Την εποχή που ο Freud άρχισε να ασκεί θεραπευτικό έργο με ψυχικά νοσούντες η ψυχιατρική δεν είχε να επιδείξει παρά ελάχιστη δραστηριότητα σε σχέση με τις θεραπευτικές εφαρμογές. Από τα πρώτα χρόνια ο Freud επιχείρησε να ταξινομήσει την ψυχική ασθένεια με βάση την αιτιολογία και όχι την συμπτωματολογία της. Η χρήση της κοινής αιτιολογίας ως κριτηρίου κατηγοριοποίησης καθόριζε την επιλογή της κατάλληλης θεραπείας.

Δείτε στο εξειδικευμένο βιβλιοπωλείο ψυχολογίας της Πύλης μας, το βιβλίο Εισαγωγή στην ψυχανάλυση καθώς και όλη τη βιβλιογραφία του Sigmund Freud.

Ενεστώτες νευρώσεις και ψυχονευρώσεις

Όσον αφορά την ψυχαναλυτική νοσογραφία, μια σχηματική παρουσίαση της εξελικτικής της πορείας δείχνει ότι αρχικά ο Freud ομαδοποίησε τις ψυχικές ασθένειες σε δύο βασικές κατηγορίες: στις ενεστώσες νευρώσεις και στις ψυχονευρώσεις.

1. Οι ενεστώσες νευρώσεις περιλάμβαναν: 

(α) την αγχώδη νεύρωση, η οποία, κατά τον Freud οφειλόταν στην ανεπαρκή εκφόρτιση της σεξουαλικής διέργεσης, και (β) τη νευρασθένεια, η οποία οφειλόταν σε "ανθυγιεινές" ερωτικές πρακτικές (όπως ο υπερβολικός αυνανισμός), με επακόλουθα συμπτώματα κόπωσης, δυσπεψίας κ.α.

2. Οι ψυχονευρώσεις περιλάμβαναν:

(α) τις μεταβιβαστικές ψυχονευρώσεις (αγχώδη σωματο-μετατρεπτική υστερία, ιδεοψυχαναγκαστική νεύρωση), που χαρακτηρίζονται από τη μετάθεση της λιβιδινικής ενέργειας σε πραγματικά ή φαντασιακά αντικείμενα, και (β) τις ναρκισσιστικές ψυχονευρώσεις, που χαρακτηρίζονται από την απόσυρση της λιβιδινικής ενέργειας του Εγώ. Ο Freud τις θεωρούσε ισοδύναμες με τις ψυχώσεις, για τις οποίες χρησιμοποιούσε και τον όρο "παραφρένειες".

Από το 1890 περίπου το κλινικό ενδιαφέρον του Freud στράφηκε στις ψυχονευρώσεις, ενώ οι ενεστώσες νευρώσεις έπαψαν να αποτελούν αντικείμενο της μελέτης του.

Ακολουθώντας μάλιστα την τρέχουσα ψυχιατρική ταξινόμηση, από το 1915 περίπου ο Freud διατήρησε τον όρο "ναρκισσιστική νεύρωση" μόνο για την μανιοκατάθλιψη. Έτσι η κατηγορία των ψυχονευρώσεων περιέλαβε: (α) τις νευρώσεις, (β) τη ναρκισσιστική νεύρωση και (γ) τις ψυχώσεις.

Συν τω χρόνω, οι θεωρίες του Freud για τις ψυχονευρώσεις υπέστησαν αλλαγές και αναθεωρήσεις, ως αποτέλεσμα των νέων πληροφοριών και των ερεισμάτων που ο ίδιος αντλούσε από την ψυχαναλυτική θεραπεία των ασθενών του. Στα πρώτα του βήματα, επηρεασμένος από τη συνεργασία του με τον Breuer και τα εμπειρικά εμπειρικά της δεδομένα, ο Freud διαμόρφωσε την αρχική θεωρία για την υστερία, σύμφωνα με την οποία τα υστερικά συμπτώματα κληρονομικά βεβαρημένων ατόμων ήταν αποτέλεσμα τραυμάτων.

Η θεωρία της παιδικής σεξουαλικότητας του Sigmund Freud

Καθώς η προσπάθεια ανάδυσης του λησμονημένου τραυματικού γεγονότος οδηγούσε συχνά σε ένα σχετικό με τη σεξουαλική ζωή του ασθενούς συμβάν το οποίο είχε λάβει χώρα κατά την παιδική ηλικία, ο Freud υπέθεσε ότι συγκεκριμένες ψυχικές ασθένειες ήταν συνέπεια της ερωτικής αποπλάνησης του μικρού παιδιού από έναν ενήλικα ή ένα μεγαλύτερο παιδί.

Σύντομα ωστόσο διαπίστωσε ότι πολλές από τις αφηγήσεις των ασθενών περί σεξουαλικής αποπλάνησης στην παιδική τους ηλικία δεν ήταν αληθινές. Η απογοήτευση που ένιωσε ως εύπιστο θύμα των ασθενών του τον οδήγησε αρχικά να εξετάσει ακόμη και το ενδεχόμενο της εγκατάλειψης των μελετών του. Τελικά, αυτή η "αποτυχία" λειτούργησε ως εφαλτήριο για την ανακάλυψη της θεωρίας της παιδικής σεξουαλικότητας.

Συνέπεια αυτής της θεωρίας ήταν η αλλαγή των πρωταγωνιστών όσον αφορά την αιτιολογία των ψυχονευρώσεων: ο ρόλος των τραυματικών εμπειριών υποβαθμίστηκε και στο προσκήνιο των αιτιολογικών παραγόντων ήρθε η σεξουαλική ιδιοσυστασία και ιδιομορφία.

Επιπρόσθετα, η θεωρία ότι η παιδική σεξουαλικότητα αποτελεί φυσιολογικό φαινόμενο συνέβαλε στη μείωση του χάσματος ανάμεσα σε αυτό που θεωρείται φυσιολογικό και σε αυτό που αναφέρεται ως ψυχονευρωτικό. Τέλος, υπό το πρίσμα της ίδιας της θεωρίας, οι σεξουαλικές διαστροφές έγιναν αντιληπτές ως επικράτηση, κατά τη διάρκεια του ενήλικου βίου, κάποιων στοιχείων που απαρτίζουν την παιδική σεξουαλικότητα.

Το ψυχονευρωτικό σύμπτωμα

Αναφορικά με το ψυχονευρωτικό σύμπτωμα, ο Freud υποστήριξε ότι ως έκδηλο όνειρο αποτελεί έναν συμβατικό σχηματισμό ανάμεσα σε μία ή περισσότερες απωθημένες ενορμήσεις και στις δυνάμεις της προσωπικότητας που εμποδίζουν την είσοδο αυτών των ενορμήσεων στη συνειδητή σκέψη και συμπεριφορά. Εξάλλου, αφού το ψυχονευρωτικό σύμπτωμα, αναλογικά με το όνειρο, διαθέτει ένα ασυνείδητο ή λανθάνον περιεχόμενο, τουλάχιστον ένα μέρος - αν όχι ολόκληρη - η σεξουαλική ζωή του ασθενούς εκφράζεται μέσω των συμπτωμάτων του.,

Με βάση τις διαταραχές που αποτέλεσαν το κυρίως θεραπευτικό αντικείμενο ενασχόλησης του Freud, οι γενεσιουργές συνθήκες ενός ψυχονευρωτικού συμπτώματος έχουν ως εξής: το Εγώ κατά την πρώιμη παιδική ηλικία συγκρούεται με το Αυτό και η σύγκρουση λύνεται από το Εγώ, με την έννοια ότι θέτει σε λειτουργία μια σταθερή και αποτελεσματική μέθοδο ελέγχου των επικίνδυνων ενορμητικών παραγώγων.

Αυτό ισχύει έως ότου ένα γεγονός (ή περισσότερα γεγονότα), καταστρέφοντας την ισορροπία, δείξει ότι το Εγώ βρίσκεται σε κατάσταση σχετικής αδυναμίας όσον αφορά τον αποτελεσματικό έλεγχο των ενορμήσεων. Υπό την απειλή της εισβολής των ενορμητικών παραγωγών στο ασυνείδητο προκύπτει μια οξεία σύγκρουση ανάμεσα στο Αυτό και στο ευρισκόμενο σε δυσμενή θέση Εγώ, με αποτέλεσμα τη δημιουργία του ψυχονευρωτικού συμπτώματος ως συμβιβαστικού μηχανισμού.

Πηγή: Το άρθρο αποτελεί απόσπασμα από το βιβλίο Θεωρίες Προσωπικότητας και κλινική πρακτική του Γρηγόρη Ποταμιάνου, Εκδόσεις Ελληνικά Γράμματα.

Συγγραφή - Επιμέλεια Άρθρου

Νίκος Μεταξάς

e psy logo twitter2Επιμέλεια & μετάφραση άρθρων, Τμήμα Σύνταξης Πύλης Ψυχολογίας psychology.gr
Επικοινωνία: editorial @psychology.gr