Η βασική αρχή στην οποία στηρίζεται η θεωρία της ρεαλιστικής σύγκρουσης είναι ότι ο ανταγωνισμός μεταξύ ομάδων έχει ως αποτέλεσμα αρνητικές διομαδικές σχέσεις και συμπεριφορές.

Ρεαλιστική σύγκρουση

Με άλλα λόγια, η πραγματική (ή και φανταστική) σύγκρουση των συμφερόντων δύο ή περισσότερων ομάδων για περιορισμένους πόρους -δηλαδή για κάποια αγαθά «εν ανεπαρκεία», όπως το κύρος, το χρήμα ή μια νίκη- δημιουργεί ρεαλιστική σύγκρουση μεταξύ των ομάδων, με αποτέλεσμα τις αρνητικές διομαδικές στάσεις και συμπεριφορές (βλ. Brown,1995).

Πειράματα πεδίου του Sherif

Τα πειράματα πεδίου του Sherif (1967) και των συνεργατών του, που σχεδιάστηκαν για τον εμπειρικό έλεγχο της θεωρίας της ρεαλιστικής σύγκρουσης, θεωρούνται πλέον κλασικά στο χώρο των διομαδικών σχέσεων. Στα πειράματα αυτά, γνωστά και ως «πειράματα των θερινών κατασκηνώσεων», έλαβαν μέρς αγόρια ηλιίας περίπου 12 ετών.

Στην τυπική διαδικασία (αν και υπήρξε ένας αριθός πειραμάτων με κάποιες παραλλαγές) μια ομάδα 20-25 παιδιών, σχετικά ομοιογενής ως προς κάποια βασικά κοινωνικά, φυσικά και ψυχολογικά χαρακτηριστικά, έφτανε στην κατασκήνωση.

Τα παιδιά, που δεν γνωρίζονταν μεταξύ τους πριν έρθουν στην κατασκήνωση, χωρίζονταν σε δύο ομάδες αμέσως μόλις έφταναν, με αποτέλεσμα η κάθε ομάδα να αγνοεί την ύπαρξη της άλλης. Για κάποιο χρονικό διάστημα οι δύο ομάδες δεν έρχονταν σε επαφή μεταξύ τους και καθεμία είχε τις δικές της δραστηριότητες.

Αξίζει να σημειωθεί ότι όταν τα παιδιά ενημερώθηκαν για την ύπαρξη της άλλης ομάδας, ενδιαφέρθηκαν να συμμετάσχουν σε κάποια ανταγωνιστική δραστηριότητα (π.χ. έναν αθλητικό αγώνα).

Στη δεύτερη φάση του πειράματος οι ερευνητές διοργάνωσαν αθλητικούς αγώνες μεταξύ των δύο ομάδων, στους οποίους οι νικητές θα έπαιρναν κάποιο έπαθλο.

Σε αυτές τις συνθήκες ρεαλιστικής σύγκρουσης η συμπεριφορά των μελών της κάθε ομάδας απέναντι στα μέλη της άλλης ήταν εχθρική και συχνά επιθετική.

Με κάθε ευκαιρία, η μια ομάδα έδειχνε αρνητικές στάσεις απέναντι στην άλλη, προσπαθούσε να τη μειώσει και παράλληλα να εξυψώσει τη δική της θέση. Αυτή η κατάσταση σύντομα γενικεύτηκε και σε μη ανταγωνιστικές περιστάσεις (π.χ. στην τραπεζαρία κατά τη διάρκεια των γευμάτων).

Μείωση της διομαδικής σύγκρουσης και προκατάληψης

Στην τρίτη φάση του πειράματος οι ερευνητές δημιούργησαν τέτοιες συνθήκες ώστε οι δύο ομάδες έπρεπε να ενώσουν τις δυνάμεις τους για την επίτευξη ενός κοινού στόχου. Για παράδειγμα, το αυτοκίνητο που θα έφερνε στην κατασκήνωση μια ταινία, την οποία όλα τα παιδιά ήθελαν να δουν, «πάθαινε βλάβη» και, για να φτάσει, έπρεπε όλα τα παιδιά να ενώσουν τις δυνάμεις τους και να το σπρώξουν.

Η εισαγωγή τέτοιων στόχων κοινού συμφέροντος είχε ως αποτέλεσμα τη μείωση της διομαδικής σύγκρουσης και της προκατάληψης.

Οι έρευνες του Sherif και των συνεργατών του έδειξαν σαφώς ότι η σύγκρουση συμφερόντων μπορεί να οδηγήσει σε αρνητικές διομαδικές στάσεις και διομαδική σύγκρουση.

Είναι επίσης φανερό ότι η θεωρία της ρεαλιστικής σύγκρουσης προτείνει μια σημαντική ερμηνεία για τα στερεότυπα και την προκατάληψη. Όπως επισημαίνει ο Brown (1995), δεν είναι τυχαίο ότι τα στερεότυπα για τους αλλοεθνείς συνήθως συμβαδίζουν με τις εξελίξεις στις διεθνείς σχέσεις.

Για παράδειγμα, τα στερεότυπα των Ελλήνων για τους Τούρκους (και αντιστρόφως) είναι μάλλον αρνητικά, ενώ των Ελλήνων (ειδικά των νέων) για τους Γερμανούς δεν πρέπει να είναι πια τόσο αρνητικά όσο ήταν την εποχή της γερμανικής κατοχής στην Ελλάδα.

Το πρόβλημα της θεωρίας της ρεαλιστικής σύγκρουσης

Η θεωρία της ρεαλιστικής σύγκρουσης παρουσιάζει όμως ένα βασικό πρόβλημα: δεν μπορεί να ερμηνεύσει τις περιπτώσεις όπου εμφανίζεται διομαδικός ανταγωνισμός χωρίς να υπάρχει, εμφανώς τουλάχιστον, σύγκρουση συμφερόντων.

Ο Tajfel και οι συνεργάτες του προσπαθησαν να διερευνήσουν αυτό το πρόβλημα με μια σειρά από κλασσικά πλεόν πειράματα στο χώρο των διομαδικών σχέσεων. Στο κλασικό πειραματικό υπόδειγμα των ελάχιστων ομάδων εξετάστηκαν οι «ελάχιστες» προϋποθέσεις που είναι αναγκαίες για την εμφάνιση διομαδικού ανταγωνισμού.

Ελάχιστες προϋποθέσεις για διομαδικό ανταγωνισμό

Η πρόφαση που δόθηκε στα υποκείμενα ήταν ότι έπαιρναν μέρος σε μια μελέτη για τη λήψη αποφάσεων.

Τα υποκείμενα χωρίστηκαν σε δύο ομάδες, υποτίθεται με βάση τις αισθητικές προτιμήσεις που είχαν εκφράσει για τα έργα δύο ζωγράφων (του Klee και του Kandinski), αλλά στην πραγματικότητα η κατάταξη είχε γίνει με τυχαίο τρόπο.

Το κάθε υποκείμενο γνώριζε σε ποια ομάδα ανήκε το ίδιο (ομάδα Klee ή ομάδα Kandinski), ενώ το μόνο που γνώριζε για τα άλλα υποκείμενα ήταν ένας κωδικός αριθμός και η ομάδα στην οποία ανήκαν.

Το κάθε υποκείμενο έπρεπε να μοιράσει βαθμούς -που μεταφράζονταν σε κάποιο χρηματικό ποσό- σε ζεύγη άλλων υποκειμένων. Το ένα μέλος του ζεύγους ανήκε στην ίδια ομάδα με το υποκείμενο, δηλαδή στην ενδοομάδα, και το άλλο μέλος ανήκε στην άλλη ομάδα, δηλαδή στην εξωομάδα.

Τα υποκείμενα δεν έδιναν ποτέ βαθμό στον εαυτό τους, για να μην υπάρχει προσωπικό κίνητρο στον τρόπο βαθμολόγησης. Για τη βαθμολογία τα υποκείμενα έπρεπε να διαλέξουν ένα ζεύγος αριθμών από κάποιους πίνακες που είχαν ετοιμάσει οι ερευνητές.

Τα αποτέλεσματα έδειξαν ότι οι μαθητές είχαν την τάση να διαλέγουν ζεύγη αριθμών κατά τρόπο ώστε να δίνουν περισσότερους βαθμούς στα μέλη της ενδοομάδας απ' ό,τι στα μέλη της εξωομάδας, έδειχναν δηλαδή ενδοομαδική εύνοια.

Διομαδική διάκριση

Τα πειράματα του Tajfel και των συνεργατών του, καθώς και άλλων ερευνητών που χρησιμοποίησαν το πειραματικό υπόδειγμα των ελάχιστων ομάδων, έδειξαν ότι η απλή κατηγοριοποίηση, ακόμη κι αν στηρίζεται σε ένα αυθαίρετο και χωρίς σημασία κριτήριο, είναι ικανή να προκαλέσει διομαδική διάκριση, δηλαδή εύνοια για την ενδοομάδα και ταυτόχρονα μείωση της εξωομάδας.

Το παρόν άρθρο αποτελεί αδειοδοτημένο απόσπασμα από το βιβλίο Εισαγωγή στην Κοινωνική Ψυχολογία που κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Πεδίο.

Συγγραφή - Επιμέλεια Άρθρου

Χρύσα Πράντζαλου

e psy logo twitter2Τμήμα Σύνταξης της Πύλης Ψυχολογίας Psychology.gr
Επιμέλεια και συγγραφή άρθρων, μετάφραση & απόδοση ξενόγλωσσων άρθρων.
Επικοινωνία: editorial @psychology.gr