Ο τρόπος δόμησης της αυτοεκτίμησης (self-esteem) με το πέρασμα του χρόνου, είναι άμεσα συνδεδεμένος με την ανάπτυξη του εαυτού (self) και με την ωρίμανση της προσωπικότητας του ατόμου μέσα στον χρόνο. Η δόμηση του εαυτού ξεκινά ήδη με τη γέννηση και φαίνεται να μην αποκτά σταθερή μορφή μέχρι μετά το τέλος της εφηβικής περιόδου. Το πώς εξελίσσεται ο εαυτός έχει εγείρει πολλές διαφορετικές απόψεις.

Η ανάπτυξη της αυτοεκτίμησης σύμφωνα με την ψυχανάλυση

Στον ψυχαναλυτικό κόσμο, η αυτοεκτίμηση αναπτύσσεται παράλληλα με το Εγώ και η πρώτη εισαγωγή του παιδιού στην γνώμη των άλλων συμβαίνει μέσα από την αρχική δυαδική σχέση με τη μητέρα που του παρέχει ή όχι την άνευ όρων αποδοχή. Μέσα από αυτή, το παιδί αναπτύσσει τη βάση της αυτοεκτίμησής του. Στη συνέχεια, το παιδί συναναστρέφεται κυρίως με τους γονείς ή άλλους φροντιστές και μέσα από την επιβεβαίωση ή όχι που παίρνουν από αυτούς δημιουργούν τις προσδοκίες τους για τον εαυτό και για τον κόσμο. Γύρω στα 4 έτη που το παιδί αναπτύσσεται γνωστικά ξεκινά τις πρώτες αξιολογήσεις για τον εαυτό του.

Στη μέση και ύστερη παιδική ηλικία που ξεκινά να πηγαίνει στο σχολείο και επεκτείνει τον κύκλο των σημαντικών άλλων, αυξάνεται και η κοινωνική του εμπειρία και πλέον συγκρίνει τον εαυτό του και με κοινωνικά κριτήρια ώσπου το παιδί ενσωματώνει τις αξιολογήσεις τους μέσα σε μια δική του εσωτερικευμένη αναπαράσταση αυτοεκτίμησης.

Η ανάπτυξη της αυτοεκτίμησης σύμφωνα με τη γνωσιακή θεωρία

Κατά τη γνωσιακή θεωρία, το παιδί αναπτύσσει την εικόνα για τον εαυτό του κυρίως μέσα από βασικές πεποιθήσεις των άλλων για την αξία του, που υιοθετεί και το ίδιο το άτομο. Αυτές οι πεποιθήσεις, καθοδηγούν τον τρόπο που αισθάνεται, βιώνει τον εαυτό του και σκέφτεται ώσπου τελικά οδηγείται σε μία πιο σταθερή εικόνα εαυτού την οποία μετέπειτα διατηρεί μιας και αποτελεί το πρίσμα μέσα από το οποίο βλέπει τον κόσμο.

Ο ναρκισσισμός φαίνεται να δημιουργείται σε άτομα που είχαν δεχτεί είτε μία άνευ όρων αποδοχή δίχως όρια όπου ο γονέας διόρθωνε τα σφάλματα του παιδιού και το έλουζε με φροντίδα, όπου το άτομο αποκτά το αίσθημα κατοχής ιδιαίτερων δικαιωμάτων μαζί με ένα συγκαλυμμένο αίσθημα ανεπάρκειας στο να λειτουργήσει αυτόνομα, είτε αναπτυσσόταν ως μηχανισμός σε γονεϊκές σχέσεις όπου υπήρχε αστάθεια και το άτομο αισθανόταν κατώτερο με αποτέλεσμα να έχει ανάγκη την υιοθέτηση μίας αντισταθμιστικής ψευδοταυτότητας.

Το γεγονός ότι η αυτοαντίληψη του ατόμου γίνεται όλο και πιο συγκεκριμένη δεν συνεπάγεται ότι υπάρχει αντικειμενικότητα ή ότι κάποιος θα είναι και πιο ικανοποιημένος με την εικόνα του (αυτοεκτίμηση), καθώς αρχικά μπορεί να συναντήσει δυσκολίες στο να αποδέχεται τα μειονεκτήματά του και ως εκ τούτου να τα “δουλεύει” με τον εαυτό του.

Ο ρόλος των σημαντικών άλλων στη δόμηση της αυτοεκτίμησης

Όλες οι θεωρίες αυτοεκτίμησης, τείνουν να συγκλίνουν στον άξονα της σημαντικότητας του ρόλου που παίζουν οι σημαντικοί άλλοι και σε μία πιο ενοποιημένη θεωρία όλες οι προσεγγίσεις αντιλαμβάνονται την αυτοεκτίμηση ως την απόσταση που χωρίζει το πραγματικό άτομο από τον ιδανικό του εαυτό. Για παράδειγμα, κάποιος με μη ρεαλιστικές προσδοκίες από τον εαυτό του ή τους άλλους, θα έχει μεγάλη απόσταση από την ιδανική του κατάσταση ύπαρξης και ως αποτέλεσμα θα έχει αρνητική αυτοεκτίμηση ενώ ένα άλλο άτομο με πιο ρεαλιστικές προσδοκίες, που βιώνει τον εαυτό του πιο κοντά σε μία επιθυμητή κατάσταση, θα αισθάνεται καλύτερα.

Επίσης, ένα άτομο με ανελαστικά στάνταρντ ως προς το τι θέλει, πως το θέλει και όπως το θέλει, θα πληγώνεται διαρκώς από την προσδοκία του αυτή και θα καταλήγει να αισθάνεται άσχημα για τον εαυτό του. Για αυτόν τον λόγο, η δυσλειτουργική τελειομανία που αναφέρεται παραπάνω αποτελεί ένα από τα κυριότερα αίτια της χαμηλής αυτοεκτίμησης. Ενώ η λειτουργική τελειομανία, χαρακτηρίζεται από αυτοαποδοχή και συνεχή βελτίωση σε ένα κλίμα εαυτού χωρίς μεγάλη αγωνία και αυτο-τιμωρητικότητα κατά τη διάρκεια αναπόφευκτων απογοητεύσεων.

Η γέννηση του ναρκισσισμού

Ο ναρκισσισμός ως όρος συνδέεται με την αρνητική αυτοεκτίμηση διότι το άτομο μέσα από αυτο-προκαλούμενες ψευδαισθήσεις προσπαθεί μάταια να πείσει τον εαυτό του πως έχει ήδη επιτύχει μία ιδανική κατάσταση εαυτού. Ωστόσο, οι άμυνες στις οποίες στηρίζεται, όπως και οι γνωσιακές στρεβλώσεις που διαπράττει για να συνεχίσει να φορά το ναρκισσιστικό μανδύα είναι φοβερά εξαντλητικές για την προσωπικότητά του και ωθούν το άτομο στον εγωκεντρισμό, την αδυναμία κατανόησης και αναγνώρισης των συναισθηματικών καταστάσεων των άλλων, στην κοινωνική απομόνωση, τον θυμό και την κατάθλιψη.

Οι ερευνητικές μετα-αναλύσεις δείχνουν πως αν και η αυτοεκτίμηση σταδιακά γίνεται σταθερή κατά την ενήλική ζωή και μεταβάλλεται δύσκολα, η ψυχοθεραπευτική παρέμβαση φαίνεται να είναι μία από τις καλύτερες διαθέσιμες λύσεις.

Η μοναδική πρόκληση στη θεραπεία είναι το άτομο με τη χαμηλή αυτοεκτίμηση να αποκτήσει σταθερότητα στη σχέση με τον ψυχοθεραπευτή και να είναι πρόθυμο έστω πειραματικά να δουλέψει με την τελειομανία, την αυτοκριτική, και την κοινωνική του απομόνωση. Με αυτό τον τρόπο, τα θεραπευτικά αποτελέσματα είναι δυνατόν να γενικευθούν και στους υπόλοιπους τομείς της ζωής ώστε να επιτευχθεί μία πιο ρεαλιστική και υγιής σχέση του ατόμου με τον εαυτό και τους άλλους.

Συγγραφή - Επιμέλεια Άρθρου

Άννα Αλβανού

alvanou annaΨυχολόγος- ψυχοθεραπεύτρια, ατομική- ομαδική ψυχοθεραπεία. Δίπλωμα στην Κλινική Ύπνωση με εξειδίκευση στη Βιοθυμική Ψυχοθεραπεία.