τελικά φαίνεται ότι η Εva έχει καταστρέψει κάτι από τον εαυτό της. Προς το στο τέλος της ταινίας σκέφτεται να αυτοκτονήσει και η φιγούρα της μπλέκει στο σκηνικό ενός νεκροταφείου, είναι γκρίζα σαν πέτρα. Στην τελευταία της επιστολή προς Charlotte που διαβάζεται στο τέλος της ταινίας, η Εva ζητά συγγνώμη για το ξέσπασμά της και αναλαμβάνει την πλήρη ευθύνη για την κυριολεκτική και μεταφορική απόσταση τώρα ανάμεσα τους.

Στο τέλος μένει σε θέση υποτέλειας, ελπίζοντας (όπως στην αρχή) στην επιστροφή της μητέρας της. Το γράμμα της Εva από το οποίο αρχίζει και τελειώνει η ταινία υποδηλώνει ότι ο ίδιος ο χαρακτήρας είναι δεσμευμένος μέσα σε μια μορφή κυκλικότητας, που περιέχεται λαχτάρα και στασιμότητα (Αποστολοπούλου et al 2018).

Charlotte και Helena

Η επαναλαμβανόμενη εγκατάλειψη και η απόσταση της Charlotte από την Helena καθίστανται φανερές τόσο από το ιστορικό της σχέσης τους όσο και από τον τρόπο με τον οποίο συμπεριφέρεται (ή δεν συμπεριφέρεται) απέναντι της. Ένα χαρακτηριστικό σημείο αυτής της ψυχικής απόστασης, που αγγίζει έως και την πλήρη άρνηση της ύπαρξής της, είναι το ακόλουθο: «Πίστευα πως ήσουν ακόμη στο ίδρυμα. Θα είχα έρθει να σε δω. Αλλά είναι καλύτερα έτσι.».

Αυτή η ολιγόλεπτη πρώτη συνάντησή τους χαρακτηρίζεται από την πλήρη αδυναμία της Charlotte να κατανοήσει όσα με άναρθρους ήχους προσπαθεί να της πει η Helena. Αυτή η αδυναμία επικοινωνίας μπορεί να εκληφθεί ως συμβολική της απόστασης που υπάρχει ανάμεσά τους και της άρνησης της Charlotte να αποδεχθεί την αναπηρία της κόρης της. Εξάλλου, αυτή είναι και η τελευταία φορά που οι δυο τους συναντιούνται στη διάρκεια της ταινίας.

Όταν αργότερα θα φύγει, η Charlotte θα πει στον Paul: «Γιατί δεν πεθαίνει;». Η πραγματικότητα, ως μια υπενθύμιση της ύπαρξης της Helena , που η ίδια φροντίζει να αρνείται συνεχώς Η συνάντηση τους όμως είναι μια βίαιη πρόσκρουση με την πραγματικότητα,. Μια απώθηση που επανέρχεται βίαια στην επιφάνεια ως εφιάλτης (Αποστολοπούλου, et al., 2018).

Επίλογος

O Ingmar Bergman αναφέρει: «Για µένα η κόλαση ήταν ένας φοβερά υποβλητικός τόπος / πάντοτε όμως θεωρούσα ότι βρίσκεται πάνω στη γη. Η κόλαση δημιουργείται από τους ίδιους τους ανθρώπους. Πάνω στη γη!».

Αυτή λοιπόν την αναμέτρηση µε την προσωπική µας κόλαση, επιχειρεί να αποτυπώσει στην Φθινοπωρινή Σονάτα. Στην αναμέτρηση µητέρας-κόρης η µία είναι ο καθρέφτης της άλλης. Τα τραύματα της μητέρας φαίνεται να κληρονομούνται στην κόρη και η δυστυχία της µητέρας φαίνεται να γίνεται δυστυχία της κόρης. Οι δύο ηρωίδες παλεύουν και αυτές µε τους προσωπικούς τους δαίμονες προσπαθώντας να εξιλεωθούν, να αγαπήσουν και να αγαπηθούν σε µια ύστατη προσπάθεια να κρατήσουν ζωντανή όχι µόνο τη σχέση τους αλλά και τον ίδιο τον εαυτό τους μέσα από μια διαδικασία που διέρχεται κάποιο θύμα μια τραυματικής εμπειρίας ή ενός ανεπίλυτου πένθους μέχρι να φτάσει στο επίπεδο της συγχώρεσης ή επανόρθωσης ή χρήσης του αντικειμένου ( Klein, 2008; Winnicott, 1969).

 «Μην μου παίρνετε τους δαίμονές μου, γιατί μπορεί να φύγουν και οι άγγελοί μου» - Rainer Maria Rilke


Βιβλιογραφία

Bohleber, W., & Destructiveness, I. (2010). Trauma: The Identity Crisis of Modern Psychoanalysis.

Hurvich, M. (2003). The place of annihilation anxieties in psychoanalytic theory. Journal of the American Psychoanalytic Association, 51(2), 579-616.
Freud, S. (1923). Die infantile Genitalorganisation–The Infantile Genitalorganization: An Interpolation into The Theory of Sexualitiy. The Complete Psychological work of Sigmund Freud, Vol. 19, London (T Bergman, I. (1988). The magic lantern: an autobiography. Viking Press.he Hogarth Press) 1966.
Kernberg, O. F. (1975). Borderline conditions and pathological Narcism, New York (Jason Aronson) 1975.
Klein, M & Riviere, J. (2008). «Η Αγάπη και το Μίσος: η ανάγκη της επανόρθωσης». Αθήνα: Κονιδάρης.
McWilliams, N. (2000). Ψυχαναλυτική διάγνωση. Επιµέλεια Αναγνωστοπούλου Τ. Τριλίβα Σ. Αθήνα: Ελληνικά Γράμµατα.
Winnicott, D. W. (1960). The theory of the parent-infant relationship. International Journal of Psycho-Analysis, 41, 585-595.
Winnicott, D. W. (1969). The use of an object. International journal of psycho-analysis, 50, 711-716.
Αποστολοπούλου, Α., Ίσαρη, Φ., και Τσαμπαρλή-Κιτσαρά, Α. (2018). «Φθινοπωρινή Σονάτα» του Ι. Μπέργκμαν: οπτικοακουστική ανάλυση της σχέσης μητέρας-κόρης υπό το φίλτρο των θεωριών των αντικειμενότροπων σχέσεων. Στο Ίσαρη, Φ., και Μαλικιώση-Λοίζου, Μ. (επιμ.), Η Ποιοτική Έρευνα στη Συμβουλευτική Ψυχολογία. Αθήνα: εκδ. Πεδίο. https://www.researchgate.net/publication. 21/ 11/2021
Μπακιρτζόγου, Σ, ( 2012)H συνάντηση της ψυχανάλυσης με τον κινηματογράφο.
http://www.epekeina.gr  20/11/2021

Συγγραφή - Επιμέλεια Άρθρου

Ειρήνη Ρόκα

eirini rokaΣωματική Ψυχοθεραπεύτρια.
Μέλος της PESOPS & EABP.