Σε μια συνεδρία που αφορά στην θεραπεία μιας ψυχικής νόσου το πρώτο βήμα που γίνεται είναι η διάγνωση. Είναι ιδιαίτερα σημαντική διαδικασία για να επέλθει η σωστή θεραπεία.

Αυτό το βήμα αφορά όλες τις ειδικότητες που ασχολούνται με αυτόν τον τομέα. Μέσα σε αυτές τις ειδικότητες περιλαμβάνονται και η ψυχιατρική και η ψυχανάλυση. Ωστόσο, δεν γίνεται με τον ίδιο τρόπο.

Στην ψυχιατρική αρχικά πραγματοποιείται λήψη του ιστορικού του ασθενούς και γίνεται μια πρώτη εκτίμηση της νοητικής και πνευματικής του κατάστασης. Είναι πιθανό να χρησιμοποιηθεί κάποιο τεστ ή άλλη τεχνική νευροαπεικόνισης.

Η τελική διάγνωση γίνεται με βάση τα συμπτώματα που περιγράφονται στην τελευταία, αναθεωρημένη έκδοση του DSM του Αμερικανικού Ψυχιατρικού Συλλόγου.

Στην ψυχανάλυση η διάγνωση είναι και δομική και κλινική. Δομική γιατί το υποκείμενο, κατά τον Lacan, είναι διαιρεμένο σε δομές και κλινική γιατί επικεντρώνεται πιο πολύ στην έννοια «υποκείμενο». Ωστόσο, παρόλο που φαίνεται σαν να πρόκειται για δυο διαφορετικά είδη διάγνωσης, εντούτοις ο Lacan δεν τα διαχωρίζει καθώς πιστεύει ότι η δομή και το υποκείμενο είναι το ένα και το αυτό, αφού το υποκείμενο δεν μπορεί να υπάρξει χωρίς τις δομές του.

Η δομή του υποκειμένου είναι, ταυτόχρονα, και δομή της γλώσσας γιατί το υποκείμενο περνώντας μέσα από τη γλώσσα παίρνει μορφή και γίνεται αυτό που είναι. Για να πραγματοποιηθεί το υποκείμενο υπάρχουν τρεις τρόποι, που συνιστούν την δομή του. Αυτοί είναι η νεύρωση, η ψύχωση και η διαστροφή.

Η ψυχιατρική διάγνωση διαφέρει από την ψυχαναλυτική επειδή αυτό που είναι σημαντικό για τους ψυχίατρους (διαταραχές) είναι αμελητέας σημασίας για τους ψυχαναλυτές. Για τους τελευταίους υπάρχουν δομές πολύ πιο θεμελιακές οι οποίες μπορούν να προσφέρουν πολλά στην μετέπειτα πορεία της θεραπείας, για παράδειγμα βοηθούν στην ανεύρεση της σωστής κατεύθυνσης της μεταβίβασης και δίνουν μια πρώτη ιδέα για τα χαρακτηριστικά που μπορεί να προκύψουν.

Αποκτήστε το βιβλίο των Ερώτων του ψυχοθεραπευτή, Πέτρου Θεοδώρου, από το εξειδικευμένο βιβλιοπωλείο ψυχολογίας: Στις Σκιές του Έρωτα, για τους αιρετικούς της αγάπης 

Η νεύρωση

Παραπάνω αναφέρθηκαν τα ονόματα των δομικών μερών του υποκειμένου. Ένα από αυτά είναι η νεύρωση. Στη νεύρωση το υποκείμενο είναι για τον εαυτό του ξένο. Μέσω αυτής φανερώνονται οι κλινικές μορφές φαινομένων όπως η υστερία.

Τα συμπτώματα είναι η έκφραση μιας εσωτερικής σύγκρουσης που έχει τις ρίζες της στην παιδική ηλικία και συμβιβάζει την άμυνα και την επιθυμία. Βασικός μηχανισμός της νεύρωσης, από τον οποίο και δημιουργείται, είναι η απώθηση.

Στις Σκιές του Έρωτα, για τους αιρετικούς της αγάπης , του Πέτρου Θεοδώρου, από τις Εκδόσεις PSYCHOLOGY.GR:  Αποκτήστε το βιβλίο των Ερώτων, από το εξειδικευμένο βιβλιοπωλείο ψυχολογίας.

Η απώθηση συμβαίνει εάν γίνει δεκτή η πραγματικότητα. Στον νευρωτικό μηχανισμό όμως η πραγματικότητα απορρίπτεται και απωθείται έξω από την συνείδηση. Όσον αφορά την επιθυμία, εκείνο που το κάνει να επιθυμεί είναι η έλλειψη, νιώθει ότι κάτι λείπει.

Θεμελιακό ερώτημα του νευρωτικού είναι «Ποιός είμαι;».

Για παράδειγμα, στην υστερία το κύριο ερώτημα είναι «Είμαι άντρας ή γυναίκα;» ενώ στον ιδεοψυχαναγκαστικό «Είμαι ζωντανός ή νεκρός;». Είναι συνεχώς σε σκέψεις και θεωρεί τον εαυτό του ακέραιο υποκείμενο. Η υστερική γυναίκα θέλει να είναι η αιτία της επιθυμίας του Άλλου. Αυτό όμως δεν σημαίνει πως θέλει να είναι και το ίδιο το αντικείμενο της απόλαυσης, την αποδιώχνει, δεν την αποζητά. Στο κρεβάτι νιώθει αηδία. Έτσι δεν θα μπορούσε να υπάρξει ερωτική σχέση ανάμεσα στον ιδεοψυχαναγκαστικό άντρα και στην ψυχωτική γυναίκα.

Τέλος, όπως ήδη αναφέρθηκε, αυτό που κινητοποιεί την επιθυμία στη νεύρωση είναι η έλλειψη. Επομένως, για να αντικατασταθεί αυτή η έλλειψη, η επιθυμία στρέφεται προς οποιοδήποτε υποκατάστατο του υποκειμένου α. Ωστόσο, αυτό το υποκατάστατο δεν είναι αυτό που πραγματικά επιθυμεί το υποκείμενο. Το οδηγεί να μιλάει και εκφράζει με διάφορους τρόπους το ανικανοποίητο. Όλα αυτά συμβαίνουν επειδή ο Άλλος αποδείχθηκε ελλιπής. Επομένως, αυτό, αυτομάτως, τον κάνει φύλακά του.

Η Ψύχωση

Το επόμενο δομικό μέρος του υποκειμένου είναι η ψύχωση. Σύμφωνα με τον Lacan, η ψύχωση σχετίζεται έντονα και αιτιολογεί την παρουσία της με την αποτυχία λύσης του οιδιπόδειου συμπλέγματος. Η αποτυχία αυτή βασίζεται στην έλλειψη της πατρικής φιγούρας. Βασικός μηχανισμός της είναι η απόρριψη (που αποδίδεται με τον όρο αποκλεισμός).

Στην ψύχωση δεν λύθηκε ποτέ το οιδιπόδειο σύμπλεγμα γιατί δεν πραγματοποιήθηκε ποτέ ευνουχισμός. Υπάρχει, ωστόσο, κι ένας δεύτερος μηχανισμός αυτός της προβολής. Στον αποκλεισμό λειτουργεί μόνο ο δεύτερος χρόνος της αποβολής και όχι ο πρώτος της ενδοβολής. Έτσι εξηγείται η παρουσία της προβολής στην ψύχωση.

Το Όνομα-του-Πατέρα έχει θεμελιακό ρόλο στην ψύχωση. Δεν υπάρχει. Εκεί που θα έπρεπε να υπάρχει το Όνομα-του-Πατέρα βρίσκεται μονάχα μια τρύπα.

Αυτή η τρύπα, ωστόσο, αφορά ολόκληρο το πεδίο των σημαινόντων του υποκειμένου μιας και βρίσκεται στη θέση του βασικού σημαίνοντος. Επειδή, όμως, υπάρχει αυτή η τρύπα είναι αδύνατον για την απώθηση να λειτουργήσει (αυτή είναι μια συνέπεια του αποκλεισμού).

Για να εμφανίσει κανείς ψύχωση υπάρχουν δύο προϋποθέσεις.

Η πρώτη είναι να έχει ψυχωτική δομή και η δεύτερη η ανάγκη να κληθεί σε συμβολική αντίθεση με το υποκείμενο το Όνομα-του-Πατέρα. Μια σημαντική παρατήρηση είναι ότι για τον Lacan το Όνομα-του-Πατέρα λειτουργεί ως «εγγυητής της έλλειψης του Άλλου».

Ο ψυχωτικός γνωρίζει ότι ο Άλλος θέλει μονάχα το καλό του αλλά παρόλα αυτά, κινδυνεύει να γίνει αντικείμενο της απόλαυσής του, άρα, να εξαρτηθεί από αυτόν. Αυτό το σενάριο είναι αρνητικό για τον ψυχωτικό επειδή δεν θέλει την απόλαυση καθώς θεωρεί ότι είναι καταδιωκτική και την αποδιώχνει ως αιτία πόνου στο σώμα του. Επίσης, το αντικείμενο α δεν είναι αντικείμενο έλλειψης. Άρα, ο ψυχωτικός δεν επιθυμεί λόγω έλλειψης. Παρά το γεγονός ότι δεν εξασφαλίζει την έλλειψη επιθυμεί. Αυτό μας φανερώνει ότι το υποκείμενο για να διατηρηθεί περνάει από περίεργες στρατηγικές.

Η Διαστροφή

Το τρίτο και τελευταίο δομικό στοιχείο είναι η διαστροφή. Για τον Freud διαστροφή είναι κάθε συμπεριφορά σεξουαλικής φύσεως που αποκλίνει από αυτό που θεωρείται φυσιολογική ετεροσεξουαλική συνουσία.

Ο Lacan, όμως, την ορίζει ως δομή και όχι ως συμπεριφορά. Μια βασική διαφορά της διαστροφής από τις υπόλοιπες δομές έγκειται στην απόλαυση. Ενώ στη νεύρωση και στην ψύχωση το υποκείμενο δείχνει να μένει μακριά από την απόλαυση είτε επειδή την απαρνείται γιατί προκαλεί αρνητικά συναισθήματα (νεύρωση) είτε γιατί θεωρείται καταδιωκτική και αιτία πόνου (ψύχωση) στην διαστροφή δεν ισχύει τίποτα από τα δύο.

Το υποκείμενο δεν την απαρνείται· αντίθετα, θέλει να της δώσει υπόσταση και όρια. Αυτός είναι και ένας τρόπος να δώσει ύπαρξη και στον Άλλον, που στις προηγούμενες δομές φαίνεται να απουσιάζει. Ο βασικός μηχανισμός της διαστροφής είναι η απάρνηση (Verleugnung). Με την απάρνηση απωθείται η αντίληψη που επικρατεί περί πραγματικού εξωτερικού κόσμου.

Πρόκειται φυσικά για μια σειρά σκέψεων οι οποίες αποδιώχνονται. Διακρίνεται από την απώθηση καθώς εδώ αυτό που απωθείται είναι, επίσης, μια σκέψη αλλά αυτή τη φορά αφορά κάποια ενόρμηση του υποκειμένου. Και εδώ ο βασικός μηχανισμός αφορά τον πατέρα· την επιθυμία του, το όνομά του και το νόμο του.

Ένα πράγμα που μας γίνεται γνωστό για τους διαστροφικούς είναι πως, σε αντίθεση με τους άλλου δύο, είναι ευτυχισμένος. Δεν διακατέχεται από το άγχος και τον πανικό που παρατηρούνται στους νευρωτικούς και τους ψυχωτικούς αντίστοιχα.

Ξέρει τι είναι αυτό που επιθυμεί. Βρίσκει ένα πατρεναίρ ώστε να «αντικαταστήσει» το χαμένο αντικείμενο και να πείσει και τους άλλους γι’ αυτό. Το αντικείμενο της επιθυμίας είναι γνωστό και ο παρτεναίρ (δηλαδή ο Άλλος) θα το νιώσει αυτό.

Από αυτό καταλαβαίνουμε ότι ο διαστροφικός είναι πρόθυμος να δώσει στον Άλλον αυτό που θα τον ολοκληρώσει και που θα τον βοηθήσει να απολαύσει.

Εισαγωγή στη Λακανική Ψυχανάλυση: Online ασύγχρονο Σεμινάριο στην πλατφόρμα του Psyveristy: Παρακολουθήστε το από τον υπολογιστή ή το κινητό σας, στο χρόνο που εσείς επιλέγετε. Παρέχεται Βεβαίωση Παρακολούθησης, με την επιτυχή ολοκλήρωση του τελικού τεστ αξιολόγησης.

Ψυχιατρική και Ψυχαναλυτική Διάγνωση

Εκ κατακλείδει, βλέπουμε ότι η διάγνωση τόσο στην ψυχιατρική όσο και στην ψυχανάλυση είναι κάτι ιδιαίτερα σημαντικό καθώς μέσω αυτής θα καθοριστεί η σωστή και ομαλή έκβαση της θεραπευτικής διαδικασίας.

Πρόκειται, ωστόσο, για διαφορετικές διαδικασίες, γεγονός απόλυτα φυσιολογικό από τη στιγμή που η ψυχιατρική και η ψυχανάλυση διαφέρουν μεταξύ τους.

Στην ψυχανάλυση η διάγνωση είναι μια αρκετά περίπλοκη διαδικασία. Γίνονται φανερά τα δομικά στοιχεία του υποκειμένου καθώς και όλες οι πτυχές που τα απαρτίζουν. Έτσι αποκτάται μια πλήρης εικόνα για το υποκείμενο.

Συγγραφή - Επιμέλεια Άρθρου

Μαρία-Αλεξάνδρα Καραμασιώτη

maria karamasiotiΨυχολόγος, Απόφοιτη του Εθνικού και Καποδιστριακού Πανεπιστημίου Αθηνών. Ι
διαίτερη εμπειρία-επιστημονικό ενδιαφέρον σε θέματα Κλινικής Ψυχοπαθολογίας και Δικαστικής Ψυχολογίας.