Πρόσθεσε το Psychology.gr στις προτιμώμενες πηγές σου στη Google
Με αυτό τον τρόπο, θα βλέπεις περισσότερα νέα άρθρα ψυχολογίας και ψυχικής υγείας που δημοσιεύονται στο PSYCHOLOGY.GR
Στην ψυχοδυναμική ψυχοθεραπεία, η εκπαίδευση εστιάζει συχνά στην αναγνώριση κλινικών μοτίβων, την κατανόηση των ασυνείδητων δυναμικών και την ικανότητα να δίνουμε ερμηνείες που θα βγάλουν νόημα για τον θεραπευόμενο.
Η μεγαλύτερη πρόκληση, ωστόσο, δεν είναι απλώς να εφαρμόσουμε σωστά τη θεωρία. Η πραγματική δυσκολία βρίσκεται στην ικανότητά μας να αντέχουμε τις στιγμές της κλινικής αβεβαιότητας — τις στιγμές που, πολύ απλά, δεν καταλαβαίνουμε αμέσως τι συμβαίνει.
Η έννοια του «εσωτερικού επόπτη», όπως την έχει διατυπώσει ο Patrick Casement (1985), αποτελεί ίσως το πιο χρήσιμο εργαλείο για τη διαχείριση αυτών των καταστάσεων. Η προσέγγισή του πατάει πάνω στην έννοια της «αρνητικής ικανότητας» (negative capability) του Wilfred Bion (1970): την ικανότητα δηλαδή να παραμένει κανείς μέσα στην αβεβαιότητα και την αμφιβολία, χωρίς να βιάζεται να βρει λογικές εξηγήσεις. Αυτό δεν σημαίνει ότι ο θεραπευτής μένει παθητικός. Αντίθετα, είναι μια πολύ ενεργή στάση, ειδικά όταν το άγχος της αβεβαιότητας μας πιέζει να μιλήσουμε πριν την ώρα μας.
Το άγχος της βεβαιότητας και η εσωτερική μας αντίδραση
Όταν προκύπτει σύγχυση ή όταν η συνεδρία φαίνεται να «κολλάει», είναι απολύτως φυσιολογικό να ενεργοποιηθεί το άγχος του θεραπευτή. Ξυπνάει ο φόβος της κριτικής: «Πρέπει να πω κάτι τώρα, αλλιώς ο θεραπευόμενος θα νομίζει ότι δεν τον βοηθάω». Αυτό το άγχος μάς σπρώχνει συχνά σε μια βιαστική παρέμβαση —μια ερώτηση ή μια ερμηνεία— η οποία στην πραγματικότητα εξυπηρετεί τη δική μας ανάγκη να νιώσουμε ικανοί, και όχι την ανάγκη του θεραπευόμενου.
Εδώ κρύβεται μια ουσιαστική διάσταση της αντιμεταβίβασης. Σύμφωνα με τον Racker (1968), η αντιμεταβίβαση δεν αφορά μόνο τα συναισθήματα που μας προκαλεί ο άνθρωπος που έχουμε απέναντί μας. Αφορά και τη δική μας δυσκολία να αντέξουμε το άγνωστο, καθώς και το πώς αντιδρά η δική μας προσωπικότητα στην ίδια τη δομή της θεραπείας. Το ζητούμενο δεν είναι να καταπνίξουμε αυτό το άγχος, αλλά να το αναγνωρίσουμε. Το να δίνουμε χώρο στην εσωτερική μας αβεβαιότητα είναι βασικό σημάδι κλινικής ωριμότητας.
Η σιωπή ως κλινική παρέμβαση
Αυτή η δυσκολία μας να αντέξουμε την αβεβαιότητα κορυφώνεται συχνά στις στιγμές της σιωπής. Ειδικά στα πρώτα βήματα της κλινικής πορείας, η σιωπή βιώνεται συχνά με έντονη αμηχανία. Ενδέχεται να θεωρήσουμε λανθασμένα ότι η σιωπή είναι «κενός χρόνος» και ότι η θεραπεία προχωράει μόνο όταν μιλάμε.
Ωστόσο, η σιωπή —πάντα σταθμισμένη ανάλογα με τον άνθρωπο που έχουμε απέναντί μας— μπορεί να είναι βαθιά θεραπευτική. Επιτρέποντας τη σιωπή, δημιουργούμε αυτό που ο D.W. Winnicott (1965) περιέγραψε ως «περιβάλλον κρατήματος» (holding environment). Παραχωρούμε στον θεραπευόμενο τον έλεγχο και του δίνουμε τον απαραίτητο ψυχικό χώρο να υπάρξει μέσα στο δωμάτιο, απαλλαγμένος από την πίεση ότι πρέπει συνεχώς να παράγει λόγο. Έτσι, δημιουργείται ένας ασφαλής χώρος για να νιώσει και να επεξεργαστεί όσα έχουν ήδη ειπωθεί.
THERAPY.PSYCHOLOGY - ΠΛΑΤΦΟΡΜΑ ONLINE ΨΥΧΟΘΕΡΑΠΕΙΑΣ
Μια ολοκληρωμένη εμπειρία σύνδεσης Ειδικών Ψυχικής Υγείας και Θεραπευόμενων | Ξεκίνα εδώ το Θεραπευτικό ταξίδι σου...
Ο Εσωτερικός Επόπτης: Η τέχνη της παύσης
Σε αυτές ακριβώς τις στιγμές παρεμβαίνει ο εσωτερικός επόπτης. Είναι η εσωτερική μας φωνή που παρατηρεί όσα νιώθουμε και μας ρωτάει: «Γιατί νιώθω την ανάγκη να μιλήσω τώρα; Ποιανού το άγχος προσπαθώ να ηρεμήσω; Το δικό μου ή δικό του;».
Ο εσωτερικός επόπτης είναι μια ικανότητα που χτίζεται σιγά-σιγά μέσα από την εποπτεία και την εκπαίδευση, μέχρι να γίνει μόνιμο κομμάτι του τρόπου που σκεφτόμαστε. Δεν είναι μια φωνή που μας ασκεί σκληρή κριτική, αλλά μια φωνή που μας βοηθάει να παρατηρούμε τον εαυτό μας την ώρα που δουλεύουμε. Αν καταφέρουμε να συγκρατήσουμε και να επεξεργαστούμε τα δικά μας συναισθήματα πριν δράσουμε, τότε ολόκληρος ο θεραπευτικός χώρος γίνεται πιο ασφαλής για τον θεραπευόμενο. Αντίθετα, αν τα δικά μας συναισθήματα δεν περάσουν από το φίλτρο του εσωτερικού επόπτη, θα «εισβάλουν» στη συνεδρία και θα θολώσουν τη σχέση.
Ένα κλινικό παράδειγμα: Όταν ο θεραπευτής νιώθει πλήξη
Ας φανταστούμε έναν θεραπευόμενο που έρχεται στη συνεδρία και επί μισή ώρα περιγράφει με εξαιρετική λεπτομέρεια και εντελώς επίπεδο συναίσθημα τα διαδικαστικά της δουλειάς του. Ο θεραπευτής αρχίζει να νιώθει πλήξη, κούραση και την αίσθηση ότι «χάνουν τον χρόνο τους». Η πρώτη παρόρμηση ίσως είναι να δώσει μια κατευθυντική ερμηνεία: «Μήπως μιλάτε συνεχώς για τη δουλειά σας για να αποφύγετε να μιλήσουμε για πιο δύσκολα θέματα;».
ΠΡΟΣΩΠΟΚΕΝΤΡΙΚΗ ΚΑΙ ΒΙΩΜΑΤΙΚΗ ΣΥΜΒΟΥΛΕΥΤΙΚΗ ΓΙΑ ΤΟ ΣΧΕΣΙΑΚΟ ΤΡΑΥΜΑ
Εγκαιρη εγγραφή: έως 30 Ιουλίου 2026 | Διοργάνωση: PSYVERSITY
Τα σεμινάρια απευθύνονται σε Επαγγελματίες Ψυχικής Υγείας που έχουν ενδιαφέρον να εξειδικευθούν στη θεραπεία του ψυχικού τραύματος υπό το πρίσμα της Προσωποκεντρικής Προσέγγισης στην Θεραπεία.
Αυτή η παρέμβαση, αν και θεωρητικά μπορεί να είναι σωστή, εκείνη τη στιγμή κρύβει κινδύνους: ο θεραπευόμενος μπορεί να νιώσει ότι τον κρίνουν και να αμυνθεί περισσότερο. Στην πραγματικότητα, ίσως η παρέμβαση εξυπηρετεί απλώς την ανάγκη του θεραπευτή να σπάσει τη δική του πλήξη. Όπως έχει τονίσει ο Ogden (1994), η πλήξη του θεραπευτή δεν είναι ποτέ τυχαία. Είναι μια πολύτιμη πληροφορία που χρειάζεται επεξεργασία.
Αν ο θεραπευτής ακούσει τον εσωτερικό του επόπτη, θα κάνει μια παύση: «Νιώθω πλήξη. Τι προσπαθεί να μου πει χωρίς λόγια ο θεραπευόμενος; Μήπως αυτή η συναισθηματική αποσύνδεση είναι ο μόνος τρόπος που ξέρει για να νιώθει ασφαλής αυτή τη στιγμή;».
Διατηρώντας αυτή την παύση, μπορεί απλά να πει: «Ακούω πόσο μεγάλο μέρος της σκέψης σας καταλαμβάνει η δουλειά σήμερα». Αυτή η απλή, ζεστή παρατήρηση προσφέρει στον θεραπευόμενο την ανακουφιστική εμπειρία του να νιώθει ότι τον καταλαβαίνουν χωρίς να τον κρίνουν. Και πολύ συχνά, αυτή ακριβώς η στάση είναι που του επιτρέπει τελικά να συνδεθεί με το πραγματικό του συναίσθημα.
Η κλινική υπομονή ως δεξιότητα
Το να εξελίξουμε τον εσωτερικό μας επόπτη σημαίνει να εκπαιδευτούμε στην υπομονή. Να επιτρέπουμε στις ψυχικές διεργασίες να ξεδιπλωθούν στον δικό τους χρόνο, αποδεχόμενοι ότι το νόημα στη θεραπεία δεν το "ανακαλύπτει" έξυπνα ο θεραπευτής, αλλά το συν-κατασκευάζουν μαζί με τον θεραπευόμενο.
Σε τελική ανάλυση, η κλινική δεξιότητα δεν κρύβεται στην πιο έξυπνη θεωρητική ερμηνεία. Κρύβεται στην ικανότητά μας να βάζουμε στην άκρη την ανάγκη μας να τα ξέρουμε όλα, ώστε να μπορέσουμε να αφουγκραστούμε τι πραγματικά συμβαίνει μέσα στο δωμάτιο — τόσο στον άνθρωπο που κάθεται απέναντί μας, όσο και μέσα σε εμάς τους ίδιους.
Βιβλιογραφία
Bion, W. R. (1962). Learning from experience. Heinemann.
Bion, W. R. (1970). Attention and interpretation. Tavistock.
Casement, P. (1985). On learning from the patient. Tavistock Publications.
Casement, P. (1990). Further learning from the patient: The analytic space and process. Routledge.
Ogden, T. H. (1994). The analytic third: Working with intersubjective clinical facts. International Journal of Psychoanalysis, 75(1), 3–19.
Racker, H. (1968). Transference and countertransference. International Universities Press.
Stolorow, R. D., & Atwood, G. E. (1992). Contexts of being: The intersubjective foundations of psychological life. Analytic Press.
Winnicott, D. W. (1965). The maturational processes and the facilitating environment. International Universities Press.
THERAPY.PSYCHOLOGY - ΠΛΑΤΦΟΡΜΑ ONLINE ΨΥΧΟΘΕΡΑΠΕΙΑΣ
Μια ολοκληρωμένη εμπειρία σύνδεσης Ειδικών Ψυχικής Υγείας και Θεραπευόμενων | Ξεκίνα εδώ το Θεραπευτικό ταξίδι σου...