Καταρχήν, ο όρος «επώδυνος» εκλαμβάνεται εδώ με τη μεταφορική του σημασία, δηλαδή αυτού που «επηρεάζει σοβαρά την ουσία του πράγματος στο οποίο επενεργεί».

Όπως θα καταγραφεί στη συνέχεια, ο όρος «επώδυνος» είναι ιδιαίτερα εύστοχος στην περίπτωση των ψυχώσεων, οι οποίες θεωρείται ότι διασπούν το όλον της προσωπικότητας του ατόμου, κυρίως στην περίπτωση της σχιζοφρένειας, όπως μαρτυρά και η ετυμολογία της λέξης: «σχιζοφρένεια» από το «σχίζω», χωρίζω, και το «φρένες»: ψυχή, νους, λογική. 

Η διάκριση «ψύχωσης» και «νεύρωσης»

Η διάκριση «ψύχωσης» και «νεύρωσης» αποτελεί μία από τις βασικότερες διακρίσεις όσον αφορά στην ταξινόμηση των ψυχικών διαταραχών. Όπως αναφέρει ο Beer (1996), η διάκριση αυτή είναι σχετικά νέα και παγιώθηκε τα πρώτα πενήντα χρόνια μετά την εισαγωγή του όρου «ψύχωση». Πιο συγκεκριμένα, ο όρος «ψύχωση» επινοήθηκε το 1845 από τον βιεννέζο γιατρό Feuchtersleben και θεωρήθηκε αρχικά υποκατηγορία της ευρύτερης κατηγορίας των νευρώσεων.

Κατά τον Feuchtersleben, η ψύχωση δήλωνε το είδος της νοητικής διαταραχής (mental disorder) το οποίο επηρέαζε το σύνολο της προσωπικότητας του ατόμου (Beer, 1996).

Η ευρύτερη κατηγορία των νευρώσεων, στις οποίες εντάχθηκε η ψύχωση, είχε ήδη μελετηθεί από τον σκωτσέζο γιατρό Cullen, o οποίος το 1784 περιέγραψε τις νευρώσεις ως τις ασθένειες εκείνες που αφορούν συλλήβδην σε προβλήματα νεύρων και μυών (nerves and muscles).

Με άλλα λόγια, οι νευρώσεις, και συνεπώς και η ψύχωση αργότερα, θεωρήθηκε ότι οφείλονται σε οργανικά αίτια (physical causes, organic aetiology), σε αντίθεση με τις περιπτώσεις παραφροσύνης/τρέλας (insanities), οι οποίες εθεωρούντο ως ασθένειες του μυαλού (Beer, 1996).

Ωστόσο, γύρω στο 1900, η κατάσταση άλλαξε άρδην: η πλειονότητα των ψυχιάτρων πίστευε ότι οι περιπτώσεις παραφροσύνης/τρέλας (insanities) οφείλονταν σε οργανικά αίτια, ενώ οι νευρώσεις σε ψυχολογικούς λόγους (psychological origin).

Παρόλα αυτά, το κλινικό-ανατομικό πνεύμα του 19ου αιώνα οδήγησε τελικά όλο και περισσότερους γιατρούς να προσπαθούν να αποδείξουν πως οι νευρώσεις οφείλονταν όχι σε ψυχολογικούς λόγους αλλά σε οργανικές βλάβες (lesions) (Beer, 1996).

Οι παραπάνω απόψεις κλινικο-ανατομικής φύσης, σε συνδυασμό με τη θεωρία εκφυλισμού (degeneration), η οποία αναπτύχθηκε από τον αυστρο-γάλλο ψυχίατρο Morel στα μέσα του 19ου αιώνα, αποτέλεσαν την επιστημονική ορθοδοξία κατά το μεγαλύτερο μέρος του αιώνα αυτού, παρόλο που οι όροι «ψύχωση» και «νεύρωση» συγχέονταν συχνά (Beer, 1996).

Ο Freud και οι ψυχώσεις, νευρώσεις

Μολονότι οι ψυχίατροι που επηρεάστηκαν από τη θεωρία του εκφυλισμού χρησιμοποίησαν, κατά το δεύτερο μισό του 19ου αιώνα, όρους που συνέδεαν τη φυσιολογία με τις λειτουργίες (functions) του συναισθήματος, όπως ο όρος «λειτουργικός» (functional, vsorganic, οργανικός) (Trimble, 1981), ήταν ο Freud εκείνος ο οποίος επανέφερε στο προσκήνιο, μέσω των δικών του θεωριών, τους συναισθηματικούς (emotional, π.χ. το «πάθος», passion) και πνευματικούς (spiritual, π.χ. το «αμάρτημα», sin) λόγους ως αίτια των ψυχικών διαταραχών (Beer, 1996).

Πιο συγκεκριμένα, μετά τη μαθητεία του κοντά στον νευροπαθολόγο Charcot τo 1885, o Freud άρχισε να πείθεται πως οι νευρώσεις δεν οφείλονταν σε οργανικά αίτια και το 1924 έγραφε πως η νεύρωση είναι αποτέλεσμα της διαμάχης του «εγώ» και του «id», ενώ η ψύχωση αποτέλεσμα της διαταραχής ανάμεσα στο «εγώ» και τον εξωτερικό κόσμο (outside world) (Freud, 1924α, Beer, 1996).

O Freud έσπευσε να προσθέσει πως «η μη επαφή με την πραγματικότητα» (lossof reality) λάμβανε χώρα στις ψυχώσεις, μολονότι το ίδιο μπορούσε να συμβεί επιλεκτικά και στις νευρώσεις  (Freud, 1924β). Δύο χρόνια αργότερα, το 1926, έγραψε πως οι νευρώσεις και οι ψυχώσεις είναι στενά συνδεδεμένες (Freudetal,1990).

Ο Jaspers (2014) προσπάθησε να διακρίνει, όχι πάντα επιτυχώς, τις ψυχώσεις από τις διαταραχές προσωπικότητας και τις νευρώσεις. Υποστήριζε πως οι ψυχικές διαταραχές οι οποίες δεν επηρεάζουν το όλον του ατόμου αποτελούν νευρώσεις, ενώ εκείνες οι οποίες κυριεύουν εξ ολοκλήρου (seizeupon) το άτομο είναι ψυχώσεις. Οι ψυχώσεις είναι σαφώς πολύ πιο σοβαρές από τις νευρώσεις.

Ανάλογα, ο Jung (2014) έγραφε το 1928 πως η διάκριση μεταξύ ψυχώσεων και νευρώσεων είχε πια παγιωθεί στην ψυχιατρική. Επίσης, το 1939 έγραφε πως η βασική διαφορά μεταξύ νευρώσεων και σχιζοφρένειας έγκειται στη διατήρηση του όλου της προσωπικότητας του ατόμου.

Υπό αυτή την άποψη, η σχιζοφρένεια δεν είναι μόνο πολύ πιο σοβαρή από τις νευρώσεις, αλλά, σε αντίθεση με τις τελευταίες, είναι πολύ συχνά μη αναστρέψιμη (Jung, 2014).

Οι σύγχρονες απόψεις περί νευρώσεων και ψυχώσεων

Μολονότι οι Freeman και Garety (2003) υποστηρίζουν πως το χάσμα μεταξύ ψυχώσεων και νευρώσεων αρχίζει να γεφυρώνεται (βλ. Επίλογο), δεν αρνούνται την αξιοπιστία ερευνητικών μελετών που καταδεικνύουν πως τα ψυχωσικά άτομα διαφέρουν από τα νευρωσικά σε σημαντικούς τομείς, όπως η πιθανοτική συλλογιστική (probabilistic reasoning), η απόδοση αιτίων (attributions) και η θεωρία του νου (theory of mind).

Πιθανοτική συλλογιστική (probabilisticreasoning)

Σε άρθρο τους το 1991, οι Garety, Hemsley και Wesseley συζητούν τα αποτελέσματα από τη διεξαγωγή ενός πειράματος σχετικά με τη δημιουργία πεποιθήσεων και την προσήλωση σε αυτές (belief formation and maint enance) από άτομα με σχιζοφρένεια ή παραληρητική διαταραχή (παράνοια, delusiona ldisorder) (Garety, Hemsley and Wesseley, 1991).

Τα ευρήματα έδειξαν πως οι ασθενείς ζητούσαν λιγότερες πληροφορίες, σε σύγκριση με τις ομάδες ελέγχου, προκειμένου να καταλήξουν σε κάποια απόφαση και πως ήταν πολύ πιο πρόθυμοι να αλλάξουν τις εκτιμήσεις τους σχετικά με την πιθανότητα ενός περιστατικού όταν έρχονταν αντιμέτωποι με δυνητικά μη επιβεβαιωτικές πληροφορίες.

Για την ακρίβεια, μετά την πρώτη πληροφορία, τα σχιζοφρενή υποκείμενα διαμόρφωσαν άποψη πολύ πιο γρήγορα από ότι τα παραληρητικά (ποσοστά 45% και 29% αντίστοιχα). Εδώ αξίζει να αναφερθεί και το πόρισμα των Slade και Bentall (1988), ότι δηλαδή όσοι υποφέρουν από ψευδαισθήσεις (hallucinations) λαμβάνουν πολύ γρήγορα αποφάσεις και είναι στην αρχή εξαιρετικά σίγουροι γι’ αυτές.

Oι  ερευνητές κατέληξαν στο συμπέρασμα πως τόσο τα σχιζοφρενή όσο και τα παραληρητικά υποκείμενα παρουσίαζαν στοιχεία συλλογιστικής ανωμαλίας (reasoning abnormality), τα οποία μπορεί να συνυπήρχαν με αντιληπτικές ανωμαλίες (perceptualab normalities). Πιο επιρρεπή σε συλλογιστικές ανωμαλίες κρίθηκαν κυρίως τα σχιζοφρενή και δευτερευόντως τα μονοσυμπτωματικά παραληρητικά υποκείμενα.

Απόδοση αιτίων (attributions)

Σε άρθρο τού 1989, οι Kaney και Bentall συζητούν τα αποτελέσματα έρευνας που συνέκρινε δεκαεπτά ψυχωσικούς ασθενείς που είχαν αυταπάτες καταδίωξη  με ομάδες ελέγχου καταθλιπτικών και μη (normal) υποκειμένων σε συνάρτηση με μαγικό ιδεασμό (magicalideation), έδρα ελέγχου (locusof control) και απόδοση αιτίων (attributional styles) (Kaney and Bentall, 1989).

Πολύ σημαντικές διαφοροποιήσεις, σε σχέση με τις άλλες δύο ομάδες ελέγχου, παρατηρήθηκαν στους ψυχωσικούς ασθενείς ως προς την έδρα ελέγχου. Πιο συγκεκριμένα, οι ψυχωσικοί ασθενείς έκαναν υπερβολική χρήση της εξωτερικής έδρας ελέγχου για τα αρνητικά γεγονότα και της εσωτερικής για τα θετικά, σε αντίθεση με τους καταθλιπτικούς ασθενείς, οι οποίοι έτειναν να κάνουν χρήση της εσωτερικής έδρας ελέγχου για τα αρνητικά γεγονότα.

Επίσης, αν και οι ψυχωσικοί ασθενείς και εκείνοι με κατάθλιψη παρουσίασαν πολλές ομοιότητες, ιδίως ως προς την ισχυρή πίστη τους στην τυχαιότητα των γεγονότων, οι ψυχωσικοί σημείωσαν ιδιαίτερα υψηλά σκορ όσον αφορά στις απόψεις τους για τον καθοριστικό ρόλο κάποιων ισχυρών «άλλων». Με άλλα λόγια, οι ψυχωσικοί ασθενείς απέδιωχναν την προσωπική ευθύνη για τις αρνητικές εμπειρίες τους και αδυνατούσαν να αντιληφθούν την αιτιότητα των καταστάσεων.

Θεωρία του Νου (theory of mind)

Στο άρθρο τους το 1995, οι Corcoran, Mercer και Frith εξετάζουν το κατά πόσο συγκεκριμένα ψυχωσικά συμπτώματα που σχετίζονται με τη σχιζοφρένεια αντανακλούν έλλειμμα στην ικανότητα του ασθενούς να προβεί σε εκτιμήσεις σχετικά με την ψυχολογική και νοητική κατάσταση (mentalstates) άλλων ατόμων (Corcoran, Mercerand Frith, 1995). Για το σκοπό αυτό, χρησιμοποιούν ένα ειδικά σχεδιασμένο για την περίπτωση τεστ, το οποίο εξετάζει την ικανότητα να αντιληφθεί κανείς τις προθέσεις του άλλου μέσω της χρήσης του πλάγιου λόγου (indirect speech).

Το συμπέρασμα στο οποίο καταλήγουν είναι πως κάποιοι ασθενείς με σχιζοφρένεια αντιμετωπίζουν δυσκολίες με δεξιότητες που σχετίζονται με τη «θεωρία του νου» και πως το εν λόγω έλλειμμα αποτελεί χαρακτηριστικό της ασθένειάς τους (symptom specific).

Το έλλειμμα αυτό συναντάται σε άτομα που εμφανίζουν αρνητικά συμπτώματα χρόνιας σχιζοφρένειας (όπως κοινωνική απόσυρση, έλλειψη συναισθηματικής συμμετοχής, φτωχή παραγωγή λόγου, στερεοτυπική σκέψη, δυσκολία στoν αφηρημένο τρόπο σκέψης κ.ά.) και μπορεί να οφείλεται σε φτωχή κοινωνική λειτουργικότητα κατά την παιδική ηλικία.

Σημειωτέον ότι η ικανότητα τού ατόμου να εξάγει συμπεράσματα σχετικά με τις πεποιθήσεις και τις προθέσεις άλλων ατόμων αποκτάται, σύμφωνα με τη θεωρία του νου, στην πρώιμη παιδική ηλικία (Corcoran, Mercerand Frith, 1995).

Υπάρχουν επίσης αρκετές ενδείξεις πως στα άτομα με σχιζοφρένεια η ικανότητα αυτή επηρεάζεται αρνητικά από προβλήματα δυσλειτουργίας της επεισοδιακής μακροπρόθεσμης μνήμης, καθώς και από ατροφία του ιστού στο μετωπικό φλοιό του εγκεφάλου και στους κροταφικούς λοβούς (Corcoran, Mercerand Frith, 1995).

Ψυχικές διαταραχές

Καταλήγοντας…

Από τα προαναφερθέντα είναι εμφανείς οι λόγοι για τους οποίους οι ψυχώσεις επελέγησαν ως οι πιο «επώδυνες» ψυχικές διαταραχές. Κατά το συντριπτικά μεγαλύτερο μέρος του 20ου αιώνα, η διάκριση μεταξύ νευρώσεων και ψυχώσεων παγιώθηκε και τα δύο αυτά είδη ψυχικών διαταραχών μελετήθηκαν και αντιμετωπίστηκαν ξεχωριστά. Η ξεχωριστή μελέτη και αντιμετώπιση των εν λόγω διαταραχών δικαιολογείται από το ότι οι μεν ψυχώσεις θεωρείται ότι έχουν οργανική αιτιολογία, ενώ οι νευρώσεις ψυχολογική.

Ωστόσο, σε άρθρο τους το 2003, οι συγγραφείς Freeman και Garety επισημαίνουν πως την τελευταία δεκαετία οι επιστήμονες έχουν αποδυθεί σε μια προσπάθεια να ερμηνεύσουν τις ψυχωσικές διαταραχές με ψυχολογικούς όρους (Freeman and Garety, 2003). Απώτερος σκοπός είναι φυσικά η αποτελεσματικότερη αντιμετώπιση των ψυχώσεων, μέσω της από κοινού μελέτη τους με τις νευρώσεις σε ψυχολογικό επίπεδο.

Το εν λόγω άρθρο εστιάζει στη σχιζοφρένεια, και ειδικότερα στο ρόλο του συναισθήματος (emotion) στη δημιουργία και συντήρηση παραληρητικών ιδεών (delusions) και ψευδαισθήσεων (hallucinations), οι οποίες έχουν μελετηθεί συστηματικά μόνο σε συνάρτηση με τη σχιζοφρενική διαταραχή.

Το συμπέρασμα στο οποίο καταλήγουν οι Freemanκαι Garety είναι πως οι λόγοι για την αυστηρή διάκριση ψυχώσεων και νευρώσεων είναι αμφισβητήσιμοι και πως ο ρόλος του συναισθήματος εμφανίζεται ιδιαίτερα σημαντικός τόσο πριν όσο και κατά τη διάρκεια του ψυχωσικού φαινομένου.

Υποστηρίζουν ότι οι παραληρητικές ιδέες και οι ψευδαισθήσεις αποτελούν συχνά άμεση αντανάκλαση της συναισθηματικής κατάστασης του υποκειμένου και επισημαίνουν την ανάγκη περαιτέρω σχετικής έρευνας στον σημαντικό, αλλά παραμελημένο, ερευνητικό αυτόν τομέα.

 

Βιβλιογραφικές αναφορές

Beer, M. D. (1996). The dichotomies: psychosis/neurosis and functional/organic: a historical perspective. History of Psychiatry, 7(26), 231–255. https://doi.org/10.1177/0957154X9600702603

Bumke, O. (1925). Die Revision der Neurosenfrage'. Münchner medizinische Wochenschrift, lxxii, 1815-19.

Corcoran, R., Mercer, G., & Frith, C. D. (1995). Schizophrenia, symptomatology and social inference: investigating "theory of mind" in people with schizophrenia. Schizophrenia Research, 17(1), 5–13. doi.org/10.1016/0920-9964(95)00024-g

Freeman, D., & Garety, P. A. (2003). Connecting neurosis and psychosis: the direct influence of emotion on delusions and hallucinations. Behaviour Research and Therapy, 41(8), 923–947. https://doi.org/10.1016/s0005-7967(02)00104-3

Freud, S. (1924α). Neurose und Psychose. Internationale Zeitschrift für Psychoanalyse, 10(1):1-5.

Freud, S. (1924β). Die Realitatsverlust bei Neurose und Psychose. Internationale Zeitschrift für Psychoanalysex (4), 374-9.

Freud, S., Strachey, J., & Gay, P. (1990). The Question of Lay Analysis: (The Standard Edition) W. W. Norton & Company.
Garety, P. A., Hemsley, D. R., & Wessely, S. (1991). Reasoning in deluded schizophrenic and paranoid patients. Biases in performance on a probabilistic inference task. The Journal of nervous and mental disease, 179(4), 194–201. https://doi.org/10.1097/00005053-199104000-00003

Jaspers, K. (2014). Allgemeine Psychopathologie. Ein Leitfaden für Studierende, Ärzte und Psychologen von Dr. Karl Jaspers. (German Edition). Nabu Press.

Jung (2014).The Content of the Psychoses.Στο: Collected Works of C.G. Jung, Volume 3, edited by Herbert Read. Princeton University Press, pp. 153-94. https://doi.org/10.1515/9781400850921.153

Kaney, S., & Bentall, R. P. (1989). Persecutory delusions and attributional style. British Journal of Medical Psychology, 62(2), 191–198. https://doi.org/10.1111/j.2044-8341.1989.tb02826.x

Slade, P. D., & Bentall, R. P. (1988).Sensory deception: A scientific analysis of hallucination. Στο: The Johns Hopkins series in contemporary medicine and public health. Johns Hopkins University Press.

Trimble, M. R. (1981). Post-traumatic neurosis: From railway spine to the whiplash (A Wiley medical publication) (First Edition). Wiley.

Συγγραφή - Επιμέλεια Άρθρου

Ειρήνη Παπαγιάννη

eirini papagianniΠτυχιούχος Ψυχολογίας και Παιδαγωγός Προσχολικής Ηλικίας. Ειδικευμένη στη Συμβουλευτική, με Ειδικότητα στην Παιδοψυχολογία. Κάτοχος Μεταπτυχιακού Διπλώματος στις Κοινωνικές και Ανθρωπιστικές Επιστήμες με κατεύθυνση Θεωρίες Παιδαγωγικών και Εκπαίδευσης και Κάτοχος Μεταπτυχιακού τίτλου (Μaster) στην Εκπαιδευτική Ηγεσία και Πολιτική.