Κλινική Εποπτεία

Η εποπτεία είναι μία δομημένη και επίσημη συνεργατική διευθέτηση, κατά την οποία ένας σύμβουλος ή ψυχοθεραπευτής στοχάζεται τακτικά γύρω από την κλινική του εργασία με κάποιον έμπειρο λειτουργό και επόπτη. Ο στόχος της εποπτείας είναι να προωθηθεί η αποτελεσματικότητα της σχέσης θεραπευτή-πελάτη και η θεραπευτική εργασία. Έχει συνεπώς μια πρωταρχικά αναπτυξιακή λειτουργία (BAC, 1998b). Η κλινική εποπτεία δεν είναι εκπαίδευση, προσωπική συμβουλευτική ή θεραπεία ή διαχείριση, παρ'όλο που μπορεί να περιλαμβάνει στοιχεία και από αυτά.

Η BAC (1990) περιγράφει την εποπτεία σαν "μία διαδικασία που βοηθά να διατηρηθούν τα κατάλληλα δεδομένα στη συμβουλευτική και μία μέθοδος διεύρυνσης των οριζόντων εντός έμπειρου λειτουργού".

Η αποτελεσματική εποπτεία και ο ρόλος του επόπτη

Η εποπτεία είναι μία επανορθωτική διαδικασία που τρέφει τον εποπτευόμενο και τον βοηθά να ανεφοδιαστεί από πλευράς συναισθηματικής ενέργειας. Έχει μια προληπτική για την πνευματική υγεία λειτουργία και μέσα στην εποπτεία ο θεραπευτής θα πρέπει να αισθάνεται ελεύθερος να συζητά τις δυσκολίες του όταν δουλεύει με πελάτες, χωρίς το φόβο της απόρριψης ή της κριτικής. Η αποτελεσματική εποπτεία συνεπώς:

  • προάγει τη θεραπευτική ικανότητα, τη γνώση και την ανάπτυξη δεξιοτήτων
  • βελτιώνει την ποιότητα της θεραπευτικής δουλειάς
  • διασφαλίζει την ευεξία των πελατών, καταγράφοντας την ηθική, επαγγελματική και χωρίς διακρίσεις πρακτική εξάσκηση
  • βελτιώνει την αυτογνωσία και την εμπιστοσύνη στον εποπτευόμενο μέσω στοχαστικής πρακτικής
  • παρέχει στον θεραπευτή έναν προστατευτικό μηχανισμό ενάντια στο άγχος και την κούραση.

Η κλινική θεραπεία έχει τρεις λειτουργίες-κλειδιά που είναι η στήριξη, ανάπτυξη και παρακολούθηση του εποπτευόμενου, καθώς και της δουλειάς που εκείνος αναλαμβάνει με τους πελάτες. Ο ρόλος του επόπτη είναι να ενθαρρύνει την αυτονομία του θεραπευτή μέσα σε ασφαλή πλαίσια και όρια και να παρέχει μια σχέση και διαδικασία που θα δώσει τη δυνατότητα στον θεραπευτή να αναπτύξει τον δικό του τρόπο αποτελεσματικής εργασίας με τους πελάτες.

Η απώτερη επιτυχία της εποπτείας εξαρτάται σε μεγάλο βαθμό από την ποιότητα σχέσης μεταξύ επόπτη και θεραπευτή. Οι εποπτευόμενοι θα πρέπει να λάβουν τον ίδιο σεβασμό, ποιότητα ακρόασης και αδιάλειπτης προσοχής που κι οι ίδιοι φιλοδοξούν να προσφέρουν στους πελάτες τους. Μια καλή σχέση εποπτείας χαρακτηρίζεται από τις προσωποκεντρικές βασικές συνθήκες της ενσυναίσθησης, της αποδοχής και της αυθεντικότητας. (Rogers 1957)

Αποκτήστε το βιβλίο Εποπτεία, από το εξειδικευμένο βιβλιοπωλείο ψυχολογίας της Πύλης μας.
Η εποπτεία είναι απαραίτητη για τον αρχάριο θεραπευτή αλλά και πολύ χρήσιμη για τον έμπειρο. Κανείς δεν είναι άτρωτος από τις εγγενείς δυσκολίες και παγίδες της θεραπείας. Η αναγνώριση και παραδοχή αυτής της αλήθειας δεν συνιστά αδυναμία, όπως ίσως νομίζουν κάποιοι έμπειροι θεραπευτές, αλλά δύναμη.

Απαιτήσεις για την εποπτεία

Η κλινική εποπτεία ως τυπική διαρκής απαίτηση για όλους τους συμβούλους ορίζεται ρητά στον Κώδικα Επαγγελματικής Δεοντολογίας για Συμβούλους της BAC (1998a). Οι σύγχρονες συστάσεις που γίνονται από την BAC (1996a, 1996b, 1998b) αναγνωρίζουν ότι οι διαφορετικές απαιτήσεις εποπτείας ισχύουν για εκπαιδευόμενους και ειδικευμένους συμβούλους και προτείνουν να ακολουθούνται οι παρακάτω αναλογίες.

Οι εκπαιδευόμενοι σύμβουλοι θα πρέπει να δέχονται τουλάχιστον μία ώρα εποπτείας για οκτώ ώρες δουλειάς με τον πελάτη (συμπεριλαμβανομένων και συνεδριών που έχουν ακυρωθεί) ή μιάμιση ώρα εποπτείας το μήνα, κάτι που θα οδηγήσει σε περισσότερες ώρες εποπτείας. Η επαφή με τους επόπτες θα πρέπει να γίνεται τουλάχιστον μία φορά το δεκαπενθήμερο (BAC 1996b). Οι επαγγελματίες σύμβουλοι θα πρέπει να δέχονται τουλάχιστον μιάμιση ώρα εποπτείας το μήνα, ώστε να είναι σε θέση να λάβουν ή να διατηρήσουν την εγγραφή Έγκριτου Συμβούλου. Εκεί που υπάρχει εποπτεία σε μία ομάδα, ο σύμβουλος μπορεί να υπολογίζει τον ατομικό του χρόνο παρουσίασης (και όχι το συνολικό χρόνο συνάντησης της ομάδας) ως προς τις ώρες εποπτείας.

Οι κατευθυντήριες γραμμές της επαγγελματικής πρακτικής του BPS δηλώνουν ότι όλοι οι κλινικοί ψυχολόγοι και οι συμβουλευτικοί ψυχολόγοι θα πρέπει να έχουν "τακτική εποπτεία", αλλά ο χρόνος δεν καθορίζεται και η πραγματική πρακτική φαίνεται να έχει μεγάλες αποκλίσεις. Οι ειδικές απαιτήσεις για μετειδικευτική εποπτεία των εγγεγραμμένων στο UKCP ψυχοθεραπευτών δεν ορίζονται αυτή τη στιγμή ρητά από όλα τα τμήματα του UKCP (1998). Ωστόσο, από τους λειτουργούς αναμένεται να ασχολούνται με τη διαρκή τους προσωπική και επαγγελματική ανάπτυξη και σ'αυτήν θα πρέπει κανονικά να περιλαμβάνεται και η εποπτεία.

Είδη εποπτείας

Η εποπτεία θα πρέπει να αναλαμβάνεται σε μια σχέση ενός προς έναν, με έναν ατομικό επόπτη, μέσα σε μία ομάδα ή μεταξύ δύο θεραπευτών σαν συνεποπτεία. Φυσιολογικά στην ατομική εποπτεία, ο επόπτης θα πρέπει να είναι ένας επαγγελματίας πιο έμπειρος από τον εποπτευόμενο. Η ομαδική εποπτεία θα πρέπει είτε να διευκολύνεται από συναδέλφους είτε να έχει έναν επικεφαλής. Στις περιπτώσεις, στις οποίες ηγείται ένας επόπτης, τα μέλη της ομάδας θα πρέπει να δέχονται με τη σειρά τους εποπτεία από τον επικεφαλής ή να ασχολούνται με την εποπτεία των συναδέλφων όπως έχει δομηθεί και διευκολυνθεί από τον επικεφαλής. Το τελευταίο αυτό πρότυπο επιτρέπει να γίνεται μεγαλύτερη χρήση των αποθεμάτων και των αντιδράσεων όλων των μελών της ομάδας σε μια διαδικασία κατανόησης και διερεύνησης της δουλειάς με τον πελάτη που παρουσιάζεται.

Η ομαδική εποπτεία από συναδέλφους δε συνιστάται σαν ομαδική ή κύρια μορφή εποπτείας για εκπαιδευόμενους συμβούλους που απαιτούν την πειθαρχία και την ατομική προσοχή, την οποία παρέχει η τακτική πρόσβαση σε έναν έμπειρο επόπτη. Η συνεποπτεία λαμβάνει χώρα εκεί όπου δύο σύμβουλοι παίρνουν σειρά στο να επιτηρούν ο ένας τον άλλον. Αυτή η μορφή εποπτείας είναι κατάλληλη μόνο για έμπειρους θεραπευτές και μπορεί να μην είναι ενδεδειγμένη για όλους τους επαγγελματίες.

Θέματα δεοντολογίας στην εποπτεία

Είναι καλή πρακτική για τους επόπτες να επιτρέπουν στους εποπτευόμενους να καθορίζουν τι επιθυμούν να διερευνήσουν στη διάρκεια της εποπτείας. Οι σύμβουλοι θα πρέπει να ενθαρρύνονται να παρουσιάζουν στην εποπτεία τα σφάλματά τους, τα λάθη τους, τις παραλείψεις και τις λανθασμένες κρίσεις τους, έχοντας ασφάλεια με τη γνώση ότι το γεγονός πως είναι ευάλωτοι και κάνουν σφάλματα θα γίνει αποδεκτό και σεβαστό. Όμως συγχρόνως, ο επόπτης χρησιμεύει σαν φύλακας για τα επαγγέλματα της συμβουλευτικής και της ψυχοθεραπείας και αυτός ο ρόλος φέρει μαζί του κάποιες ηθικές ευθύνες στην παρακολούθηση της δουλειάς των εποπτευόμενων ώστε να εξασφαλιστεί η καλή κατάσταση των πελατών.

Όπως έχει δηλώσει ο Hess (1987:253):

Η εποπτεία δε θα πρέπει να είναι καταφύγιο για καθάρματα" και αυτό σημαίνει ότι σε ορισμένες περιπτώσεις, ο επόπτης μπορεί να χρειαστεί να παρέμβει και να υποδείξει καθαρά στον σύμβουλο ότι ένα ηθικό ζήτημα χρειάζεται προσοχή. Το καθήκον τόσο του επόπτη όσο και του εποπτευόμενου θα επιτευχθεί πιο εύκολα εδώ αν το έδαφος έχει ετοιμαστεί εκ των προτέρων.

Το πως μπορούν να προχωρήσουν επόπτης και εποπτευόμενος στην περίπτωση που προκύψουν ηθικές ανησυχίες γύρω από τις ανάγκες του θεραπευτή στην πρακτική εξάσκηση, είναι προτιμητέο να συζητηθεί στο στάδιο κλεισίματος συμβολαίου για την εποπτεία.

Μια χρήσιμη ερώτηση που μπορεί να θέσει ο επόπτης είναι:  Αν έχω αμφιβολίες σχετικά με την πρακτική σας εξάσκηση ως προς τους πελάτες, πώς θα θέλατε να τις αντιμετωπίσω μαζί σας;

Μια ανοιχτή πρόσκληση όπως αυτή αφήνει ξεκάθαρα τον εποπτευόμενο να μάθει ότι ο επόπτης του νιώθει άνετα απέναντι πλευρές επιβεβαίωσης ποιότητας της εποπτείας και του επιτρέπει να εκφράσει την άποψή του ως προς το πώς θα παρακολουθείται η δουλειά του. Μέσα στη συζήτηση, ο επόπτης χρειάζεται σε κάποιο σημείο να δηλώσει καθαρά πώς θα ενεργήσει στην περίπτωση που ο σύμβουλος φαίνεται να καταπιάνεται με πρακτική που δείχνει να παραβιάζει την ηθική και μπορεί να οδηγήσει στον πελάτη σε ζημία.

Όπου ο επόπτης έχει ηθικές ή επαγγελματικές ανησυχίες σχετικά με την πρακτική που ακολουθεί ο θεραπευτής, αυτό θα πρέπει να συζητείται πρώτα με τον εποπτευόμενο και κατά προτίμηση να θίγονται σχετικοί κώδικες δεοντολογίας και αξίες έτσι ώστε ο εποπτευόμενος να έχει ξεκάθαρη εικόνα του σκεπτικού των ανησυχιών και παρεμβάσεων του επόπτη.

Εκεί όπου η συζήτηση αποτυγχάνει να επιλύσει το πρόβλημα, πιθανές πορείες δράσης που ανοίγονται για τον επόπτη είναι οι εξής: να πληροφορήσει τον οργανισμό ή το εκπαιδευτικό ίδρυμα στο οποίο υπάγεται ο εποτευόμενος. Να κάνει επίκληση της διαδικασίας παραπόνων της επαγγελματικής εταιρείας του εποπτευόμενου. Και να αρνηθεί να συνεχίσει την εποπτεία του θεραπευτή. Δράση εκατέρωθεν θα πρέπει να αναλαμβάνεται μόνο αφού ο επόπτης έχει ζητήσει τη γνώμη του δικού του επόπτη ή συμβούλου. Σε όλες τις περιπτώσεις, η ξεκάθαρη εξουσιοδότηση που έχει ο επόπτης για να εξασφαλίζει ότι οι πελάτες δε βλάπτονται πρέπει να εξισορροπείται έναντι του δικαιώματος του εποπτευόμενου να εργάζεται σαν αυτόνομος επαγγελματίας.

Το παραπάνω απόσπασμα για την κλινική εποπτεία, είναι από το βιβλίο: Οδηγός Συμβουλευτικής & Ψυχοθεραπείας των εκδόσεων Ασημάκης.

Μπορείτε να αποκτήσετε το βιβλίο Οδηγός Συμβουλευτικής και Ψυχοθεραπείας, με έκπτωση 30%, από το εξειδικευμένο βιβλιοπωλείο ψυχολογίας του Psychology.gr (περιορισμένος αριθμός αντιτύπων).

Το βιβλίο διαπραγματεύεται τις εξής θεματικές ενότητες:

1. Η συμβουλευτική και η ψυχοθεραπεία
2. Θεραπευτικές ικανότητες και κλινική πρακτική
3. Επαγγελματικά προβλήματα
4. Θεωρία και ψυχοθεραπευτικές προσεγγίσεις
5. Προβλήματα που παρουσιάζουν οι πελάτες
6. Ειδικευμένες θεραπείες και μέθοδοι.

Εγγραφείτε στο Newsletter μας!

* απαιτούμενα πεδία
Ενδιαφέροντα * :
0
Shares