Ως διάγνωση γενικά εννοείται η συναγωγή συμπεράσματος, το οποίο στηρίζεται σε ορισμένες ενδείξεις. Στην Ιατρική, ο όρος χρησιμοποιείται για να περιγράψει τον προσδιορισμό μιας ασθένειας βάσει ορισμένων ενδείξεων ή συμπτωμάτων, τα οποία εξετάζονται ιατρικά. Στην Ψυχιατρική και την Ψυχολογία, η διάγνωση δανείζεται τη σημασία που της αποδίδεται στην Ιατρική.

Με άλλα λόγια, ως διάγνωση εννοείται ο προσδιορισμός μιας ψυχικής ασθένειας με βάση ενδείξεις ή συμπτώματα που εξετάζονται με εργαλεία αξιολόγησης και μέτρησης (Kring, Davison, Neale & Johnson, 2010).

Η διάγνωση, όπως αυτή ορίζεται στην κυρίαρχη ψυχοπαθολογία, αποτελεί ένα από τα βασικότερα ζητήματα που απασχολούν την κριτική.

Παρακάτω αναφέρονται τα κυριότερα σημεία της κριτικής σχετικά με τη διάγνωση, όπως προκύπτουν από τον ορισμό της.

Θετικισμός

Ήδη από τον ορισμό της διάγνωσης, καταδεικνύονται τρεις βασικές αρχές που διέπουν την ψυχοπαθολογία.

Η πρώτη αρχή αφορά στην θεώρηση της ψυχοπαθολογίας ως αντικείμενο της επιστήμης. Ως επιστήμες, η Ψυχολογία και η Ψυχιατρική ασπάζονται τον Θετικισμό, σύμφωνα με τον οποίο μια πρόταση ή ένας φυσικός νόμος είναι αληθής, μόνο όταν είναι λογικά επαληθεύσιμος. Όσον αφορά στις φυσικές επιστήμες, ο Θετικισμός απορρίπτει καθετί μεταφυσικό, διασφαλίζοντας τη λογική εξήγηση του κόσμου.

Όσον αφορά, όμως, στις ανθρωπιστικές επιστήμες, ο Θετικισμός αποκτά και επιπλέον διαστάσεις.

Εκτός από την απόρριψη των μεταφυσικών, υπερβατικών, απόκρυφων ερμηνειών της ανθρώπινης συμπεριφοράς, ο Θετικισμός καταργεί ταυτόχρονα την αξία και την ηθική, θεωρώντας ως ασήμαντο, μεταφυσικό, «παραψυχολογικό» ό,τι δεν αποτελεί ζήτημα επιστημονικού ενδιαφέροντος (Heather, 1976).

Σε αυτό το πλαίσιο, καταργείται η ανθρώπινη εμπειρία και το βίωμα.

Το άτομο αποτελώντας υποκείμενο μελέτης, περιορίζεται στον ρόλο του παθητικού δέκτη εξωτερικών δυνάμεων που ελέγχουν τη συμπεριφορά, τη σκέψη και το συναίσθημά του, ενώ ταυτόχρονα καταργείται η έννοια της ελευθερίας, του ελέγχου και της ανάληψης ευθύνης για τον εαυτό (Heather, 1976).

Επιπλέον, θεωρώντας επιστημονικό μόνο ό,τι είναι άμεσα παρατηρήσιμο και λογικά ελέγξιμο, ο Θετικισμός αντιμετωπίζει την κοινωνία σαν να είναι η μόνη πιθανή αλήθεια, απορρίπτοντας το ενδεχόμενο να επιδέχεται αλλαγή. Αντιθέτως, αυτός που επιβάλλεται να αλλάξει είναι το ίδιο το άτομο. Με αυτόν τον τρόπο, η επιστήμη μετατρέπεται σε ιδεολογία, η οποία δεν παρατηρεί απλώς την ανθρώπινη συμπεριφορά, αλλά στοχεύει στον έλεγχο και καθορισμό της σύμφωνα με τις επιταγές της κοινωνίας (Heather, 1976).

Φαινομενολογία

Σε αντίθεση με τις φυσικές επιστήμες στις οποίες δεσπόζει ο Θετικισμός, στις ανθρωπιστικές επιστήμες θα ήταν χρησιμότερο να κυριαρχεί η Φαινομενολογία.

Στη Φαινομενολογία, κανένα πράγμα δεν υπάρχει «αυτό καθαυτό». Αντιθέτως, το καθετί διερευνάται ως φαινόμενο, δηλαδή ως κάτι το οποίο γίνεται αντιληπτό μέσω των ανθρώπινων αισθήσεων και της συνείδησης. Η κατάργηση της μοναδικής και απόλυτης πραγματικότητας και η διαμεσολάβηση της ανθρώπινης εμπειρίας στον τρόπο αντίληψης της εν λόγω πραγματικότητας συνεπάγονται την αντιμετώπιση της ανθρώπινης ύπαρξης ως ολότητας.

Έτσι, η ανθρώπινη εμπειρία δεν μπορεί να διασπαστεί μέσω «αναγωγισμού», ούτε να απομονωθεί από το πλαίσιο στο οποίο αναπτύσσεται, χωρίς να χαθεί το νόημά της (Heather, 1976).

Η ψυχοπαθολογία ως θεώρηση της ιατρικής

Η δεύτερη αρχή που διέπει την ψυχοπαθολογία αφορά στη θεώρησή της ως αντικείμενο της ιατρικής. Ως κλάδοι της Ιατρικής, η Ψυχολογία εν μέρει και η Ψυχιατρική εξ ολοκλήρου, ασχολούνται με την πρόληψη, τη διάγνωση και τη θεραπεία των ψυχικών ασθενειών, με χρήση ψυχολογικών, ψυχιατρικών και νευρολογικών μεθόδων κα εργαλείων. Σε αυτό το σημείο, θα σχολιαστεί η διάγνωση της ψυχικών ασθενειών ως προς το θεωρητικό υπόβαθρο στο οποίο βασίζεται.

Αποκτήστε το βιβλίο Το υποσυνείδητο μπορεί να αλλάξει τη ζωή σου, από το εξειδικευμένο βιβλιοπωλείο ψυχολογίας της Πύλης μας.

Διάκριση ψυχικής υγείας και ψυχικής ασθένειας

Η επιστήμη της Ιατρικής βασίζεται στη διάκριση μεταξύ υγείας και ασθένειας. Ως υγεία εννοείται η καλή φυσική κατάσταση και λειτουργία ενός ζωντανού οργανισμού, ενώ ως ασθένεια εννοείται η γενική ή εστιασμένη ανωμαλία στη φυσιολογική λειτουργία του. Ως κλάδος της Ιατρικής, η Ψυχιατρική δέχεται με τη σειρά της τη διάκριση μεταξύ «ψυχικής υγείας» και «ψυχικής ασθένειας».

Πώς ορίζονται, όμως, οι δύο έννοιες;

Στο DSM-IV-TR, αναφέρονται ως βασικά χαρακτηριστικά για τον ορισμό της «ψυχικής ασθένειας» ή «αποκλίνουσας συμπεριφοράς» η προσωπική δυσφορία, η αναπηρία, η παραβίαση της κοινωνικής νόρμας και η δυσλειτουργία (Kring κ.ά., 2010).

Διάκριση μεταξύ φυσιολογικού μη φυσιολογικού

Η διάκριση μεταξύ ψυχικής υγείας και ασθένειας συνεπάγεται τη διάκριση μεταξύ φυσιολογικού και μη φυσιολογικού. Η ψυχική υγεία ταυτίζεται με το φυσιολογικό και θεωρείται ως κάτι επιθυμητό και καλό, ενώ η ψυχική ασθένεια ταυτίζεται με το μη φυσιολογικό και θεωρείται ως κάτι ανεπιθύμητο, προβληματικό, παθολογικό.

Όσον αφορά στην Ιατρική, το «φυσιολογικό», αφορά στο σώμα και ορίζεται με όρους βιολογίας και ανατομίας. Όσον αφορά στην Ψυχιατρική, όμως, το «φυσιολογικό», αφορά στη συμπεριφορά, στη σκέψη και στο συναίσθημα, οπότε εκτός βιολογικό και οργανικό περιεχόμενο, αποκτά συγχρόνως ηθική και κοινωνική διάσταση, δημιουργώντας ένα «ουτοπικό στάτους», δηλαδή ένα ιδανικό σύνολο άτυπων κανόνων συμπεριφοράς (Scheff, 1975).

Συνεπαγωγικά, ως «μη φυσιολογικό» θεωρείται το άτομο που δεν προσαρμόζεται και δε συμβαδίζει με τις επιταγές της κοινωνίας. Σε αντίθεση τόσο με την ιατρική όσο και με τη φύση, όπου η φυσιολογικότητα και η προσαρμοστικότητα αποτελούν θετικά χαρακτηριστικά του οργανισμού, στην ψυχοπαθολογία δεν μπορεί να ισχύει πάντοτε το ίδιο.

Η έννοια της προσαρμοστικότητας

Πρώτον, ήδη από τον Κάρολο Δαρβίνο (1809-1888) η έννοια της «προσαρμοστικότητας» συνδέεται με περισσότερες πιθανότητες του οργανισμού για επιβίωση, ανάπτυξη, αναπαραγωγή και εξέλιξη. Ακόμη κι αν η εν λόγω σχέση μεταξύ προσαρμογής και επιβίωσης ισχύει όσον αφορά στην ψυχοπαθολογία, είναι απαραίτητο να επαναπροσδιοριστεί η έννοια της «προσαρμοστικότητας».

Με άλλα λόγια, υπάρχει το ενδεχόμενο η ίδια εκδήλωση της αρρώστιας να αποτελεί την προσωπική προσαρμογή του ατόμου ως αντίδραση προς τις συνθήκες του περιβάλλοντός του. Συνεπώς, αν η παραπάνω υπόθεση είναι ορθή, τότε το να θεωρείται ως παθολογία ένας συγκεκριμένος τρόπος προσαρμογής, σημαίνει ότι δεχόμαστε μόνο συγκεκριμένες προσαρμοστικές διαδικασίες ως φυσιολογικές.

Άρα, το κριτήριο του τι είναι προσαρμοστικό και φυσιολογικό και τι όχι δεν σχετίζεται μόνο με τον πρωταρχικό και εμφανή σκοπό που εξυπηρετεί, δηλαδή την επιβίωση και την εξέλιξη (Parker, Harper, Mclaughlin & Stowell, 2007).

Δεύτερον, το άτομο δεν προσαρμόζεται απλώς σε ένα ήδη καθορισμένο περιβάλλον, αλλά το δημιουργεί και βρίσκεται σε συνεχή αλληλεπίδραση με αυτό. Σε αυτό το σημείο είναι χρήσιμο να διευκρινιστεί πως ως άτομο δε θεωρείται μόνο το «υποκείμενο» της μελέτης στην ψυχοπαθολογία, αλλά και ίδιος ο μελετητής.

O ρόλος του επιστήμονα και κλινικού

Η Ψυχολογία και η Ψυχιατρική αποτελούν δύο επιστήμες οι οποίες διακρίνονται καταρχήν από «αυτοπάθεια», καθώς ο άνθρωπος ως επιστήμονας και κλινικός καλείται να μελετήσει και να κατανοήσει την ίδια του τη φύση, τον άνθρωπο ως «υποκείμενο» της μελέτης του. Επιπλέον, όταν ως «υποκείμενο» θεωρείται ο άνθρωπος, σε αντίθεση με τη φύση, έχει την ικανότητα να σκεφτεί και άρα να επηρεαστεί από τις μελέτες, τα ευρήματα και τις θεωρίες που τον αφορούν.

Επομένως, ο ρόλος του επιστήμονα και του κλινικού δεν περιορίζεται απλώς στην παρατήρηση του ανθρώπου, αλλά επεκτείνεται στον έλεγχο και τον καθορισμό του (Heather, 1976).

Τρίτον, για το άτομο, σε αντίθεση με τη φύση, υπάρχει η πιθανότητα το ίδιο το περιβάλλον να είναι μη φυσιολογικό και μη προσαρμοστικό, οπότε να είναι αυτό που πρέπει να υποστεί αλλαγή και όχι το ίδιο άτομο. Το Ναζιστικό καθεστώς αποτελεί ίσως το πιο χαρακτηριστικό ιστορικό παράδειγμα δυσλειτουργικού περιβάλλοντος (Heather, 1976).

Όσον αφορά στις σημερινές κοινωνίες, το αν και κατά πόσο και με ποιον τρόπο ο Καπιταλισμός, ο θεσμός της εργασίας, η φτώχεια, ο θεσμός του γάμου και της οικογένειας, οι κοινωνικές νόρμες, οι αξίες του Δυτικού πολιτισμού κλπ. αποτελούν λειτουργικά περιβάλλοντα μέσα στα οποία το άτομο δυνάμει λειτουργεί φυσιολογικά, αποτελούν περισσότερο ερωτήματα παρά δεδομένες αλήθειες.

Οι ηθικοί και κοινωνικοί παράγοντες που επιδρούν στη συμπεριφορά, τη σκέψη και  το συναίσθημα του ατόμου σιωπηρά παραλείπονται στην ψυχοπαθολογία. Βέβαια η Ψυχολογία και η Ψυχιατρική δεν αρνούνται την ύπαρξη των εμπειριών και του περιβάλλοντος, ωστόσο αποσιωπάται η φύση τους, το τι εκπροσωπούν, το πώς χρησιμοποιούνται κλπ. (Heather, 1976).

Ατομικιστικός προσανατολισμός ψυχοπαθολογίας

Η ιατρικοποίηση του ψυχικού πόνου, δηλαδή η θεώρηση των ανθρώπινων δυσκολιών ως προβλημάτων ψυχολογικών ή ψυχιατρικών και όχι ως πολιτικών ή κοινωνικών (Fox & Prilleltensky, 2003), συνδέεται άρρηκτα με την τρίτη αρχή που διέπει την ψυχοπαθολογία, η οποία αφορά στον ατομικιστικό προσανατολισμό της.

Ως ατομικιστική, η ψυχοπαθολογία αντιμετωπίζει τον άνθρωπο ως ατομικότητα αποκομμένη από τις πολιτικές, κοινωνικές, οικονομικές και πολιτιστικές συνθήκες στις οποίες εντάσσεται.

Αν και θεωρητικά λαμβάνεται υπόψη ο ρόλος του πλαισίου, αυτή η πληροφορία είναι χρήσιμη μόνο στο βαθμό που βοηθά στη διάγνωση και τη θεραπεία του ατόμου. Αντιθέτως, αγνοείται η ανάγκη που προκύπτει για αλλαγή του ίδιου του περιβάλλοντος.

Επιπλέον, ακυρώνεται η δυνατότητα μη συμμόρφωσης του ατόμου με αυτό που η κοινωνία ορίζει ως αποδεκτό, επιθυμητό, φυσιολογικό. Αποτέλεσμα των παραπάνω αποτελεί τελικά ο «εξανθρωπισμός» του ατόμου, κατά τον οποίο ο άνθρωπος καλείται να «μη βγει εκτός πορείας» σύμφωνα με τις επιταγές της κοινωνίας, και καταλήγει τελικά να «βγει έξω από το μυαλό του» (Heather, 1976).

Το παρόν αποτελεί απόσπασμα της πτυχιακής εργασίας της Ιφιγένειας Αμανατιάδου, με τίτλο «Η Διάγνωση στην Ψυχοπαθολογία: Ιστορική Αναδρομή, Κριτική και Διάλογος», με επόπτρια την επιστημονική συνεργάτιδα κ. Ειρήνη Μπόνη, στα πλαίσια των προπτυχιακών σπουδών του τμήματος Ψυχολογίας ΑΠΘ. Ένας από τους στόχους της εργασίας ήταν η δημιουργία ενός διαλόγου μεταξύ παραδοσιακής ψυχοπαθολογίας και κριτικής, συνεπώς οι διαφορετικές απόψεις είναι θεμιτές, ως προέκταση του εν λόγω διαλόγου.


Βιβλιογραφία

Fox, D. & Prilleltensky, I. (2003). Κριτική Ψυχολογία: Εισαγωγή. (Ξενάκη, Χ. & Χονδρός, Π., μετ.). (Ποταμιανός, Γ. Α., επιμ.). Αθήνα: Ελληνικά Γράμματα.
Heather, N. (1976). Radical perspectives in psychology (Essential Psychology). Pyrmont, Australia: Law Book Co of Australasia.  
Kring, A. M., Davison, G. C., Neale, J. M. & Johnson, S. L. (2010). Ψυχοπαθολογία. (Καραμπά, Α., μετ.). (Αυδή, Ε. & Ρούσση, Π., επιμ.). Αθήνα: Gutenberg. 
Parker, I., Harper, D., Mclaughlin, T., & Stowell, S. M. (2007). Αποδομώντας την Ψυχοπαθολογία. (Γεωργάκα, Ε. μετ. & επιμ.). Αθήνα: Gutenberg. 
Scheff, T. J. (1975). Labeling madness. Englewood Cliffs, N.J.: Prentice-Hall. 

Συγγραφή - Επιμέλεια Άρθρου

Ιφιγένεια Αμανατιάδου

amanatiadou ifigeneiaΨυχολόγος απόφοιτη του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης.
Εκπαιδευόμενη στη Γνωστική Συμπεριφορική Θεραπεία στο Παράρτημα Μακεδονίας της Ελληνικής Εταιρείας Έρευνας της Συμπεριφοράς.