Η αιώνια σχέση σώματος και νου έχει επισημανθεί εδώ και χιλιάδες χρόνια πριν, μέσα από τις σοφές ρήσεις των αρχαίων Ελλήνων (νους υγιής εν σώματι υγιεί), και έχει απασχολήσει την επιστήμη,την θρησκεία αλλά και την φιλοσοφία, αρκετές φορές.

Στον τομέα της ψυχικής υγείας, η σύνδεση σώματος και νου μελετάται υπό το βιολογικό, κοινωνικό και ψυχολογικό πρίσμα, αφού, πράγματι, ο οργανισμός μας προκαλεί αλλά και επηρεάζεται από ερεθίσματα που σχετίζονται τόσο με τον σωματικό όσο και με τον κοινωνικό και ψυχολογικό μας εαυτό.

Η διαταραχή του πόνου ανήκει στις Σωματόμορφες Διαταραχές, οι οποίες στην πέμπτη έκδοση του DSM μετονομάστηκαν σε Διαταραχές σχετικές με Σωματικά Συμπτώματα και αποτελούν μια ομάδα ψυχικών διαταραχών που βασικό χαρακτηριστικό τους είναι η παρουσία σωματικών συμπτωμάτων που δεν εξηγούνται ικανοποιητικά από μια ιατρική κατάσταση, δεν έχουν οργανική βάση και δεν μπορουν να αποδοθούν στην χρήση ουσιών ή σε κάποια άλλη ψυχική διαταραχή.

Η κλινική εικόνα της διαταραχής του πόνου συνίσταται σε αρκετά έντονο πόνο ώστε να κρίνεται απαραίτητη η παρέμβαση ειδικού, αφού αυτός ο πόνος προκαλεί δυσφορία και σημαντική έκπτωση στη λειτουργικότητα του ατόμου. Ο πόνος μπορεί να αρχίζει ή να γίνεται πιο δυνατός μετά από έντονο στρες ή συγκρουσιακές καταστάσεις, αλλά το άτομο δεν μπορεί να δώσει λεπτομερείς περιγραφές των αισθήσεων του πόνου.

Θεραπευτική παρέμβαση.
Σύμφωνα με την Γνωσιακή Συμπεριφοριστική Θεραπεία, ο θεραπευτής ενθαρρύνει το άτομο στην αναζήτηση τρόπων που θα μειώσουν τα αρνητικά συναισθήματα, θα βελτιώσουν την ποιότητα της ζωής του και θα οδηγήσουν σε λειτουργικές στρατηγικές αντιμετώπισης του άγχους, όπως η τεχνική της χαλάρωσης για προβλήματα μυικής έντασης ή διέγερσης του αυτόνομου νευρικού συστήματος, η καθοδηγούμενη νοερή απεικόνηση (το άτομο εκπαιδεύεται να φαντάζεται μια ευχάριστη εικόνα την οποία και θα φέρνει στο νου του κάθε φορά που αισθάνεται άγχος), αλλά και η τεχνική της απόσπασης της προσοχής από τον πόνο.

Τέλος, ο οραματισμός νέων στόχων, ο σχεδιασμός δραστηριοτήτων και νέων συνηθειών καθώς και η εκπαίδευση του ατόμου στην απόκτηση αίσθησης μεγαλύτερου ελέγχου στη ζωή του, θα βοηθήσουν το άτομο να μην επικεντρώνει την προσοχή του στο σύμπτωμα, μειώνοντας έτσι την ανησυχία αλλά και το μέγεθος του πόνου.

 

Βιβλιογραφία

Salkovskis, P.M. (1989), ’Somatic problems’, in Hawton, K. et al, Cognitive Behavior Theory for Psychiatric Problems, a practical guide, Oxford University Press, U.S.A, 235–276.

Συγγραφή - Επιμέλεια Άρθρου

Καλλιόπη Κωστέα

kostea kaliopiΜphil Ψυχολογίας, University of Glasgow. Μaster practitioner in eating disorders and Obesity. Συντονίστρια σχολών γονέων. Σύμβουλος επαγγελματικού προσανατολισμού.
Email: Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.