Η επιστήμη της Ψυχολογίας είναι σχεδόν μια νέα επιστήμη. Το 19ο αιώνα η Ψυχολογία αποκτά πειραματικό χαρακτήρα καθώς όσα φαινόμενα (κοινωνικά, βιολογικά, γνωστικά κ.α.) απασχολούν τον άνθρωπο δοκιμάζονται στα «εργαστήρια» ως πειραματικές συνθήκες.

Μέχρι σήμερα έχουμε μια πληθώρα από πειραματικούς σχεδιασμούς που μας βοηθούν να κατανοήσουμε το τρόπο με τον οποίο λειτουργεί η κοινωνία αλλά και ο κάθε άνθρωπος ξεχωριστά ως μια αυτόνομη οντότητα. Υπάρχουν ωστόσο κάποια πειράματα τα οποία έχουν μείνει στην ιστορία, άλλα για την πρωτοτυπία τους και τις χρήσιμες εφαρμογές τους και άλλα για τις σκληρές και αντιδεοντολογικές τους συνθήκες. 

Λοβοτομή

Η λοβοτομή σαν τεχνική χρησιμοποιήθηκε για πρώτη φορά τον 19ο αιώνα με σκοπό την καταπολέμηση των ψυχικών παθήσεων και διαταραχών. Η διαδικασία είχε ως στόχο την καταστροφή συγκεκριμένων τμημάτων του μετωπιαίου λοβού στον εγκέφαλο. Για να γίνει αυτό, οι χειρουργοί είτε άνοιγαν τρύπες στον εγκέφαλο, ώστε να εισέλθουν στα επιθυμητά τμήματα, είτε χρησιμοποιούσαν βελόνα η οποία διερχόταν από το αυτί ή από το βολβό του ματιού. Το 1930 ο A. Moniz καθιέρωσε τη διοχέτευση οινοπνεύματος στα τμήματα του εγκεφάλου (αντί των εργαλείων που χρησιμοποιούνταν μέχρι τότε) για την καταστροφή τους. Είκοσι χρόνια μετά το 1950 ο W. Freeman πραγματοποιούσε τις χειρουργικές επεμβάσεις με την παρουσία κόσμου κάνοντας παράλληλα και περιοδείες. Η τεχνική της λοβοτομής μάλιστα χρησιμοποιήθηκε από τον ίδιο για την περίπτωση ενός αγοριού που η μητέρα του το θεωρούσε άτακτο. Οι επιπτώσεις τις λοβοτομής ήταν ανεπανόρθωτες αλλά και θανατηφόρες.

Συρμάτινες «μητέρες» Χάρλοου

Μέχρι τη δεκαετία του 60’ η προσκόλληση του βρέφους στη μητέρα θεωρούνταν μια ενστικτώδης διαδικασία. Το μωρό γνωρίζει πως θα λάβει τροφή από την μητέρα άρα γι’ αυτό το λόγο την προσεγγίζει. Με άλλα λόγια η αγάπη για την μητέρα προσδιοριζόταν από την παροχή τροφής. Όμως το πείραμα του Χ. Χάρλοου ήρθε να αλλάξει τα δεδομένα. Δημιούργησε δύο μητέρες-μαϊμούδες, η μία με σύρμα και η άλλη με ύφασμα.

Μόνο η συρμάτινη «μητέρα» διέθετε ένα μηχανισμό από τον οποίο χορηγούσε γάλα στις νεογέννητες μαϊμούδες. Όπως μπορεί να γίνει κατανοητό τα νεογέννητα αντιμετώπισαν σοβαρό πρόβλημα προσαρμογής καθώς αποχωρίστηκαν από τις βιολογικές τους μητέρες για τις ανάγκες του πειράματος. Τα νεογέννητα μη έχοντας κοντά τους τις βιολογικές τους μητέρες άρχισαν να αποκτούν προσκόλληση με την υφασμάτινη μητέρα. Αν και η συρμάτινη μητέρα ήταν αυτή η οποία παρείχε γάλα, τα νεογέννητα προτίμησαν την αίσθηση ζεστασιάς και ασφάλειας που παρείχε η υφασμάτινη μητέρα. Σαν αποτέλεσμα ήταν να προτιμούν την συρμάτινη «μητέρα» μόνο για την κάλυψη των διατροφικών αναγκών αλλά να περνούν περισσότερη ώρα με την υφασμάτινη. Φάνηκε λοιπόν πως ένα νεογέννητο δεν έχει ανάγκη μόνο την πρόσληψη τροφής αλλά έχει ανάγκη και την μητρική αγκαλιά και ζεστασιά για την ομαλή ανάπτυξή του.

Προσπαθούμε να δικαιολογήσουμε τις επιλογές μας, ώστε να αποκτήσουν νόημα:

Πείραμα γνωστικής ασυμφωνίας

Το 1959 ο Ψυχολόγος L.Festinger δημιούργησε μια πειραματική συνθήκη ζητώντας από τους συμμετέχοντες να εκτελέσουν συγκεκριμένες ανιαρές ενέργειες. Αφού ολοκληρώθηκε το πείραμα το κάθε άτομο πληρώθηκε είτε με 1 δολάριο είτε με 20 δολάρια ώστε να προσπαθήσει να προσεγγίσει και άλλους συμμετέχοντες λέγοντας τους πως η όλη διαδικασία ήταν άκρως ενδιαφέρουσα.

Αρκετοί από εσάς θα υποστηρίξετε πως τα άτομα που πληρώθηκαν περισσότερο θα είχαν κίνητρο να προσεγγίσουν περισσότερα άτομα. Λάθος. Οι συμμετέχοντες που πληρώθηκαν μόνο με ένα δολάριο περιέγραφαν τη διαδικασία ως πιο ενδιαφέρουσα από ότι πραγματικά ήταν. Τα άτομα με την μικρότερη πληρωμή προσπάθησαν να νιώσουν καλύτερα μειώνοντας την ασυμφωνία που ένιωθαν λόγω της χαμηλής πληρωμής τους και της βαρετής διαδικασίας.

Η επιστήμη της Ψυχολογίας είναι σχεδόν μια νέα επιστήμη. Το 19ο αιώνα η Ψυχολογία αποκτά πειραματικό χαρακτήρα καθώς όσα φαινόμενα (κοινωνικά, βιολογικά, γνωστικά κ.α.) απασχολούν τον άνθρωπο δοκιμάζονται στα «εργαστήρια» ως πειραματικές συνθήκες.Μέχρι σήμερα έχουμε μια πληθώρα από πειραματικούς σχεδιασμούς που μας βοηθούν να κατανοήσουμε το τρόπο με τον οποίο λειτουργεί η κοινωνία αλλά και ο κάθε άνθρωπος ξεχωριστά ως μια αυτόνομη οντότητα.

Υπάρχουν ωστόσο κάποια πειράματα τα οποία έχουν μείνει στην ιστορία, άλλα για την πρωτοτυπία τους και τις χρήσιμες εφαρμογές τους και άλλα για τις σκληρές και αντιδεοντολογικές τους συνθήκες.

Πείραμα με τον μικρό Άλμπερτ (John Watson)

Ένα από τα πιο διάσημα και αμφιλεγόμενα πειράματα πραγματοποιήθηκε το 1920 στο πανεπιστήμιο Johns Hopkins από τον John Watchon και τους συνεργάτες του. Το πείραμα είχε ως σκοπό να αποδείξει την επιρροή του περιβάλλοντος στη συμπεριφορά μας, και πως οποιοδήποτε ερέθισμα μπορεί να μετατραπεί σε φοβία. Για τις ανάγκες του πειράματος χρησιμοποιήθηκε ο 9 μηνών Άλμπερτ ο οποίος πριν την πειραματική συνθήκη δεν έδειχνε καμία φοβία στα ζώα και ειδικότερα στους άσπρους αρουραίους. Το επόμενο στάδιο του πειράματος ήταν να συνδυαστεί η παρουσία του αρουραίου με ένα δυνατό ήχο που τρόμαζε τον μικρό Άλμπερτ. Το αποτέλεσμα ήταν πως στο τέλος του πειράματος ο μικρός Άλμπερτ φοβόταν όχι μόνο τον μικρό άσπρο αρουραίο αλλά και μέσω της γενίκευσης οποιοδήποτε γούνινο αντικείμενο.

Πείραμα συμμόρφωσης ( Solomon Asch)

Το 1951 στο κολλέγιο του Swarthmore ο Solomon Asch συγκέντρωσε ένα γκρουπ ανθρώπων δίνοντάς τους την οδηγία να διαλέξουν ποια από τις τρεις γραμμές ήταν ίδια σε μέγεθος με τηναρχική γραμμή που είχε εμφανίσει στις αρχές του πειράματος. Εκτός από τον ένα συμμετέχοντα (ο οποίος δε γνώριζε προφανώς τις συνθήκες), οι υπόλοιποι ήταν ηθοποιοί και ο σκοπός τους ήταν να αποπροσανατολίσουν τον εκάστοτε συμμετέχοντα. Αυτό που ήθελε να διαπιστώσει ο Asch ήταν αν ο συμμετέχοντας θα συμμορφωνόταν στην απάντηση που έδινε το σύνολο των άλλων συμμετεχόντων-ηθοποιών παρά την προφανή διαφορά στο μήκος των γραμμών. Οι 37 από τους 50 συμμετέχοντες συμφώνησαν με το σύνολο παρά τις ισχυρές ενδείξεις για το αντίθετο.

Κοινωνική Απόφαση (Muzafer Sherif)

Το καλοκαίρι του 1954 ο MuzaferSherif δημιούργησε μια πειραματική συνθήκη χρησιμοποιώντας νεαρούς κατασκηνωτές (από μια καλοκαιρινή κατασκήνωση) οι οποίοι δε γνώριζαν πως οι ομαδάρχες τους ήταν ερευνητές. Έτσι χωρίστηκαν σε δύο μεγάλες ομάδες οι οποίες δεν είχαν καμία επαφή μεταξύ τους παρά μόνο όταν πραγματοποιούσαν ανταγωνιστικές δοκιμασίες. Οι ομαδάρχες-ερευνητές προσπαθούσαν να κρατήσουν και τις δύο ομάδες σε ένταση, ασκώντας τους πίεση για ανταγωνισμό για την επίτευξη μιας νίκης στα παιχνίδια που είχαν διοργανώσει.

Σε εκείνο το σημείο ο MuzaferSherif δημιούργησε προβλήματα πρώτων αναγκών, ( όπως η έλλειψη νερού) τα οποία χρειαζόταν τη συνεργασία και των δύο ομάδων οι οποίες πριν από αυτό βρισκόταν σε πλήρη ανταγωνισμό. Σαν αποτέλεσμα, οι δύο ομάδες συνεργάστηκαν παρά τις αρχικές τους διαφορές ώστε να επιτευχθεί ο κοινός στόχο που ήταν η εύρεση νερού.

Συγγραφή - Επιμέλεια Άρθρου

Χρήστος Πηλίτσης

pilitsisΨυχολόγος, University Of East London, Amc
Συνεργάτης του psychology.gr - Συγγραφή άρθρων.

Email: Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.