Το σύνδρομο Asperger είναι μια αναπτυξιακή διαταραχή, διεθνώς αναγνωρισμένη που έγινε γνωστή από το Βιεννέζο γιατρό, Hans Asperger πριν από πενήντα χρόνια, όταν αυτός δημοσίευσε την πρώτη περιγραφή της συμπεριφοράς των παιδιών με αυτό το σύνδρομο. Παρόλα αυτά, το σύνδρομο Asperger αναγνωρίστηκε, επίσημα, ως διαταραχή το 1994 οπότε και προστέθηκε στο Διαγνωστικό και Στατιστικό Εγχειρίδιο (DSMIV).

Πρόκειται για νευρολογικές διαταραχές (μικρής ή μεγαλύτερης έντασης) στη γλώσσα, στις επικοινωνιακές δεξιότητες, στις επαναλαμβανόμενες κινήσεις αλλά και στη σκέψη και συμπεριφορά. Τα άτομα με σύνδρομο Asperger είναι ικανά να λειτουργήσουν στην καθημερινή ζωή αλλά είναι κοινωνικά ανώριμα γι’ αυτό και συχνά θεωρούνται ως ιδιόρρυθμα και εκκεντρικά. Αρκετές φορές τα συμπτώματα αυτού του συνδρόμου συγχέονται με άλλα προβλήματα συμπεριφοράς (π.χ. διάσπαση προσοχής) γι’ αυτό θα πρέπει να αξιολογούνται από διεπιστημονική ομάδα (παιδοψυχίατρο, ψυχολόγο, λογοπεδικό) προκειμένου να γίνει η σωστή διάγνωση η οποία θα επιτρέψει και την ανάλογη παρέμβαση.

Αν και κάθε άτομο με σύνδρομο Asperger διαφέρει ως προς τα υπόλοιπα με το ίδιο σύνδρομο κάποια χαρακτηριστικά είναι βασικά σε όλα.

1) Τα άτομα με σύνδρομο Asperger παρουσιάζουν δυσκολίες στην αμοιβαία κοινωνική αλληλεπίδραση αφού κάποια από αυτά δεν έχουν καν την επιθυμία να αλληλεπιδράσουν ενώ άλλα δεν ξέρουν πως να το κάνουν. Δεν έχουν βασικές κοινωνικές δεξιότητες με αποτέλεσμα να θεωρούνται αγενή ή και αντικοινωνικά.

2) Παρουσιάζουν δυσκολίες στις γλωσσικές δεξιότητες αφού δεν αντιλαμβάνονται τη γλώσσα ως έκφραση σκέψεων και συναισθημάτων και συλλογής πληροφοριών.

3) Έχουν περιορισμένα ενδιαφέροντα και εμμονή στη ρουτίνα.

4) Η κινητική αδεξιότητα είναι επίσης χαρακτηριστικό των ατόμων με αυτό το σύνδρομο τόσο στις μεγάλες όσο και στις λεπτές κινητικές ικανότητες.

5) Προβλήματα παρουσιάζονται και στη γνωστική διαδικασία τόσο στην κατανόηση αφηρημένων εννοιών όσο και στη δυσκολία τους σε υποθετικούς συλλογισμούς και ανάπτυξη κριτικής σκέψης.

6) Τα άτομα με σύνδρομο Asperger έχουν προβλήματα στην αισθητηριακή ολοκλήρωση αφού αισθητηριακά ζητήματα όρασης, ακοής, αφής, όσφρησης ή γεύσης είναι αρκετά συχνά.

Αν και τα αίτια του συνδρόμου αυτού είναι ακόμα υπό εξέταση, η σωστή διάγνωση είναι πολύ σημαντική για την πρώιμη παρέμβαση αφού τα άτομα αυτά με την κατάλληλη εκπαίδευση και θεραπεία μπορούν να επιτύχουν μια ολοκληρωμένη και αυτόνομη ζωή, βοηθώντας τα να πάψουν να βιώνουν τον κόσμο μας ως “χαοτικό και μπερδεμένο”.

 

Συγγραφή Άρθρου

Καλλιόπη Κωστέα

kostea kaliopiΜphil Ψυχολογίας, University of Glasgow. Μaster practitioner in eating disorders and Obesity. Συντονίστρια σχολών γονέων. Σύμβουλος επαγγελματικού προσανατολισμού.
Email: Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.