Δυσλειτουργικές συμπεριφορές ονομάζονται οι μορφές συμπεριφοράς, οι οποίες συνήθως προκαλούν προσωπική δυσφορία, ψυχολογική αναπηρία, δυσλειτουργία ή παραβιάζουν τις κοινωνικές νόρμες (Kring, Davison, Neale & Johnson, 2010).

Στο παρόν άρθρο, λοιπόν, γίνεται μια προσπάθεια να κατανοήσει ο αναγνώστης τον ρόλο που διαδραματίζουν τα δευτερογενή οφέλη και το πλαίσιο στο οποίο εντάσσεται το άτομο, όσον αφορά στους τρόπους με τους οποίους η εκάστοτε δυσλειτουργική συμπεριφορά, εφόσον δημιουργηθεί, διατηρείται και ανθίσταται στην αλλαγή.

Το δευτερογενές όφελος μιας συμπεριφοράς

Στην κλινική ψυχολογία και την ψυχοθεραπεία, η συμπεριφορά, είτε είναι λειτουργική είτε δυσλειτουργική, θεωρείται πως έχει κάποια χρησιμότητα, και αυτός είναι ο λόγος που έχει δημιουργηθεί και διατηρηθεί. Ένα απλό παράδειγμα, αποτελεί ένα άτομο με αγοραφοβία, η οποία γενικά αναφέρεται στο άγχος του ατόμου να βρεθεί σε χώρους ή καταστάσεις από τις οποίες θεωρεί ότι θα δυσκολευτεί να διαφύγει ή θα ντροπιαστεί αν επιχειρήσει να διαφύγει, σε περίπτωση που εμφανίσει συμπτώματα πανικού (Kring κ.ά., 2010).

Η εν λόγω φοβία του ατόμου, οδηγεί σε διάφορες δυσλειτουργικές συμπεριφορές, όπως για παράδειγμα την παραμονή του ατόμου για μεγάλα χρονικά διαστήματα μέσα στο σπίτι. Αυτή η συμπεριφορά, ακόμη κι αν είναι δυσάρεστη και μη παραγωγική για το άτομο, πρώτον το βοηθά να αποφύγει τον φόβο του και δεύτερον, του προσφέρει την αίσθηση ασφάλειας και ελέγχου. Με άλλα λόγια, αποβαίνει χρήσιμη για το άτομο. 

Εφόσον μια συμπεριφορά θεωρηθεί ως χρήσιμη από το άτομο, είτε είναι λειτουργική είτε όχι, εγκαθίσταται.

Διατήρηση δυσλειτουργικής συμπεριφοράς

Στη συνέχεια, η αρχική χρησιμότητα και τα δευτερογενή οφέλη δρουν συνδυαστικά, όσον αφορά στη διατήρηση της συμπεριφοράς. Τα δευτερογενή οφέλη αναφέρονται στις μακροχρόνιες, έμμεσες συνέπειες μιας συμπεριφοράς, οι οποίες είναι τόσο ενισχυτικές για το άτομο, που συμβάλλουν στην παγίωσή της.

Για να επιστρέψουμε στο προηγούμενο παράδειγμα του ατόμου με αγοραφοβία, ο φόβος και η δυσλειτουργική συμπεριφορά πιθανώς έχουν ως αποτέλεσμα να γίνει το άτομο αποδέκτης περισσότερης προσοχής και φροντίδας από τα υπόλοιπα μέλη της οικογένειας.

Η εν λόγω προσοχή και φροντίδα, εφόσον θεωρηθεί επιθυμητή και ενισχυτική για το άτομο, έχει την τάση να ενισχύει τον φόβο και τη δυσλειτουργική συμπεριφορά. Να αναφερθεί σε αυτό το σημείο ότι ο λόγος για τον οποίο εξ αρχής εμφανίστηκε μια συμπεριφορά, συχνά είναι διαφορετικός από τους λόγους οι οποίοι τη διατηρούν στην πορεία.

Για παράδειγμα, το άτομο αρχικά δεν βγαίνει από το σπίτι ως προσπάθεια αντιμετώπισης της αγοραφοβίας, καθώς έτσι αποφεύγει τον φόβο και νιώθει ανακούφιση.

Στη συνέχεια, ωστόσο, η συμπεριφορά παγιώνεται καθώς, όχι μόνο βοηθά το άτομο όσον αφορά στη φοβία του, αλλά του προσφέρει και την προσοχή και φροντίδα της οικογένειας. Στο σημείο αυτό ξεκινά και ο ρόλος του πλαισίου στη διατήρηση της δυσλειτουργικής συμπεριφοράς.

Αποκτήστε το βιβλίο Γνωστική συμπεριφορική θεραπεία, από το εξειδικευμένο βιβλιοπωλείο ψυχολογίας της Πύλης μας.

Ο ρόλος του περιβάλλοντος στη διατήρηση μιας συμπεριφοράς

Στην ψυχολογία και την ψυχοθεραπεία γίνεται η προσπάθεια κατανόησης του ατόμου όχι μεμονωμένα, αλλά μέσα στο πλαίσιο όπου ζει. Ως πλαίσιο, το οποίο συχνά ονομάζεται και περιβάλλον ή σύστημα, θεωρείται η οικογένεια, οι φιλίες, το εργασιακό περιβάλλον, η κοινωνία κλπ. Όταν το άτομο παρουσιάσει μια δυσλειτουργική συμπεριφορά, αυτό μπορεί να οφείλεται ή όχι στην αλληλεπίδρασή του με το πλαίσιο στο οποίο ανήκει. Ακόμη κι αν η προβληματική συμπεριφορά αρχικά εκδηλώνεται και υπάρχει ανεξάρτητα από το πλαίσιο, πάντα έχει επιδράσεις σε αυτό (Corey, 2005).

Ως αποτέλεσμα, το πλαίσιο αντιδρά με κάποιον τρόπο, ως απάντηση στη δράση του ατόμου. Από τη στιγμή που το περιβάλλον αρχίσει να αντιδρά στη δυσλειτουργική συμπεριφορά του ατόμου, είναι πιθανό να αναπτυχθούν ενισχύσεις και δευτερογενή οφέλη όχι μόνο για το άτομο, αλλά και για το πλαίσιο. Στο παραπάνω παράδειγμα, η οικογένεια προσφέρει προσοχή και φροντίδα στο άτομο που λόγω της αγοραφοβίας του δυσκολεύεται να βγει από το σπίτι.

Η διατήρηση της συνοχής ενός συστήματος

Αυτή η στάση της οικογένειας προς το αδύναμο μέλος, πιθανώς έχει ως συνέπεια την αίσθηση χρησιμότητας των υπόλοιπων μελών και το αίσθημα προστασίας της οικογένειας. Με άλλα λόγια, αποτελεί για την οικογένεια ένα δευτερογενές όφελος. Σε αυτό το σημείο να σημειωθεί πως για οποιοδήποτε σύστημα είναι μείζονος σημασίας η διατήρηση της δομής του. Επομένως, το σύστημα αναγνωρίζει ως ενίσχυση συμπεριφορές που διατηρούν τη δομή.

Για μια πιο διεξοδική κατανόηση του ρόλου του πλαισίου ή του συστήματος στη διατήρηση και ενίσχυση της δυσλειτουργικής συμπεριφοράς του ατόμου, είναι χρήσιμο να αναφερθούν τα βασικά χαρακτηριστικά του. Ως σύστημα γενικά ονομάζεται ένα σύνολο στοιχείων, τα οποία αλληλεπιδρούν μεταξύ τους, έτσι ώστε η μεταβολή στο ένα από αυτά να έχει επίδραση σε ένα ή σε όλα τα υπόλοιπα στοιχεία.

Στην ψυχολογία και την ψυχοθεραπεία, ως σύστημα ορίζεται ένα σύνολο δύο ή περισσότερων ατόμων, τα οποία αλληλεπιδρούν μεταξύ τους, επηρεάζοντας το ένα το άλλο και το σύστημα συνολικά. Παραδείγματα αποτελούν το συζυγικό, το οικογενειακό, το φιλικό σύστημα κ.ά. Όσον αφορά στη δομή ενός συστήματος, αποτελείται από υποσυστήματα, τα οποία έχουν συγκεκριμένες λειτουργίες, στόχους και όρια (Corey, 2005).

Το οικογενειακό σύστημα

Ας πάρουμε ως παράδειγμα την οικογένεια. Η οικογένεια, αποτελούμενη από στοιχεία, για παράδειγμα δύο γονείς και δύο παιδιά, αποτελεί ένα σύστημα. Ως υποσυστήματα θεωρούνται το συζυγικό, το αδελφικό, καθώς και η σχέση του καθενός γονέα με το καθένα από τα δύο παιδιά. Οι λειτουργίες, στόχοι και όρια των υποσυστημάτων και του συστήματος της οικογένειας στο σύνολό της, προσανατολίζονται στη διατήρηση του συστήματος, κάτι το οποίο σημαίνει πρώτον, ότι στοιχεία ξένα ως προς το σύστημα δεν γίνονται δεκτά και δεύτερον, ότι το σύστημα ανθίσταται στη αλλαγή (Χάιντς, 2020).

Όσον αφορά στα ξένα στοιχεία, δηλαδή τρίτα πρόσωπα που προσπαθούν να εισχωρήσουν στο σύστημα, μπορεί να συμβούν τρία ενδεχόμενα.

  • Το οικογενειακό σύστημα είτε θα απομακρύνει το ξένο στοιχείο, για τη διατήρηση της δομής του,
  • είτε θα αφομοιώσει και θα ενσωματώσει έπειτα από προσπάθεια το ξένο μέλος, αναδιοργανώνοντας τη δομή τους συστήματος και προσαρμόζοντάς το στην αλλαγή,
  • είτε αν αποτύχει να κάνει κάτι από τα δύο, θα διαλυθεί.

Σε αυτό το σημείο γίνεται αντιληπτό ότι όταν το ένα μέλος της οικογένειας αποφασίσει να συμμετέχει σε μια θεραπευτική διαδικασία, ο θεραπευτής πιθανώς να θεωρηθεί ως ξένο σώμα από το οικογενειακό σύστημα, και άρα θα γίνει προσπάθεια απομάκρυνσης, σαμποτάροντας για αυτόν τον λόγο τη θεραπεία (Χάιντς, 2020).

Η θεραπευτική διαδικασία ως απειλή

Το παραπάνω φαινόμενο γίνεται ακόμη πιο συχνό, όταν ο θεραπευτής, στην προσπάθεια κατανόησης της προβληματικής συμπεριφοράς, αρχίσει να διερευνά το σύστημα του ατόμου και τις αλληλεπιδράσεις των μελών του.

Όσον αφορά στην αντίσταση στην αλλαγή, κάθε σύστημα στην προσπάθεια διατήρησης της ομοιόστασής του, αντιλαμβάνεται την ενδεχόμενη αλλαγή ως απειλή που συνοδεύεται από κάποιο κόστος για τα μέλη και για το σύνολο του συστήματος.

Και σε αυτό το σημείο διαφαίνεται πως η θεραπευτική διαδικασία, εφόσον στοχεύει στην αλλαγή της συμπεριφοράς του ατόμου, ερμηνεύεται ως απειλή από το άτομο και από το σύστημα όπου το άτομο ανήκει (Χάιντς, 2020).

Ολοκληρώνοντας, οι λόγοι για τους οποίους η δυσλειτουργική συμπεριφορά εφόσον δημιουργηθεί, διατηρείται και ανθίσταται στην αλλαγή, συνήθως αναζητούνται στις συνέπειες, τις ενισχύσεις και τα δευτερογενή οφέλη που προκαλεί στο άτομο και το σύστημα.

Σαν τελευταίο σχόλιο, είναι χρήσιμο να έχουμε κατά νου ότι δεν μπορούμε απλώς να αφήσουμε στην άκρη μια συμπεριφορά, ακόμη κι αν είναι παθολογική και προκαλεί δυσφορία,

  • πρώτον αν δεν κατανοήσουμε τους λόγους για τους οποίους έχει αποκτήσει χρησιμότητα και νόημα στη ζωή μας,
  • δεύτερον αν δεν την αντικαταστήσουμε με περισσότερο χρήσιμες και λειτουργικές συμπεριφορές,
  • και τρίτον αν δεν αντιμετωπίσουμε παραγωγικά την αλλαγή που φέρει τόσο στον εαυτό μας όσο και στο σύστημα όπου ανήκουμε.

Στην ψυχοθεραπεία, ο θεραπευόμενος σε συνεργασία με τον θεραπευτή έχει την ευκαιρία να κατανοήσει τη συμπεριφορά του και έπειτα να αποκτήσει τα κατάλληλα εφόδια για να τη διαμορφώσει εκ νέου, αντιμετωπίζοντας παράλληλα τις συνέπειες και αλλαγές που θα επιφέρει στον ίδιο και το περιβάλλον του. 


Βιβλιογραφία

Η κεντρική ιδέα καθώς και πολλές λεπτομέρειες του παρόντος άρθρου πηγάζουν από τη διάλεξη της κ. Χάιντς Έλενας, στο σεμινάριο με τίτλο «Γνωστικές συμπεριφορικές προσεγγίσεις και η σχέση τους με άλλες ψυχοθεραπευτικές προσεγγίσεις», στα πλαίσια της εκπαίδευσης στη Γνωστική συμπεριφορική θεραπεία της ΕΕΕΣ. 

Corey, G. (2005). Θεωρία και πρακτική της συμβουλευτικής και της ψυχοθεραπείας. (Μπαρπάτση, Μ., μετ.). (Κοτρώτσου, Ε., επιμ.). Αθήνα: Ελλήν. 

Kring, A. M., Davison, G. C., Neale, J. M. & Johnson, S. L. (2010). Ψυχοπαθολογία. (Καραμπά, Α., μετ.). (Αυδή, Ε. & Ρούσση, Π., επιμ.). Αθήνα: Gutenberg. 

Χάιντς, Ε. & Χιονίδου, Χ. (2020). Γνωστικές συμπεριφορικές προσεγγίσεις και η σχέση τους με άλλες ψυχοθεραπευτικές προσεγγίσεις [σεμινάριο]. Θεσσαλονίκη: Παράρτημα Μακεδονίας της Ελληνικής Εταιρείας Έρευνας Συμπεριφοράς.

Συγγραφή - Επιμέλεια Άρθρου

Ιφιγένεια Αμανατιάδου

amanatiadou ifigeneiaΨυχολόγος απόφοιτη του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης.
Εκπαιδευόμενη στη Γνωστική Συμπεριφορική Θεραπεία στο Παράρτημα Μακεδονίας της Ελληνικής Εταιρείας Έρευνας της Συμπεριφοράς.