Notre Drame De Paris

Γιατί μας συγκινούν τα δράματα; Γιατί στεκόμαστε με δέος μπροστά στη δραματική φύση μιας καταστροφής; Τι εγείρει τα συναισθήματά μας όταν χάνεται κάτι σημαντικό;

Μια δραματική ταινία, ένα δραματικό γεγονός, μια δραματική είδηση αντιμετωπίζεται από τους περισσότερους με δέος και συγκίνηση. Θα μπορούσε να πει κανείς πως οι άνθρωποι οικειοποιούνται τέτοιου είδους εξωτερικά γεγονότα σαν αυτά να έχουν τη δύναμη να συν-κινήσουν εσωτερικές διεργασίες στον ανθρώπινο ψυχισμό.

Μπροστά στο δράμα ο άνθρωπος εξημερώνεται, αγγίζοντας την ανθρώπινή του φύση μακριά από τις ναρκισσιστικές παραφυάδες. Αυτό ακριβώς είναι που εξυπηρετεί και η «επανάληψη» του θείου δράματος στην εκκλησιαστική μας παράδοση. Αυτό είναι που αισθάνεται ο άνθρωπος ως ατομικό ον και, ταυτόχρονα, οι κοινωνίες ως συλλογικές οντότητες μετά από μια μεγάλη καταστροφή, φυσική, οικονομική, πολιτιστική, κ.α.

Το δράμα της Παναγίας των Παρισίων

Το δράμα και η καταστροφή φέρνουν τον άνθρωπο αντιμέτωπο με την έννοια της απώλειας και τον θέτουν υπό την κυριαρχία του θρήνου. Δίχως να έχεις χάσει κάτι εντελώς προσωπικό, η αέναη εκδραμάτιση της νεκρανάστασης του Ιησού και οι κάθε λογής καταστροφές όπως αυτή της Παναγίας των Παρισίων προκαλούν το συναίσθημα της θλίψης και φέρνουν τον άνθρωπο στα γήινα μέτρα της ασημαντότητάς του, σαν το δράμα να είναι ο δρόμος για την ανάσταση και την ψυχική αναγέννηση.

Προφανώς, όσον αφορά το ναό, μαζί του χάθηκε κι ένα ανεκτίμητο κομμάτι του πολιτισμού αλλά και της ίδιας της ταυτότητας της πόλης του Παρισιού. Αναμφίβολα όμως, η μεγάλη συγκίνηση δεν σχετίζεται μόνο με την καλαισθησία και την μεγαλοπρέπεια του ναού, ως αρχιτεκτονικού μνημείου.

Στη συγκεκριμένη περίπτωση, ο θρήνος και η συγκίνηση αναδύονται από την απώλεια ενός συμβολικού μπολιάσματος της εκκλησιαστικής παράδοσης με την κοσμική κουλτούρα.

Η ιερή λειτουργία του ναού, με λίγα λόγια, μετατρέπεται σε μια διαρκή λειτουργικότητα και η θρησκευτικότητα μεταβολίζεται στην κουλτούρα της καθημερινότητας. Ο ναός δεν υποδέχεται προσκυνητές, μα θεατές μιας συγκινησιακά φορτισμένης παράστασης, η οποία διεξάγεται με πρωταγωνιστές τους ίδιους. Σε αυτή τη σχέση, η ιερότητα διαπερνά το θείο και αλληλεπιδρά με την ανθρώπινη, κοινωνική και πολιτισμική διάσταση των συμμετεχόντων.

Ο μνημειώδης όμως συμβολικός τόπος του Θεού, ειδικά η μεγαλοπρεπής εμφατικότητα των ρωμαιοκαθολικών ναών, μας υπενθυμίζει και την (σημαντική) ασημαντότητα του ανθρώπου. Εκφράζει και, παράλληλα, καθορίζει τα όρια του υπερβατού και περιβάλλει τον ανθρώπινο ψυχισμό. Μας δίνει, εν ολίγοις, την αίσθηση ενός υπερβατικού «ανήκειν» και ταυτόχρονα μας προσγειώνει στην ταπεινή μας ύπαρξη. Κινούμενοι μέσα σε μια σημαντική ασημαντότητα μπορούμε να καθορίσουμε τις συντεταγμένες μας και να ελέγχουμε τις επιθυμίες μας, δηλαδή τις ενστικτώδεις ορμές μας, μπορούμε να αποδεχθούμε τη ζωή και την απώλεια κάθε λογής και, πριν από όλα, το θάνατο.

Η καταστροφή της Παναγίας των Παρισίων μας θυμίζει, επιπλέον, την αναζωογονητική δύναμη του μητρικού προτύπου και δημιουργεί την ελπίδα της αναγέννησης μέσα από τις στάχτες, σε έναν αέναο κύκλο δημιουργίας και αποσύνθεσης. Αυτήν ακριβώς την ανάγκη υποδεικνύει και η άμεση κινητοποίηση των ανθρώπων να συμβάλλουν στην αποκατάσταση των ζημιών του ναού.

Γιατί μας συγκινούν κάποια δράματα;

Διπλή απώλεια, λοιπόν, η φετινή, σε αυτή τη χρονική συγκυρία: η μια συμβολική, του θείου δράματος και η άλλη πραγματική, αυτή της πυρκαγιάς στον ναό της Παναγίας των Παρισίων, μεταξύ άλλων βέβαια πολλών καθημερινών απωλειών που συμβαίνουν στον πλανήτη μας, στις κοινωνίες μας, στις οικογένειές μας, σ’ εμάς τους ίδιους. Διερωτώμαι, ως εκ τούτου, γιατί μας συγκινούν κάποια δράματα κι όχι όλα όσα συμβαίνουν στον κόσμο. Γιατί στη θέα ενός πεινασμένου παιδιού δεν ανταποκρίνονται με την ίδια ευαισθησία οι κατέχοντες τον πλούτο; Η απάντηση κρύβεται πίσω από την οικειότητα με την οποία θα επενδύσουμε το κάθε δραματικό γεγονός. Κάποια νιώθουμε πως μας αφορούν, πως είναι δικά μας, οπότε η ανατροπή μιας οικείας κατάστασης μας σοκάρει περισσότερο. Τα άλλα, είναι μεν τραγικά, ίσως όμως έχουμε μάθει να τα αντέχουμε και ίσως, ακόμα, αν τα αφήσουμε να μας συγκινήσουν να μας παρασύρουν σε άλλες συνειδητοποιήσεις, όπως αυτή του τι προκαλεί τη φτώχεια στον τρίτο κόσμο και του πως συνεισφέρει ο καθένας από μας στη διαμόρφωση της κατάστασης αυτής.

Η αίσθηση της ανατροπής μιας οικείας πραγματικότητας είναι, συνεπώς, που κάνει τους πλούσιους Γάλλους να θέλουν να ξαναδούν αποκατεστημένη την Παναγία τους, ενώ ταυτόχρονα εγείρει την ανάγκη της σύνδεσης με το παρελθόν και της αποκατάστασης των γεφυρών που τους συνδέουν με αυτό. Βέβαια, όπως προείπα, η τάση τους αυτή να χρηματοδοτούν κυρίως ό,τι είναι οικείο θυμίζει τη φράση του Τάσου Λειβαδίτη.

«κι όπως έτρεχε να σώσει την ανθρωπότητα, ποδοπατούσε τους διπλανούς του».

Τελικά, η επιθυμία αποκατάστασης των ζημιών μαρτυρά την ανάγκη των ανθρώπων να παλεύουν ενάντια στην απώλεια με ό,τι ψυχικά αποθέματα έχουν και να επιζητούν τη ιστορική, κοινωνική, πολιτισμική, εθνική τους συνέχεια και κάθε τι δραματικό μας επιτρέπει, μέσω του πόνου και της απελπισίας, να δημιουργούμε νέες αφετηρίες.

Συγγραφή Άρθρου

Γιώργος Γιαννούσης - Ψυχοθεραπευτής

Ψυχοθεραπευτής, Οικογενειακός θεραπευτής, Επιστημονικός Υπεύθυνος στο Κέντρο Στήριξης για το Παιδί και την Οικογένεια - ΝΗΜΑ.

Σχετικά άρθρα

Εγγραφείτε στο Newsletter μας!

* απαιτούμενα πεδία
Ενδιαφέροντα * :
0
Shares