Πρόσθεσε το Psychology.gr στις προτιμώμενες πηγές σου στη Google
Με αυτό τον τρόπο, θα βλέπεις περισσότερα νέα άρθρα ψυχολογίας και ψυχικής υγείας που δημοσιεύονται στο PSYCHOLOGY.GR
Περίληψη
Η συμβουλευτική διαδικασία αποτελεί έναν από τους κεντρικούς άξονες της ψυχολογικής πρακτικής, προσφέροντας υποστήριξη, ενδυνάμωση και προαγωγή της ψυχικής υγείας.
Η ηθική διάσταση της συμβουλευτικής είναι κρίσιμη για την προστασία του θεραπευόμενου και την προάσπιση της επαγγελματικής ακεραιότητας του ψυχολόγου.
Στην Ελλάδα, το δεοντολογικό πλαίσιο διαμορφώνεται από τον Κώδικα Δεοντολογίας Ψυχολόγων (ΥΑ 42984/2019), ο οποίος εναρμονίζεται με διεθνή πρότυπα όπως ο Ethical Code of the American Psychological Association (APA, 2017) και οι Meta-Code και Ethical Guidelines της European Federation of Psychologists’ Associations (EFPA, 2005/2015).
Η παρούσα εργασία εξετάζει την ηθική χρήση της συμβουλευτικής διαδικασίας υπό το ελληνικό πλαίσιο και επιχειρεί μια συγκριτική προσέγγιση με τους διεθνείς κώδικες. Επιπλέον, αναλύονται συχνά ηθικά διλήμματα που προκύπτουν στην πρακτική άσκηση του επαγγέλματος του ψυχολόγου και παρουσιάζονται τρόποι διαχείρισης με βάση τις δεοντολογικές αρχές.
Τα ευρήματα της μελέτης υποδεικνύουν ότι, παρά τις διαφορές στο επίπεδο λεπτομέρειας και νομικής ισχύος, οι κώδικες συγκλίνουν στις βασικές τους αξίες όπως ο σεβασμός της αξιοπρέπειας, η εμπιστευτικότητα, η ενημερωμένη συγκατάθεση και η αποφυγή βλάβης. Η ενίσχυση της εκπαιδευτικής, εποπτικής και νομοθετικής υποστήριξης των ψυχολόγων στην Ελλάδα αποτελεί την κρίσιμη προϋπόθεση για την αποτελεσματική διαχείριση ηθικών διλημμάτων και την παροχή ποιοτικών συμβουλευτικών υπηρεσιών.
1. Εισαγωγή
Η συμβουλευτική διαδικασία έχει ως βασικό της στόχο την ενίσχυση της ψυχικής ευεξίας, την προαγωγή της αυτογνωσίας και την υποστήριξη των ατόμων στην αντιμετώπιση ψυχοκοινωνικών προκλήσεων.
Ο ψυχολόγος, ως κάτοχος εξειδικευμένης επιστημονικής γνώσης, οφείλει να ενεργεί με τρόπο που να σέβεται την αξιοπρέπεια, την ελευθερία και την αυτονομία του θεραπευόμενου. Η ηθική της συμβουλευτικής δεν περιορίζεται σε τυπικές υποχρεώσεις, αλλά αποτελεί ένα δυναμικό σύνολο αρχών, αξιών και επαγγελματικών στάσεων που καθοδηγούν κάθε πτυχή της θεραπευτικής σχέσης.
Στην Ελλάδα, το βασικό θεσμικό πλαίσιο που καθορίζει την ηθική πρακτική είναι ο Κώδικας Δεοντολογίας Ψυχολόγων που δημοσιεύτηκε το 2019, μετά από χρόνια προσπαθειών από όλους τους επαγγελματικούς συλλόγους καθώς μέχρι τότε οι ψυχολόγοι ακολουθούσαν τις αρχές του κώδικα ιατρικής δεοντολογίας μιας και δεν υπήρχε αντίστοιχος για ψυχολόγους (Υπουργική Απόφαση 42984/2019).
THERAPY.PSYCHOLOGY - ΠΛΑΤΦΟΡΜΑ ONLINE ΨΥΧΟΘΕΡΑΠΕΙΑΣ
Μια ολοκληρωμένη εμπειρία σύνδεσης Ειδικών Ψυχικής Υγείας και Θεραπευόμενων | Ξεκίνα εδώ το Θεραπευτικό ταξίδι σου...
Ο ελληνικός κώδικας αποτελεί νομικά δεσμευτικό πλαίσιο και αντίστοιχα πλαίσια είναι ο κώδικας δεοντολογίας της American Psychological Association (APA, 2017) και οι Meta-Code και Ethical Guidelines της European Federation of Psychologists’ Associations (EFPA, 2005/2015). Η σύγκριση αυτών των κωδίκων ηθικής και δεοντολογίας επιτρέπει την αξιολόγηση της πληρότητας του ελληνικού πλαισίου και αναδεικνύει τις περιοχές όπου οι διεθνείς οδηγίες προσφέρουν μεγαλύτερη εξειδίκευση ή διαφορετική οπτική.
Η παρούσα εργασία εξετάζει τον τρόπο με τον οποίο ο Έλληνας ψυχολόγος καλείται να εφαρμόσει την ηθική της συμβουλευτικής, συγκρίνοντας τις εθνικές και διεθνείς αρχές, και διερευνά τα ηθικά διλήμματα που συναντώνται στην καθημερινή πράξη.
2. Το Ελληνικό Δεοντολογικό Πλαίσιο στη Συμβουλευτική
Ο Κώδικας Δεοντολογίας Ψυχολόγων (2019) διαμορφώνει το θεμέλιο της επαγγελματικής πρακτικής στην Ελλάδα. Σύμφωνα με το άρθρο 3, ο ψυχολόγος οφείλει να ενεργεί με σεβασμό προς την αξιοπρέπεια και τα ανθρώπινα δικαιώματα κάθε θεραπευόμενου, ανεξαρτήτως φύλου, εθνικότητας, πολιτισμού, θρησκείας, σεξουαλικού προσανατολισμού ή κοινωνικής θέσης (ΥΑ 42984/2019). Η αρχή αυτή διατρέχει ολόκληρο τον κώδικα και αποτελεί τη βάση για κάθε ηθική απόφαση.
2.1 Η επαγγελματική επάρκεια
Ο ελληνικός κώδικας υποχρεώνει τον ψυχολόγο να παρέχει υπηρεσίες μόνο εντός των ορίων της επαγγελματικής του κατάρτισης και να ενημερώνεται συστηματικά για τις εξελίξεις της επιστημονικής γνώσης. Η επάρκεια περιλαμβάνει την εκπαίδευση, την εποπτεία και την αυτογνωσία, στοιχεία που είναι ζωτικής σημασίας για την ορθή άσκηση της συμβουλευτικής.
ΠΡΟΣΩΠΟΚΕΝΤΡΙΚΗ ΚΑΙ ΒΙΩΜΑΤΙΚΗ ΣΥΜΒΟΥΛΕΥΤΙΚΗ ΓΙΑ ΤΟ ΣΧΕΣΙΑΚΟ ΤΡΑΥΜΑ
Εγκαιρη εγγραφή: έως 30 Ιουλίου 2026 | Διοργάνωση: PSYVERSITY
Τα σεμινάρια απευθύνονται σε Επαγγελματίες Ψυχικής Υγείας που έχουν ενδιαφέρον να εξειδικευθούν στη θεραπεία του ψυχικού τραύματος υπό το πρίσμα της Προσωποκεντρικής Προσέγγισης στην Θεραπεία.
2.2 Εμπιστευτικότητα και προστασία προσωπικών δεδομένων
Ο ελληνικός κώδικας εναρμονίζεται με τον Γενικό Κανονισμό Προστασίας Δεδομένων (GDPR) και προσδίδει ιδιαίτερη βαρύτητα στην προστασία των πληροφοριών. Η εμπιστευτικότητα αποτελεί πυλώνα της θεραπευτικής σχέσης και μπορεί να αρθεί μόνο σε εξαιρετικές περιπτώσεις όπου υπάρχει κίνδυνος βλάβης.
2.3 Ενημερωμένη συγκατάθεση
Η ενημερωμένη συγκατάθεση είναι απαραίτητη για κάθε μορφή παροχής συμβουλευτικών υπηρεσιών. Στην Ελλάδα, η συγκατάθεση συνήθως παρέχεται γραπτώς, ενώ αποτελεί μια δυναμική διαδικασία που πρέπει να αναθεωρείται όταν αλλάζουν και οι συνθήκες της θεραπείας, είτε αυτό αφορά παραπομπή, είτε αλλαγή της δια ζώσης σε απομακρυσμένη τηλεθεραπεία κ.λ.π.
2.4 Επαγγελματικά όρια
Ο ελληνικός κώδικας τονίζει την ανάγκη αποφυγής διπλών ρόλων και σχέσεων που ενδέχεται να υπονομεύσουν την αντικειμενικότητα ή να εκθέσουν τον θεραπευόμενο σε κίνδυνο.
3. Διεθνείς Κώδικες Δεοντολογίας (APA και EFPA)
3.1 Ο Κώδικας της American Psychological Association (APA, 2017)
Ο κώδικας δεοντολογίας της APA αποτελεί ένα από τα πιο λεπτομερή και διεθνώς αναγνωρισμένα δεοντολογικά πλαίσια. Διαρθρώνεται γύρω από πέντε γενικές αρχές: ευεργετικότητα και μη-βλάβη, πιστότητα και υπευθυνότητα, ακεραιότητα, δικαιοσύνη και σεβασμός της ανθρώπινης αξιοπρέπειας. Περιέχει δε λεπτομερείς οδηγίες για κάθε στάδιο της ψυχολογικής πρακτικής.
3.2 Ο Meta-Code και οι Ethical Guidelines της EFPA
Οι ευρωπαϊκές κατευθυντήριες γραμμές τονίζουν τη σημασία της αυτονομίας, της διαφάνειας και της κοινωνικής ευθύνης. Το ευρωπαϊκό πλαίσιο είναι περισσότερο ένα πλαίσιο που αφορά περισσότερο το κομμάτι αρχών και λιγότερο κανόνων, δίνοντας μεγαλύτερη ελευθερία επαγγελματικής κρίσης.
4. Συγκριτική Ανάλυση Ελληνικού και Διεθνών Κωδίκων
Όλοι οι κώδικες δεοντολογίας που αναφέραμε παραπάνω, συγκλίνουν σε βασικές αξίες όπως ο σεβασμός της αξιοπρέπειας, η εμπιστευτικότητα και η ανάγκη επαγγελματικής επάρκειας. Ωστόσο, υπάρχουν σημαντικές διαφορές:
Η βασική διαφορά εντοπίζεται στο ότι η ελληνική νομοθεσία είναι νομικά δεσμευτική και συνδέεται με το σύστημα προστασίας προσωπικών δεδομένων της Ε.Ε. (GDPR), ενώ οι κώδικες της EFPA και της APA λειτουργούν ως επαγγελματικές κατευθύνσεις. Αυτό έχει ως αποτέλεσμα ο Έλληνας ψυχολόγος να διέπεται από ένα πιο δομημένο και νομικά επιτακτικό πλαίσιο αναφορικά με τη διαχείριση αρχείων.
Η APA παρέχει λεπτομερή παραδείγματα και οδηγίες, σε αντίθεση με τον πιο συνοπτικό ελληνικό κώδικα. Στην πράξη, η κύρια συγκριτική διαφορά είναι ότι ο ελληνικός κώδικας επιμένει έντονα στη γραπτή μορφή της συγκατάθεσης, ενώ οι διεθνείς κώδικες επιτρέπουν μεγαλύτερη ευελιξία, αναγνωρίζοντας ότι σε ορισμένα πλαίσια η προφορική συγκατάθεση μπορεί να είναι επαρκής.
Η EFPA δίνει έμφαση στη διαπολιτισμική ευαισθησία, περισσότερο από τον ελληνικό κώδικα.
Τέλος η ελληνική νομοθεσία ενισχύεται από το GDPR, προσφέροντας αυστηρότερη προστασία δεδομένων ενώ οι κώδικες της EFPA και της APA λειτουργούν ως επαγγελματικές κατευθύνσεις. Αυτό έχει ως αποτέλεσμα ο Έλληνας ψυχολόγος να διέπεται από ένα πιο δομημένο και νομικά επιτακτικό πλαίσιο αναφορικά με τη διαχείριση αρχείων.
5. Ηθικά διλήμματα στην πράξη της συμβουλευτικής
Η εφαρμογή της συμβουλευτικής διαδικασίας συχνά οδηγεί τον ψυχολόγο σε καταστάσεις όπου οι ηθικές αρχές συγκρούονται, δημιουργώντας σύνθετα ηθικά διλήμματα.
Τα διλήμματα αυτά δεν προκύπτουν επειδή ο επαγγελματίας αγνοεί τις δεοντολογικές αρχές, αλλά επειδή η πραγματικότητα είναι πολυεπίπεδη και οι αξίες που καθορίζουν την επαγγελματική δράση μπορεί να έρχονται σε αντίθεση μεταξύ τους (APA, 2017).
Η ικανότητα αναγνώρισης, ανάλυσης και διαχείρισης τέτοιων διλημμάτων αποτελεί κρίσιμο δείκτη επαγγελματικής επάρκειας και ηθικής ωριμότητας (EFPA, 2005· Υπουργική Απόφαση 42984/2019).
5.1 Η σύγκρουση ανάμεσα στην εμπιστευτικότητα και την προστασία από βλάβη
Ένα από τα πιο συχνά και απαιτητικά ηθικά διλήμματα αφορά την ισορροπία ανάμεσα στην εμπιστευτικότητα και στην υποχρέωση προστασίας του θεραπευόμενου ή τρίτων από πιθανή βλάβη.
Ο ελληνικός κώδικας ορίζει ρητά ότι ο ψυχολόγος έχει καθήκον να τηρεί την εμπιστευτικότητα, εκτός αν υπάρχει άμεσος ή σοβαρός κίνδυνος (Υπουργική Απόφαση 42984/2019). Η APA (2017) υιοθετεί παρόμοια θέση, επισημαίνοντας ότι η αποκάλυψη πρέπει να είναι «η ελάχιστη αναγκαία».
Η EFPA (2005) επεκτείνει αυτή τη θέση, τονίζοντας την ανάγκη συνεχούς αναστοχαστικότητας πριν από οποιαδήποτε απόφαση παραβίασης εμπιστευτικότητας. Στην πράξη, ο ψυχολόγος καλείται να αποφασίσει μέσα σε σύντομο χρονικό διάστημα αν η αποκάλυψη πληροφοριών είναι απαραίτητη. Για παράδειγμα, όταν ένας θεραπευόμενος εκφράζει ασαφείς σκέψεις αυτοκτονίας, δεν είναι πάντα ξεκάθαρο αν η κατάσταση αποτελεί άμεσο κίνδυνο. Η απόφαση πρέπει να βασίζεται σε τεκμηριωμένη αξιολόγηση κινδύνου, σεβασμό της αυτονομίας και ανάλυση των συνεπειών, τόσο της δράσης όσο και της μη δράσης.
5.2 Διλήμματα επαγγελματικής επάρκειας και ορίων ρόλου
Ένα δεύτερο πεδίο ηθικών διλημμάτων αφορά την επάρκεια του ψυχολόγου και την αναγνώριση των ορίων του επαγγελματικού του ρόλου.
Ο ελληνικός κώδικας υπογραμμίζει ότι ο ψυχολόγος πρέπει να αναλαμβάνει μόνο εκείνες τις υποθέσεις για τις οποίες διαθέτει την απαιτούμενη εκπαίδευση και εμπειρία (Υπουργική Απόφαση 42984/2019). Στον κώδικα της APA (2017), η επάρκεια θεωρείται δυναμική δεξιότητα, η οποία μπορεί να επηρεαστεί από προσωπικούς παράγοντες όπως στρες, κόπωση ή συναισθηματική εμπλοκή.
Η EFPA (2005) τονίζει την ηθική υποχρέωση αναζήτησης εποπτείας όταν εντοπίζονται όρια. Στην πράξη λοιπόν, ο ψυχολόγος μπορεί να βρεθεί ανάμεσα σε δύο αντιφατικές αξιώσεις: από τη μία, την ανάγκη να προσφέρει συνέχεια στον θεραπευόμενο και να μην τον εγκαταλείψει και, από την άλλη, την ηθική υποχρέωση να αναγνωρίσει ότι δεν διαθέτει την εξειδίκευση για ένα συγκεκριμένο ζήτημα. Το δίλημμα γίνεται ιδιαίτερα έντονο σε μικρές κοινότητες, όπου οι επιλογές παραπομπής είναι περιορισμένες, αλλά και από το ασαφές νομικό πλαίσιο που ορίζει στην Ελλάδα τα πλαίσια της Επαγγελματικής επάρκειας και εξειδίκευσης.
5.3 Ηθικά διλήμματα σε συνθήκες διπλών ρόλων
Οι διπλοί ρόλοι είναι πηγή έντονων δεοντολογικών διλημμάτων. Η EFPA (2005) αναγνωρίζει ότι σε ορισμένα πολιτισμικά και κοινωνικά πλαίσια, η απόλυτη αποφυγή διπλών σχέσεων μπορεί να είναι μη ρεαλιστική — για παράδειγμα, σε αγροτικές περιοχές όπου ο ψυχολόγος είναι πιθανό να συναντά τους θεραπευόμενους σε καθημερινές κοινωνικές αλληλεπιδράσεις όπως ο φούρνος, το mini market, ή μια καφετέρια.
Ο ελληνικός κώδικας εντοπίζει τον κίνδυνο σύγκρουσης συμφερόντων, δίνοντας έμφαση στη διαφάνεια και στην ανάγκη προστασίας του θεραπευόμενου (Υπουργική Απόφαση 42984/2019).
Η APA, αν και γενικά πιο αυστηρή, αναγνωρίζει την ανάγκη διορθωτικών μέτρων, όπως η εξήγηση των ορίων και η συζήτηση πιθανών επιπτώσεων. Ένα χαρακτηριστικό δίλημμα σε αυτή την περίπτωση, είναι όταν ο θεραπευόμενος ζητά σύνδεση στα κοινωνικά δίκτυα ή όταν υπάρχει προϋπάρχουσα γνωριμία. Ο ψυχολόγος σε αυτή την περίπτωση καλείται να αξιολογήσει όχι μόνο τον κίνδυνο σύγχυσης ρόλων, αλλά και τον αντίκτυπο που μπορεί να έχει μια άρνηση στη θεραπευτική σχέση. Το δεοντολογικά ορθό σε αυτή την περίπτωση είναι η ξεκάθαρη εξήγηση των ορίων, αλλά η εφαρμογή της μπορεί να απαιτεί σημαντική διαπροσωπική δεξιότητα.
5.4 Ηθικά διλήμματα στη διαπολιτισμική συμβουλευτική
Στα πολυπολιτισμικά περιβάλλοντα, τα ηθικά διλήμματα συχνά αφορούν την ισορροπία ανάμεσα στον σεβασμό της πολιτισμικής ταυτότητας και στην ανάγκη προστασίας του θεραπευόμενου από βλαπτικές πρακτικές.
Η EFPA δίνει ιδιαίτερη έμφαση στη διαπολιτισμική ευαισθησία και προειδοποιεί ότι οι ψυχολόγοι πρέπει να αποφύγουν την επιβολή των δικών τους αξιών (EFPA, 2005). Ο ελληνικός κώδικας συμμερίζεται αυτή τη θέση, υπογραμμίζοντας την αρχή του σεβασμού (Υπουργική Απόφαση 42984/2019). Ένα αντιπροσωπευτικό δίλημμα αφορά θεραπευόμενους που προέρχονται από πολιτισμικά περιβάλλοντα όπου η ψυχοθεραπεία θεωρείται στιγματιστική ή όπου η οικογένεια παίζει κυρίαρχο ρόλο στη λήψη αποφάσεων, περιπτώσεις που έχουν αυξηθεί σημαντικά τα τελευταία χρόνια λόγω της εισροής μεταναστών στην Ελλάδα.
Ο ψυχολόγος πρέπει να ισορροπήσει ανάμεσα στο δικαίωμα αυτονομίας του θεραπευόμενου και στον σεβασμό της πολιτισμικής παράδοσης, χωρίς να διακινδυνεύσει την αποτελεσματικότητα της θεραπείας, γεγονός που απαιτεί την προηγούμενη εκπαίδευση και εξειδίκευση του επαγγελματία πριν την ενασχόληση του με τέτοια περιστατικά σε θεραπευτικό πλαίσιο.
5.5 Ηθική αντιμετώπιση θεραπευτικών αδιεξόδων
Τέλος, ένα συχνό πρακτικό δίλημμα αφορά καταστάσεις όπου η θεραπευτική σχέση φτάνει σε αδιέξοδο — είτε λόγω έλλειψης προόδου είτε λόγω δυσκολιών στη συνεργασία.
Η APA (2017) προτείνει την ανάγκη διερεύνησης της αιτίας και, εφόσον συνεχίζεται το αδιέξοδο, την παραπομπή σε άλλο ειδικό.
Ο ελληνικός κώδικας απαιτεί επίσης την παραπομπή όταν η συνέχιση της συνεργασίας δεν εξυπηρετεί το συμφέρον του θεραπευόμενου (Υπουργική Απόφαση 42984/2019). Το ηθικό δίλημμα στην συγκεκριμένη περίπτωση, αφορά την ισορροπία ανάμεσα στη διατήρηση της σχέσης και την υπευθυνότητα απέναντι στο καλό του θεραπευόμενου. Η απόφαση συχνά απαιτεί επίγνωση των προσωπικών συναισθημάτων του ψυχολόγου, διερεύνηση σε εποπτεία και σαφή επικοινωνία με τον θεραπευόμενο.
6. Συμπεράσματα
Η ηθική χρήση της συμβουλευτικής διαδικασίας αποτελεί θεμέλιο λίθο της ψυχολογικής πρακτικής. Ο ελληνικός κώδικας παρέχει ένα ισχυρό θεσμικό πλαίσιο, στενά εναρμονισμένο με τις ευρωπαϊκές αξίες και σε σημαντικό βαθμό συμβατό με τον κώδικα της APA. Παρά τις διαφορές στο επίπεδο λεπτομέρειας, οι βασικές αρχές παραμένουν κοινές και αποτελούν σημείο αναφοράς για κάθε ψυχολόγο.
Η πρακτική εφαρμογή των δεοντολογικών αρχών συχνά οδηγεί σε ηθικά διλήμματα, για τα οποία απαιτείται κριτική σκέψη, εποπτεία και συνεχιζόμενη επιμόρφωση. Η αναγνώριση των περιορισμών, η αποφυγή βλάβης και η διαφύλαξη της αξιοπρέπειας του θεραπευόμενου αποτελούν απαραίτητα στοιχεία μιας ηθικά υπεύθυνης επαγγελματικής ταυτότητας.
Αναγκαία δε κρίνεται η συνεχόμενη επιμόρφωση και αυτοφροντίδα του ψυχολόγου, κάτι που έχει παραλειφθεί από τον κώδικα δεοντολογίας του 2019.
Βιβλιογραφία (APA 7)
American Psychological Association. (2017). Ethical Principles of Psychologists and Code of Conduct. APA.
European Federation of Psychologists’ Associations. (2005). Meta-Code of Ethics. EFPA.
European Federation of Psychologists’ Associations. (2015). Ethical Guidelines. EFPA.
Υπουργική Απόφαση 42984/2019 (ΦΕΚ Β’ 2344/18-6-2019). Κώδικας Δεοντολογίας Ψυχολόγων. Ελλάδα.
THERAPY.PSYCHOLOGY - ΠΛΑΤΦΟΡΜΑ ONLINE ΨΥΧΟΘΕΡΑΠΕΙΑΣ
Μια ολοκληρωμένη εμπειρία σύνδεσης Ειδικών Ψυχικής Υγείας και Θεραπευόμενων | Ξεκίνα εδώ το Θεραπευτικό ταξίδι σου...