Αυτό το οποίο παρατηρείται να λείπει από την βιβλιογραφία μέχρι και σήμερα είναι η έρευνα για την τεκμηρίωση της αποτελεσματικότητας της μακρόχρονης ψυχοθεραπείας. Με τόσες προσεγγίσεις, οι οποίες υπόσχονται άμεση και αποτελεσματική ανακούφιση των συμπτωμάτων μοιάζει σαν να μην υπάρχει περιθώριο να εξεταστεί η αποτελεσματικότητα της μακρόχρονης ψυχοθεραπείας καθώς κι η συγκριτική μελέτη της με άλλου είδους προσεγγίσεις, όπως οι βραχύχρονες ψυχοθεραπείες.

Κατά την αναδρομή στη βιβλιογραφία φαίνεται πως δεν υπάρχουν πολλές μελέτες οι οποίες να έχουν πραγματευτεί το συγκεκριμένο ζήτημα. Ωστόσο, μια σειρά μελετών, κυρίως μετα αναλύσεων, επιχειρεί να εξετάσει ένα ζήτημα το οποίο είναι σπάνιο στη βιβλιογραφία και την επιστημονική έρευνα μέχρι στιγμής.

Μελέτες αποτελεσματικότητας της μακρόχρονης ψυχοδυναμικής ψυχοθεραπείας σε σχέση με τις θεραπείες βραχείας διάρκειας

Το 2008 οι Leichsenring & Rabung, διεξήγαγαν μια σειρά μελετών προκειμένου να εξετάσουν την αποτελεσματικότητα της μακρόχρονης ψυχοδυναμικής ψυχοθεραπείας σε σχέση με τις θεραπείες βραχείας διάρκειας σε άτομα με συμπλεγματικές διαταραχές, όπως οι διαταραχές προσωπικότητας, χρόνιες ψυχικές διαταραχές και διαταραχές κατάθλιψης και αγχώδεις διαταραχές μαζί. Για την μελέτη αυτή έγινε μια μετα-ανάλυση 23 μελετών οι οποίες περιλάμβαναν μελέτες που διεξήγαγαν ατομική θεραπεία τουλάχιστον για ένα χρόνο ή 50 συνεδρίες. Το μέγεθος της επίδρασης μετρήθηκε όσον αφορά την γενική αποτελεσματικότητα, τα στοχευμένα προβλήματα, γενικά συμπτώματα ψυχοπαθολογίας, την προσωπική και κοινωνική λειτουργικότητα, ενώ η αξιολόγηση έγινε μια φορά στο τέλος της θεραπείας και μια φορά μετά το τέλος των συνεδριών.

Για να μπορέσει να γίνει σύγκριση με άλλες θεραπείες βραχείας διάρκειας, οι μελέτες αυτές συγκρίθηκαν με μια σειρά 8 μελετών οι οποίες περιλάμβαναν ΓΝΘ, γνωσιακή αναλυτική θεραπεία, συμπεριφορική διαλεκτική, θεραπεία οικογένειας, υποστηρικτική ψυχοθεραπεία, βραχύχρονη ψυχοδυναμική ψυχοθεραπεία, και συνήθη ψυχιατρική φροντίδα. Τα αποτελέσματα έδειξαν ότι η μακρόχρονη θεραπεία παρουσίασε μεγαλύτερη αποτελεσματικότητα και είχε μεγαλύτερη επίδραση από ότι βραχύχρονες μορφές ψυχοθεραπείας όσον αφορά τις παραμέτρους οι οποίες αξιολογήθηκαν και συγκεκριμένα στη γενική αποτελεσματικότητα, στα στοχευμένα προβλήματα και στην προσωπική λειτουργικότητα του ατόμου.

Η μακρόχρονη θεραπεία έδειξε μεγάλη σταθερότητα στο μέγεθος της επίδρασής της (effect size) της μακρόχρονης ψυχοθεραπείας, καθώς επίσης τονίστηκε το γεγονός ότι η σύγκριση μεταξύ μελετών δεν παρέχει την αξιοπιστία και την εγκυρότητα που απαιτείται καθώς πρέπει να ληφθούν υπόψη τα διαφορετικά κλινικά περιβάλλοντα, και το μέγεθος των μελετών οι οποίες ήταν αρκετά περιορισμένες σε μέγεθος έτσι ώστε να μπορέσει κανείς να κάνει γενικεύσεις για την υπεροχή μακροχρόνιας ψυχοδυναμικής ψυχοθεραπείας.

Οι μεθοδολογικοί περιορισμοί που κατέδειξαν στην μελέτη τους οδήγησε στο συμπέρασμα πως τα αποτελέσματα δεν είναι έγκυρα και επομένως μη γενικεύσιμα. Στη συνέχεια, οι Leichsenring & Rabung,(2011), διεξήγαγαν εκ νέου μια μετα-ανάλυση προκειμένου να εξετάσουν την αποτελεσματικότητα της μακρόχρονης ψυχοθεραπείας στις περίπλοκες χρόνιες ψυχικές διαταραχές. Συμπεριλήφθηκαν μελέτες από διπλά τυφλές κλινικές δοκιμές (randomized controlled trials), οι οποίες περιλάμβαναν θεραπείες με διάρκεια τουλάχιστον 50 συνεδριών. Η αξιολόγηση της επίδρασης της μακρόχρονης ψυχοδυναμικής ψυχοθεραπείας έδειξε ότι είναι περισσότερο αποτελεσματική από ότι η βραχύχρονη θεραπεία σε χρόνιες διαταραχές και διαταραχές προσωπικότητας.

Η συγκεκριμένη μελέτη διεξήχθη μετά από κριτικές που δέχθηκε η μελέτη του 2008 σχετικά με την εγκυρότητα των αποτελεσμάτων της προηγούμενης. Στην μελέτη του Knekt et al., (2008), όπου μελετήθηκε η αποτελεσματικότητα της μακρόχρονης και βραχύχρονης ψυχοθεραπείας, φάνηκε ότι η βραχύχρονη ψυχοδυναμική ψυχοθεραπεία ήταν περισσότερο αποτελεσματική τον πρώτο χρόνο, μετά το τέλος της θεραπείας. Στον δεύτερο χρόνο της παρακολούθησης δεν βρέθηκε καμία διαφορά μεταξύ των δυο προσεγγίσεων, ενώ μετά από τρία χρόνια παρακολούθησης η μακρόχρονη ψυχοθεραπεία φάνηκε να είναι περισσότερο αποτελεσματική.

Στην συνέχεια, σε μια ακόμη μελέτη που διεξήχθη για την αποτελεσματικότητα της μακρόχρονης ψυχαναλυτικής ψυχοθεραπείας, (Smit, et al., 2012), αξιολογήθηκε η αποτελεσματικότητα της συγκεκριμένης προσέγγισης σε σύγκριση με άλλες ή με την απουσία θεραπείας σε άτομα με ψυχικές διαταραχές.

Μια σειρά 11 μελετών μελετήθηκε και τα αποτελέσματα συγκρίθηκαν προκειμένου να εξαχθούν συμπεράσματα. Τα κριτήρια τα οποία στη συνέχεια αξιολογήθηκαν ανάλογα με το ποσοστό ανάκαμψης ήταν τα στοχευμένα προβλήματα, γενικευμένα ψυχολογικά συμπτώματα, παθολογία προσωπικότητας, κοινωνική λειτουργική λειτουργικότητα, συνολική αποτελεσματικότητα και ποιότητα ζωής. Τα αποτελέσματα έδειξαν ότι το ποσοστό ανάκαμψης δεν ήταν διαφορετικό ανάλογα με τη θεραπευτική προσέγγιση, περιλαμβάνοντας και τις θεραπείες οι οποίες δεν περιλάμβαναν κάποια συγκεκριμένη προσέγγιση ψυχοθεραπείας. Επομένως, φάνηκε πως η επίδραση της μακρόχρονης ψυχοδυναμικής ψυχοθεραπείας σε σχέση με άλλες προσεγγίσεις δεν έχει σημαντική διαφοροποίηση, ενώ η υπεροχή της έναντι των υπολοίπων είναι αμφιλεγόμενη.

Μια περισσότερο πρόσφατη μελέτη του Lindfors et al., (2017), μελέτησε επίσης την επίδραση της μακρόχρονης ψυχοδυναμικής ψυχοθεραπείας έναντι της ψυχαναλυτικής ψυχοθεραπείας σε μία μελέτη διαχρονικής παρακολούθησης 10 χρόνων από την έναρξη της θεραπείας, όπου συμμετείχαν 169 άτομα. Οι 128 παρακολούθησαν μακρόχρονη ψυχοδυναμική ψυχοθεραπεία ενώ οι υπόλοιποι 41 παρακολούθησαν ψυχαναλυτική ψυχοθεραπεία.

Οι συμμετέχοντες παρουσίαζαν αγχώδεις διαταραχές ή διαταραχές συναισθήματος. Τα αποτελέσματα έδειξαν ότι από τα 5 ως τα 7 χρόνια διαχρονικής παρακολούθησης η προσωπικότητα κι η κοινωνική λειτουργικότητα βελτιώθηκαν περισσότερο στην ομάδα που παρακολούθησε ψυχανάλυση από ότι στην ομάδα που παρακολούθησε μακρόχρονη ψυχοδυναμική ψυχοθεραπεία. Από τα 5 ως τα 7 χρόνια που τελείωσε και η διαχρονική παρακολούθηση δεν παρατηρήθηκαν διαφορές ανάλογα με την προσέγγιση, καθώς και οι δύο ομάδες παρουσίαζαν καλή λειτουργικότητα.

Τέλος, οι Jyra, Knekt & Lindfors, (2017), παρουσίασαν μια μελέτη η οποία σύγκρινε την επίδραση της ψυχανάλυσης, της μακρόχρονης και βραχύχρονης ψυχοδυναμικής ψυχοθεραπείας καθώς και της προσέγγισης εστιασμένης στην επίλυση του προβλήματος (solution - focused therapy), στις συμπεριφορές που επηρεάζουν την υγεία όπως είναι το κάπνισμα ή η χρήση αλκοόλ. Μετά τη διαχρονική παρακολούθηση τα αποτελέσματα της αξιολόγησης έδειξαν ότι η ψυχανάλυση και η μακρόχρονη ψυχοδυναμική ψυχοθεραπεία είχαν παρόμοια αποτελέσματα και δεν διέφεραν σημαντικά στην αποτελεσματικότητά τους, ωστόσο όσον αφορά την σύγκριση μεταξύ βραχύχρονης και μακρόχρονης ψυχοδυναμικής ψυχοθεραπείας, οι αλλαγές στην συμπεριφορά οι οποίες προωθούσαν υγιή τρόπο ζωής ήταν μεγαλύτερες στην ομάδα που έλαβε μακρόχρονη ψυχοθεραπεία σε σχέση με την βραχύχρονη.

Πέρα από τη μελέτη των Leichsenring & Rabung, (2011), ο de Maat et al.,(2009) παρουσίασαν μία μετα-ανάλυση στην οποία περιέλαβαν μελέτες με θεραπείες μεγάλης διάρκειας, 50 συνεδριών και περισσότερη διάρκεια από έναν χρόνο. Τα αποτελέσματα των αναλύσεων έδειξαν πως η επίδραση  (effect size) ήταν πολύ μεγαλύτερη στην ψυχανάλυση από ότι στην ψυχοθεραπεία, καθώς επίσης και στην διαχρονική παρακολούθηση της θεραπείας από ότι στον τερματισμό της, όπως επίσης και το ότι η επίδραση της ψυχανάλυσης ήταν μεγαλύτερη στην μείωση συμπτωμάτων από οτι στην αλλαγή πτυχών της προσωπικότητας.

Αποκτήστε το βιβλίο Τι είπε αλήθεια ο Φρόιντ του Stafford - Clark David, από το εξειδικευμένο βιβλιοπωλείο Ψυχολογίας της Πύλης μας.

Μελέτες πάνω στην επίδραση της Γιουνγκιανής Ψυχανάλυσης

Μια αρκετά ενδιαφέρουσα μελέτη, η οποία διεξήχθη από τον Roesler, (2013), παρουσίασε μελέτες οι οποίες διεξήχθησαν κυρίως στη Γερμανία και την Ελβετία πάνω στην επίδραση της Γιουνγκιανής Ψυχανάλυσης. Η μελέτη αυτή διεξήχθη μετά από παρατηρήσεις ερευνητών  σχετικά με το ότι η αποτελεσματικότητα της Αναλυτικής Ψυχολογίας του Jung (γνωστή και ως Γιουνγκιακή Ψυχανάλυση) δεν είχε μελετηθεί. Οι μελέτες οι οποίες συμπεριλήφθηκαν στην έρευνα δεν περιλάμβαναν διπλά τυφλές κλινικές δοκιμές (Randomized control trials), ωστόσο περιλάμβαναν προδρομικές και αναδρομικές μελέτες, καθώς και μελέτες περίπτωσης.

Καθώς οι μελέτες είχαν νατουραλισιτκό σχεδιασμό μπορεί να θεωρηθεί ότι δίνουν ρεαλιστική εικόνα της Γιουνγκιανής θεραπείας στην καθημερινή πρακτική. Ο μέσος όρος των συνεδριών που έλαβαν χώρα ήταν 90 συνεδρίες. Σε όλες τις μελέτες αναφέρθηκαν θετικές επιδράσεις σε μεγάλη ποικιλία διαταραχών με πολυποίκιλα αποτελέσματα όπως η μείωση των συμπτωμάτων, ευεξία, διαπροσωπικά προβλήματα, αλλαγή δομής προσωπικότητας, μειωμένη χρήση ιατρικής περίθαλψης και αλλαγές στην καθημερινή συμπεριφορά των συμμετεχόντων, με συνεχιζόμενη σταθερότητα των αποτελεσμάτων ακόμη και μετά από 6 χρόνια διαχρονικής παρακολούθησης.

Αυτό το οποίο παρατηρήθηκε και πρέπει να ληφθεί υπόψη στην τεκμηρίωση της Γιουνγκιανής Ψυχανάλυσης είναι ότι παρόλο που διεξήχθηκαν διαφορετικές μελέτες σε διαφορετικά δείγματα και με διαφορετική συμπτωματολογία, με αυστηρά κριτήρια εγκυρότητας και αξιοπιστίας, τα αποτελέσματα ήταν σε όλες τις περιπτώσεις ενθαρρυντικά. Αρκετά ενδιαφέρον είναι ότι τα αποτελέσματα διατηρήθηκαν και μετά το πέρας της θεραπείας, κάτι το οποίο έμπρακτα υποστηρίζει και την ψαχαναλυτική θεώρηση σύμφωνα με την οποία η επίδραση της θεραπείας συνεχίζει και μετά τον τερματισμό της, αφού παίρνει τον χρόνο που απαιτείται για να εκδηλωθούν και τα επιπλέον οφέλη. Η ψυχαναλυτική ψυχοθεραπεια δεν αρκείται μόνο στην μείωση των συμπτωμάτων αλλά και στην αλλαγή της προσωπικότητας σε ένα βαθύτερο επίπεδο που οδηγεί σε αλλαγή της καθημερινής ζωής και συμπεριφοράς.

Ωστόσο, απαιτείται να διεξαχθούν ακόμη πολλές σχετικές μελέτες έτσι ώστε να μπορεί να υποστηριχθεί η υπεροχή της ψυχαναλυτικής προσέγγισης και ακόμη περισσότερο προσεγγίσων όπως η Γιουνγκιανή ψαχανάλυση καθώς ο αριθμός των ήδη υπαρχουσών μελετών είναι αρκετά περιορισμένος. Σύμφωνα με τα αποτελέσματα των παραπάνω μελετών φαίνεται πως η μακρόχρονη ψυχοθεραπεία δεν παρουσιάζει σημαντικά πλεονεκτήματα έναντι της βραχύχρονης ψυχοθεραπείας, ωστόσο φαίνεται πως η ψυχανάλυση αποδεικνύεται περισσότερο αποτελεσματική από ότι η μακρόχρονη ψυχοδυναμική ψυχοθεραπεία. Ωστόσο, υπάρχουν κάποια ζητήματα τα οποία αξίζει να παρουσιαστούν προτού καταλήξουμε στο συμπέρασμα ότι η μακρόχρονη ψυχοθεραπεία δεν έχει πλεονεκτήματα στην αποτελεσματικότητά της σε σχέση με τις άλλες προσεγγίσεις.

Το ζήτημα της αποτελεσματικότητας στην ψυχοθεραπεία

Το πρώτο και κύριο ζήτημα είναι αυτό της μελέτης της ίδιας της αποτελεσματικότητας. Στην μακρόχρονη ψυχοδυναμική ψυχοθεραπεία είναι δύσκολο να εφαρμοστούν οι μετρήσεις της αποτελεσματικότητας όπως γίνεται σε θεραπείες βραχύχρονες (Maat,Dekker, Schoevers & Jonghe, 2007) . Επίσης, ένας άλλος παράγοντας που φαίνεται να παίζει ρόλο στην αξιολόγηση της αποτελεσματικότητας είναι και τα χαρακτηριστικά του ίδιου του θεραπευτή. Συγκεκριμένα, φαίνεται ότι οι ψυχαναλυτές οι οποίοι περιορίζονται στο να δείχνουν επιβεβαίωση στον αναλυόμενο αλλά φαίνονται ενεργοί και παρόντες στην θεραπευτική σχέση, μπορούν να βοηθήσουν τον αναλυόμενο έτσι ώστε να ωφεληθεί περισσότερο από τη διαδικασία και να έχει καλύτερα αποτελέσματα.

Αυτό ίσως να είναι ένας λόγος που η ψυχανάλυση φάνηκε να υπερέχει σε σχέση με την αποτελεσματικότητα της μακρόχρονης ψυχοθεραπείας (Heinonen, Knekt, Jaaskelainen & Lindfors, 2014). Η θεραπευτική σχέση που δημιουργείται φαίνεται να παίζει σημαντικό ρόλο για την μακρόχρονη ψυχοθεραπεία και το πόσο αποτελεσματική είναι η θεραπεία για το άτομο και αυτό είναι κάτι το οποίο πρέπει να μελετηθεί εκτενέστερα. Επίσης, όταν μιλάμε για τεκμηρίωση της αποτελεσματικότητας είναι πολύ σημαντικό να εστιάζουμε στο πώς έχει γίνει ο έλεγχος της τεκμηρίωσης. Όσες μελέτες εξέταζαν την επίδραση της μακρόχρονης ψυχοθεραπείας ήταν μετα-αναλύσεις μελετών που σύγκριναν την μακρόχρονη και βραχύχρονη ψυχοθεραπεία.

Η σύγκριση μετα-αναλύσεων έχει συγκεκριμένους περιορισμούς όσον αφορά την αξιοπιστία και την γενίκευση των αποτελεσμάτων καθώς μελετάμε ένα φαινόμενο από άλλες πηγές, οι οποίες συντέθηκαν σε διάφορα χρονικά και κοινωνικοπολιτισμικά πλαίσια, με τις δικές τους ιδιαιτερότητες. Επομένως χρειάζεται να γίνει εκτενέστερη έρευνα σε σχέση με την μακρόχρονη και βραχύχρονη ψυχοθεραπεία και την τεκμηρίωση της αποτελεσματικότητάς τους.

Αποκτήστε το βιβλίο Τι είπε αλήθεια ο Γιουνγκ  Bennet Edward Armstrong, από το εξειδικευμένο βιβλιοπωλείο Ψυχολογίας της Πύλης μας.

Το παρόν άρθρο αποτελεί απόσπασμα από το βιβλίο: Ψυχοθεραπεία, Μεθοδολογία και αξιολόγηση της αποτελεσματικότητας των βασικών θεραπευτικών εργαλείων, Γρηγόρης Ποταμιάνος και συνεργάτες - Εκδόσεις Παπαζήση

Συγγραφή Άρθρου

Νίκος Μεταξάς

e psy logo twitter2Επιμέλεια & μετάφραση άρθρων, Τμήμα Σύνταξης Πύλης Ψυχολογίας psychology.gr
Επικοινωνία: editorial @psychology.gr