Στο παρελθόν, το στίγμα ταυτοποιούνταν ως ένα ορατό σημάδι που έφεραν μερικά άτομα, το οποίο σηματοδοτούσε όχι μόνο την κατώτερη κοινωνική τους θέση (π.χ. πόρνη, δούλος), αλλά υποδείκνυε και στον υπόλοιπο κόσμο ότι έπρεπε να τους αποφεύγει λόγω ηθικών ελαττωμάτων, ασθενειών ή γενικότερα επειδή, με τον έναν ή τον άλλον τρόπο, εγκυμονούσαν κινδύνους.

Σήμερα, οι έννοιες που σχετίζονται με το στίγμα έχουν εξελιχθεί σε μεγάλο βαθμό· ξεκινώντας από ένα και μόνο εξωτερικό σημάδι που παλαιότερα μεθερμηνευόταν από τον υπόλοιπο κόσμο ως στοιχείο αποφυγής ενός ατόμου, έχουμε φτάσει στην κατοχή (ή στην πεποίθηση της κατοχής) ενός χαρακτηριστικού που υποδηλώνει μία συγκεκριμένη κοινωνική ταυτότητα, η οποία απαξιώνεται μέσα σε ένα ορισμένο κοινωνικό πλαίσιο (Crocker κ.ά., 1998).

Είναι γεγονός πως πλέον κάποιος μπορεί να στιγματιστεί απλώς και μόνο επειδή ανήκει σε μία ομάδα που απαξιώνεται από ορισμένες κοινωνικές ομάδες. Κάτι τέτοιο μπορεί να οφείλεται στο γεγονός ότι το άτομο ανήκει στο γυναικείο φύλο, έχει ελάχιστο εισόδημα ή κατάγεται από οικονομικά ασθενέστερο οικογενειακό περιβάλλον, έχει διαφορετικές σεξουαλικές προτιμήσεις, κατάγεται από διαφορετική κουλτούρα, είναι μέλος κάποιας μειονότητας ή απλώς και μόνο επειδή δε μοιάζει με όλους τους άλλους, είναι, για παράδειγμα, υπερβολικά μεγαλόσωμος, πολύ ψηλός ή πολύ μικροκαμωμένος. Όλα τα παραπάνω αποτελούν κατηγορίες στιγματισμού οι οποίες κάνουν την εμφάνισή τους συχνά εντός του σχολικού πλαισίου.

Οι συνέπειες του στίγματος 

Οι συνέπειες του στίγματος είναι πολυάριθμες, ειδικά για τα στιγματισμένα άτομα. Μία από τις πιο προφανείς και συχνότερες συνέπειες του στιγματισμού είναι η διάκριση που τον συνοδεύει. Μπορεί να χαρακτηρίζεται από κραυγαλέες επιθέσεις ή από πιο ήπια κακομεταχείριση, όπως για παράδειγμα να παίρνει κάποιος χαμηλότερο βαθμό από αυτόν που του αξίζει ή να αγνοείται από τους δασκάλους και τους συνομηλίκους του (Fisher κ.ά., 2000). Ωστόσο, ο στιγματισμός μπορεί να έχει και πιο αμυδρές επιπτώσεις καθώς το στίγμα μπορεί να βοηθά τους δασκάλους να εκπληρώνουν προσωπικές προφητείες (Jussim και Harber, 2005 - Jussim κ.ά., 2009) και μπορεί επίσης να έχει επιβλαβείς συνέπειες στην απόδοση του παιδιού μέσω απειλητικών στερεοτυπικών επιδράσεων (Steele και Aronson, 1995 - Huguet και Régnier, 2007).
 
Όλες αυτές οι συνέπειες και η διάκριση που επιφέρει ο στιγματισμός είναι ιδιαίτερα επιβλαβείς για το άτομο (για παράδειγμα, οδηγεί σε χαμηλή αυτοεκτίμηση, άγχος, μειωμένες επιδόσεις, κλπ.) ώστε δεν είναι λίγοι οι επιστήμονες που έχουν πρόσφατα κατανοήσει ότι το στίγμα αποτελεί έναν πολύ ισχυρό στρεσογόνο παράγοντα (Crocker κ.ά., 1998, Clark κ.ά., 1999, Miller και Kaiser, 2001, Major και O’Brien, 2005). Ως εκ τούτου, πολλοί ερευνητές έχουν προτείνει να χρησιμοποιηθούν ή να προσαρμοστούν κατάλληλα τα μοντέλα για τη μελέτη του άγχους ώστε να γίνει καλύτερα κατανοητός ο τρόπος που το στίγμα επηρεάζει τους ανθρώπους.

Ο στιγματισμός ως πηγή άγχους

Η άποψη ότι το άτομο κινείται ενεργά ως προς την αντιμετώπιση της διάκρισης και του στιγματισμού δεν είναι καινούργια. Πάνω από πενήντα χρόνια πριν, ο Allport (1954) περιέγραψε τον τρόπο με τον οποίο τα θύματα διακρίσεων χρησιμοποιούν αντισταθμιστικές συμπεριφορές ώστε να διαχειριστούν τις ποικίλες προσπάθειες αποδόμησης της ταυτότητάς τους. Η θεωρία της κοινωνικής ταυτότητας (Social Identity Theory, SIT) και οι εξελίξεις σχετικά με αυτή έδωσαν επίσης ένα όραμα για τον άνθρωπο, σύμφωνα με το οποίο το άτομο είναι ιδιαίτερα ενεργό στο να αναλαμβάνει δράση απέναντι στις διάφορες απειλές της ταυτότητάς του, συστηματοποιώντας παράλληλα τις αντιδράσεις αυτές σε μία συνεκτική και καρποφόρα θεωρία (Tajfel, 1981, Tajfel και Turner, 1986, Blanz κ.ά., 1998).

Πιο πρόσφατα, η ερευνητική προσοχή έχει μετατοπιστεί περισσότερο στις επιπτώσεις των διακρίσεων, δείχνοντας για ακόμη μία φορά ότι τα στιγματισμένα άτομα δεν κρατούν παθητική στάση, αλλά ανταποκρίνονται ενεργά στις απειλές της ταυτότητάς τους και δεν είναι καταδικασμένα να αποκτήσουν χαμηλότερη αυτοεκτίμηση (Crocker και Major, 1989, Branscombe κ.ά., 1999, Schmitt και Branscombe, 2002).
 
Η άποψη ότι ο στιγματισμός, οι διακρίσεις και γενικότερα οι οποιουδήποτε τύπου καταστάσεις που απειλούν την ταυτότητα αποτελούν σημαντικές πηγές άγχους αναπτύχθηκαν αργότερα, επισημαίνοντας όχι μόνο τις άμεσες αντιδράσεις επί των ανθρώπων που απειλούνται αλλά και τις επιπτώσεις των εν λόγω απειλών στην ταυτότητα, την υγεία, τις σωματικές αντιδράσεις και την κοινωνική λειτουργία του ατόμου (Allison, 1998, Clark κ.ά., 1999, Miller και Major, 2000, Miller και Kaiser, 2001). Για παράδειγμα, ορισμένες μελέτες έδειξαν ότι οι διακρίσεις συνδέονται με υψηλότερα επίπεδα σωματικής διέγερσης και ειδικότερα με τις καρδιαγγειακές αντιδράσεις μεταξύ στιγματισμένων ατόμων. Επιπλέον, μία ακόμη έρευνα (Richman κ.ά., 2007) έδειξε ότι οι μαύροι άνδρες που έχουν βιώσει εμπειρίες διάκρισης στο παρελθόν παρουσιάζουν οξύτερη σωματική αντίδραση σε στρεσογόνους παράγοντες από ότι οι λευκοί άνδρες, υποστηρίζοντας ότι οι διακρίσεις αποδυναμώνουν τα άτομα που τις υφίστανται ως προς την ικανότητά τους να αντιμετωπίζουν άλλα είδη στρεσογόνων παραγόντων.
 
Στο ψυχολογικό επίπεδο, οι μελέτες έχουν δείξει ότι οι γυναίκες που αναγνωρίζουν πως έχουν πέσει θύματα σεξισμού είναι περισσότερο καταθλιπτικές (Kobrynowicz και Branscombe, 1997) και έχουν χαμηλότερη αυτοεκτίμηση (Swim κ.ά., 2001) από τις γυναίκες εκείνες που δεν θεωρούν ότι έχουν πέσει θύματα σεξισμού. Κάτι ανάλογο ισχύει και για άλλα μέλη μειονοτικών ομάδων όπως οι ομοφυλόφιλοι (Diaz κ.ά., 2001), οι αφροαμερικανοί (Branscombe κ.ά., 1999) και οι νεαροί μαθητές ή φοιτητές. Για παράδειγμα, οι λευκοί μαθητές ή φοιτητές (από 13 έως 19 ετών) φαίνεται να παρουσιάζουν λιγότερες αντιδράσεις ψυχικής οδύνης σε αντιληπτές εμπειρίες διάκρισης, εντός του εκπαιδευτικού πλαισίου, από ότι οι συνομήλικοί τους με αφροαμερικανική, λατινοαμερικανική ή ασιατική καταγωγή (Fisher κ.ά., 2000).

Χαρακτηριστικά του στίγματος

Λόγω του μεγάλου αριθμού στιγμάτων, είναι απαραίτητο αυτά να ταξινομηθούν σύμφωνα με σαφή κριτήρια. Μία από τις πρωιμότερες ταξινομήσεις είναι η ευρέως διαδεδομένη ταξινόμηση του Goffman (1963), ο οποίος έκανε λόγο για φυλετικό στίγμα (φυλετικές και θρησκευτικές ταυτότητες), σωματικό στίγμα (σωματικές αναπηρίες ή εξωτερικές παραμορφώσεις) και «ατέλειες» του ατομικού χαρακτήρα (εθισμοί, ψυχικές ασθένειες, ομοφυλοφιλία). Ωστόσο, έχει υποστηριχθεί ότι ο εν λόγω τρόπος κατηγοριοποίησης των στιγμάτων βασίζεται περισσότερο στις ομοιότητες μεταξύ των στιγμάτων πάρα στα πραγματικά κοινά χαρακτηριστικά που διαφοροποιούν τα ποικίλα είδη στίγματος και θα μπορούσαν να εξηγήσουν τον τρόπο με τον οποίο οι άνθρωποι δρουν απέναντι σε στιγματισμένα άτομα και/ή τον τρόπο με τον οποίο τα στιγματισμένα άτομα αντιδρούν στις διακρίσεις και στον συνεπακόλουθο αποκλεισμό που υφίστανται. Αν και είναι αρκετές οι μελέτες εκείνες που προσπάθησαν να βρουν μία ακριβή μέθοδο ταξινόμησης του στίγματος (Weiner κ.ά., 1988, Frable,1993, Deaux κ.ά., 1995), εκείνη που χρησιμοποιείται σήμερα έχει προταθεί από τον Crocker (1998). Σύμφωνα λοιπόν με τη μελέτη αυτή, τα είδη του στίγματος μπορούν από τη μία πλευρά να είναι ορατά ή μη ορατά και από την άλλη πλευρά να είναι ελεγχόμενα ή μη ελεγχόμενα.
 
Η ορατότητα αναφέρεται στο γεγονός ότι κάποιος μπορεί εύκολα, και μέσω της οπτικής οδού, να ταξινομήσει, ή όχι, ένα στιγματισμένο πρόσωπο λόγω της εξωτερικής του όψης. Έτσι, οι γυναίκες, οι μαύροι, τα άτομα με σωματική αναπηρία και οι παχύσαρκοι διαθέτουν όλοι ένα ορατό χαρακτηριστικό στοιχείο το οποίο μπορεί να εκληφθεί από συγκεκριμένη μερίδα ανθρώπων και σε συγκεκριμένα κοινωνικά συμφραζόμενα ως στίγμα. Από την άλλη πλευρά, οι ομοφυλόφιλοι, τα άτομα που πάσχουν από συγκεκριμένες ασθένειες, όπως ο HIV ή ο διαβήτης, διαθέτουν ένα μη ορατό στίγμα. Ωστόσο, πρέπει να σημειωθεί εδώ, ότι αυτή η διάσταση δεν είναι πάντοτε τόσο αδιαπέραστη όσο φαίνεται. Έτσι, τα στιγματισμένα άτομα μπορούν να αποφασίσουν αν θα φανερώσουν την ομάδα στην οποία ανήκουν με το να μοιραστούν τη φύση τής ταυτότητάς τους με τους άλλους ή με το να κάνουν χρήση εξωτερικών ενδείξεων, όπως τα ρούχα ή οι μη λεκτικές συμπεριφορές. Κατά συνέπεια, κάποιος μπορεί επίσης να συμπεράνει ότι ένας άνθρωπος είναι ομοφυλόφιλος, φτωχός ή άρρωστος παρατηρώντας τις ενδείξεις αυτές.
 
Η δυνατότητα ελέγχου αναφέρεται στο γεγονός ότι η προέλευση ή το ζήτημα ενός στίγματος είναι, ή όχι, ελεγχόμενο, δηλαδή ότι το στιγματισμένο άτομο είναι υπεύθυνο για την απόκτηση του στίγματος (το να είναι κάποιος, για παράδειγμα, υπέρβαρος ή σωματικά ανάπηρος λόγω ενός αυτοκινητιστικού ατυχήματος το οποίο ο ίδιος προκάλεσε) και/ή ότι το στιγματισμένο άτομο θα μπορούσε να κάνει κάτι για να απαλλαγεί από το στίγμα (όπως για παράδειγμα να ακολουθήσει κάποια δίαιτα εάν είναι υπέρβαρος ή να προσπαθήσει να βρει κάποια δουλειά αν είναι άνεργος ή φτωχός).

Και πάλι, πρέπει να σημειωθεί εδώ ότι η παραπάνω διάσταση πρέπει να εξετασθεί με βάση μία συνεχή ακολουθία. Η κατηγοριοποίηση δεν είναι τόσο εύκολη υπόθεση για ορισμένα στίγματα, όπως η ομοφυλοφιλία ή η φτώχεια, επειδή εξαρτώνται σε μεγάλο βαθμό από τις πεποιθήσεις που έχουμε για την προέλευση του στίγματος. Για παράδειγμα, σύμφωνα με τον τρόπο που σκεφτόμαστε για την προέλευση της φτώχειας, ότι θεωρείται, δηλαδή, μία κατάσταση που οφείλεται αποκλειστικά σε προσωπικές ελλείψεις και κακές επιλογές ή συμβαίνει κυρίως λόγω κοινωνικοοικονομικών χαρακτηριστικών, θα θεωρήσουμε ότι το στίγμα αυτό είναι περισσότερο ή λιγότερο ελεγχόμενο.

Επειδή οι εξηγήσεις που δίνουμε για τους λόγους του εκάστοτε στιγματισμού διαφέρουν ανάλογα με το χρονικό και το πολιτισμικό υπόβαθρο, μπορεί να παίζει καθοριστικό ρόλο το να μη θεωρούμε δεδομένο ότι ορισμένα στίγματα είναι, ή όχι, ελεγχόμενα. Για παράδειγμα, ενώ στις ΗΠΑ τα στερεότυπα για τα οικονομικά ασθενέστερα άτομα είναι κυρίως εσωτερικά (π.χ. οι φτωχοί είναι φτωχοί επειδή δεν εργάζονται, περιγράφονται ως τεμπέληδες) τα στερεότυπα που παρουσιάζονται σε άλλες χώρες, όπως η Γαλλία, μπορεί να είναι εσωτερικά και εξωτερικά (π.χ. τα φτωχά άτομα περιγράφονται ως λιγότερο έξυπνα, αλλά ταυτόχρονα θαρραλέα, Berjot και Drozda-Senkowska, 2007).

Η δυνατότητα ελέγχου φαίνεται να αποτελεί μία ακριβή κατηγοριοποίηση διότι παρουσιάζεται να επηρεάζει τη συμπεριφορά των ανθρώπων απέναντι στα στιγματισμένα άτομα (Hegarty και Golden, 2008).

Παραδείγματος χάριν, μερικές μελέτες έδειξαν ότι τα άτομα που διαθέτουν κάποιο ελεγχόμενο στίγμα φαίνεται να απορρίπτονται πιο συχνά και να υφίστανται κάποιου είδους προκατάληψη σε σχέση με τα άτομα εκείνα που διαθέτουν κάποιο μη ελεγχόμενο στίγμα (Weiner κ.ά., 1988, Crocker κ.ά., 1998), αλλά είναι επίσης πιο πιθανό να προκαλέσουν τον οίκτο και λιγότερο πιθανό να λάβουν βοήθεια από άλλους (Weiner κ.ά., 1988, Menec και Perry, 1998). Κάτι τέτοιο ισχύει ιδιαίτερα για τα άτομα που πάσχουν από παχυσαρκία και τα οποία θεωρούνται υπεύθυνα για τη σωματική τους κατάσταση (Crandall, 1994)

Ο ρόλος των στοιχείων της προσωπικότητας στη διαχείριση του στίγματος

Τα στιγματισμένα άτομα παρουσιάζουν διαφοροποιήσεις ανάλογα με το βαθμό που διακρίνουν ή αναγνωρίζουν τις διακρίσεις στο περιβάλλον τους. Για παράδειγμα, μπορεί να είναι σε υπερβολική εγρήγορση σε ό,τι αφορά την απόρριψη, να παρουσιάζουν δηλαδή υπερβολική ευαισθησία σχετικά με υπαινιγμούς γύρω τους που θα μπορούσαν να αποτελούν δείκτες απόρριψης με βάση τη φυλετική καταγωγή τους (Mendoza-Denton κ.ά., 2002).

Σύμφωνα με την Pinel (1999, 2002), τα στιγματισμένα άτομα διαφέρουν ως προς τον τρόπο με τον οποίο πιστεύουν ότι θα κριθούν και θα αντιμετωπιστούν με βάση τα στερεότυπα που σχετίζονται με εκείνα τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά στοιχεία που τα καθιστούν μέλη μίας συγκεκριμένης κοινωνικής ομάδας. Ανάλογα με τη δυνατότητα της αντίληψης της απόρριψης ή τη συνείδηση του στίγματος, τα στιγματισμένα άτομα πρόκειται να εκτιμήσουν διαφορετικά τις καταστάσεις που αφορούν την ταυτότητά τους.

Μία άλλη προσωπική μεταβλητή που θα μπορούσε να μετριάσει τον αντίκτυπο δυνητικά απειλητικών καταστάσεων στον τρόπο με τον οποίο οι άνθρωποι εκτιμούν και αντιδρούν σε αυτές, είναι οι προσωπικές θεωρίες που έχει ο καθένας για τον εαυτό του.

Σύμφωνα με την Dweck (1999), οι πτυχές του εαυτού (προσωπικότητα, νοημοσύνη, ηθική, κλπ.) είναι δυνατόν να θεωρηθούν ως σταθερά, αμετάβλητα χαρακτηριστικά στοιχεία (σταθερή θεωρία - entity theory) ή ως μεταβαλλόμενα χαρακτηριστικά στοιχεία τα οποία μπορούν να βελτιωθούν ανάλογα με την προσπάθεια που καταβάλλει το άτομο (αυξητική θεωρία - incremental theory). Οι θεωρίες αυτές συγκροτούν τον τρόπο με τον οποίο τα άτομα αντιλαμβάνονται και αντιδρούν στην ανθρώπινη δράση και στα αποτελέσματα που αυτή επιφέρει, ιδίως σε αρνητικές κοινωνικές κριτικές.

Για παράδειγμα, μία σχετική έρευνα (Hong κ.ά., 1999) έδειξε ότι οι προπτυχιακοί φοιτητές που θεωρούν ότι η νοημοσύνη είναι ένα μεταβαλλόμενο στοιχείο έχουν περισσότερες πιθανότητες να κάνουν χρήση βελτιωτικών μέτρων όταν καλούνται να διαχειριστούν κάποια αποτυχία, από ότι οι φοιτητές οι οποίοι αντιλαμβάνονται τη νοημοσύνη ως ένα σταθερό γνώρισμα. Τα άτομα εκείνα που θεωρούν τη νοημοσύνη ως ένα μεταβαλλόμενο χαρακτηριστικό στοιχείο τείνουν περισσότερο να αποδίδουν την εκάστοτε αποτυχία τους στην έλλειψη επαρκούς προσπάθειας εκ μέρους τους, σε σχέση με εκείνους που θεωρούν τη νοημοσύνη ως αμετάβλητο στοιχείο.

Σε μία άλλη σειρά πειραμάτων, οι Nussbaum και Dweck (2008) έδειξαν ότι οι προσωπικές θεωρίες που διαθέτει ο καθένας για τον εαυτό του έχουν άμεση επίδραση στις στρατηγικές που χρησιμοποιεί το άτομο όταν καλείται να αντιμετωπίσει καταστάσεις που απειλούν την ταυτότητά του. Από τη μία πλευρά, τα άτομα που θεωρούν τη νοημοσύνη ως ένα σταθερό γνώρισμα τείνουν να επιλέγουν αμυντικές στρατηγικές αποκατάστασης της αυτοεκτίμησης, ενώ από την άλλη πλευρά, τα άτομα που θεωρούν τη νοημοσύνη ως ένα μεταβαλλόμενο γνώρισμα τείνουν να επιλέγουν στρατηγικές αυτοβελτίωσης.

Για να εξεταστεί αυτός ο ισχυρισμός, ότι η αποτυχία ή η απειλή της αποτυχίας επηρεάζει περισσότερο εκείνους που αντιλαμβάνονται τη νοημοσύνη ως ένα αμετάβλητο στοιχείο, οι Aronson, J., Fried, C. B., και Good, C  (2002) εκπαίδευσαν μαύρους και λευκούς μαθητές να βλέπουν τη νοημοσύνη ως ένα μεταβαλλόμενο και όχι αμετάβλητο στοιχείο.

Τα αποτελέσματα έδειξαν ότι οι μαύροι μαθητές που εξέλαβαν τη νοημοσύνη ως ένα μεταβαλλόμενο στοιχείο παρουσίασαν υψηλότερα ποσοστά επιδόσεων από εκείνους τους μαθητές οι οποίοι δεν είχαν εκπαιδευτεί να θεωρούν τη νοημοσύνη ως μεταβαλλόμενο γνώρισμα. Πιο πρόσφατα, και σε σχέση με μία άλλη πτυχή του εαυτού, οι Rattan και Dweck (2010) έδειξαν ότι ο τρόπος με τον οποίο οι προπτυχιακοί φοιτητές που κατάγονται από μειονότητες (όπως αφροαμερικανοί και λατινοαμερικανοί) , αντιλαμβάνονται την προσωπικότητά τους προβλέπει την απόφασή τους να έρθουν αντιμέτωποι με την προκατάληψη, ή όχι.

Εκείνοι που θεωρούν ότι η προσωπικότητα ανήκει στο φάσμα των μεταβαλλόμενων πτυχών του εαυτού, δήλωσαν με μεγαλύτερη συχνότητα ότι δεν διστάζουν να αντιμετωπίσουν τις ποικίλες προκαταλήψεις, από εκείνους που αντιλαμβάνονται την προσωπικότητα ως ένα σταθερό και αμετάβλητο στοιχείο.

Όπως συμβαίνει και με τις παραδοσιακές στρατηγικές, μπορεί επίσης κάποιος να σκεφθεί ότι ορισμένοι τρόποι διαχείρισης του στίγματος είναι δυνατό να παρουσιάζουν τόσο σταθερή φύση ώστε να λειτουργούν ως χαρακτηριστικά της προσωπικότητας και να επενεργούν άμεσα στις εκτιμήσεις του ατόμου, αλληλεπιδρώντας με τους περιστασιακούς υπαινιγμούς. Κάτι τέτοιο συμβαίνει, για παράδειγμα, στην περίπτωση της αυτοϋπονόμευσης, η οποία μπορεί να αποτελέσει σταθερό χαρακτηριστικό γνώρισμα. (Σ.τ.Μ.: Η αυτοϋπονόμευση είναι μία γνωσιακή στρατηγική κατά την οποία το άτομο αποφεύγει να καταβάλλει οποιαδήποτε προσπάθεια με σκοπό να αποφύγει κάποια πιθανή αποτυχία και να διατηρήσει τα επίπεδα της αυτοεκτίμησής του.) Ως εκ τούτου, ορισμένες μελέτες έδειξαν ότι κάποια άτομα τείνουν να υπονομεύουν τον εαυτό τους περισσότερο από άλλα (άτομα με υψηλά επίπεδα αυτοϋπονόμευσης, Rhodewalt, 1990). Το χαρακτηριστικό αυτό μπορεί να αποδειχθεί τόσο ισχυρό ώστε τα άτομα με υψηλά επίπεδα αυτοϋπονόμευσης τείνουν να υπονομεύουν τον εαυτό τους ακόμα και σε μη απειλητικές καταστάσεις.

Τέλος, μία άλλη μεταβλητή που φαίνεται πολλά υποσχόμενη, αλλά δεν έχει ερευνηθεί ακόμη εις βάθος, είναι το κίνητρο. Οι Hodgins και Knee (2002) διατύπωσαν την ύπαρξη ενός μοντέλου το οποίο υποδηλώνει ότι τα κίνητρα των ατόμων επηρεάζουν την ικανότητά τους να βιώνουν τα διάφορα γεγονότα της ζωής τους χωρίς να κρατούν αμυντική στάση. Ειδικότερα, οι αυτόνομοι και ελεγχόμενοι προσανατολισμοί των κινήτρων (Deci και Ryan, 2008) είναι σε θέση να προβλέψουν την απειλή και την άμυνα που δύναται να εκδηλώσει το άτομο. Το αυτόνομο κίνητρο αναφέρεται στην επιτέλεση μίας δραστηριότητας από ευχαρίστηση και/ή από προσωπική επιλογή. Αντίθετα, το ελεγχόμενο κίνητρο ορίζεται ως η ενασχόληση με μία δραστηριότητα που κατευθύνεται από εσωτερικές (π.χ. ενοχή) ή εξωτερικές πιέσεις (εξωτερικές ανταμοιβές). Τα αποτελέσματα παλαιότερων ερευνών (π.χ. Knee κ.ά., 2005, Hodgins κ.ά., 2006) αποκάλυψαν ότι τα άτομα που διαθέτουν αυτόνομο κίνητρο παρουσιάζουν χαμηλότερα επίπεδα αμυντικής συμπεριφοράς από τα άτομα εκείνα που διαθέτουν ελεγχόμενο κίνητρο, κι αυτό γιατί τα αυτόνομα κίνητρα συνδέονται θετικά με ολοκληρωμένες και ασφαλείς διαδικασίες του εαυτού (π.χ. αυτοαξιολόγηση, αυτογνωσία, αυτοπραγμάτωση· βλ. Deci και Ryan, 1985). 

Στρατηγικές διαχείρισης του στίγματος με σκοπό την προστασία της προσωπικής διάστασης της ταυτότητας

Η απόδοση στη διάκριση είναι μία από τις στρατηγικές που μπορεί να χρησιμοποιήσει το άτομο για να διαχειριστεί τις πάσης φύσεως διακρίσεις που μπορεί να υφίσταται. Η στρατηγική αυτή, η οποία προσδιορίστηκε για πρώτη φορά από τους Crocker και Major (1989), προστατεύει την αυτοεκτίμηση των μελών στιγματισμένων κοινωνικών ομάδων καθώς τα βοηθά να αποδίδουν τα αρνητικά σχόλια και τις ανεπαρκείς εκβάσεις στις συμπεριφορές προκατάληψης που εκδηλώνουν οι άλλοι απέναντι στην ομάδα.

Μία ακόμη στρατηγική που μπορεί να χρησιμοποιηθεί για την προστασία της προσωπικής ταυτότητας είναι η ατομική κινητικότητα. Η στρατηγική αυτή συνίσταται στην προσπάθεια του ατόμου να εγκαταλείψει το αρνητικά θεωρούμενο στοιχείο εντός της ομάδας με σκοπό να ενσωματώσει ένα νέο και θετικό στοιχείο. Η εν λόγω στρατηγική μοιάζει με αυτό που περιέγραψαν οι Deaux και Ethier (1998) ως «εξάλειψη της ταυτότητας». Πρόκειται, με άλλα λόγια, για την εγκατάλειψη ή την εξάλειψη ενός κοινωνικού μηχανισμού ταυτοποίησης, η οποία εφαρμόζεται συχνότερα όταν τα άτομα έχουν βιώσει πολυάριθμες καταστάσεις που απειλούν την ταυτότητά τους και σπανιότερα σε μεμονωμένες περιπτώσεις αντιμετώπισης προκαταλήψεων.

Ένα τελευταίο παράδειγμα στρατηγικής που στοχεύει στην προστασία του ατομικού εαυτού μπορεί να είναι και η αυτοϋπονόμευση. Η στρατηγική αυτή συνίσταται στην υιοθέτηση ή στον ισχυρισμό για την ύπαρξη εμποδίων στον δρόμο της επιτυχίας, πριν από την εκτέλεση οποιασδήποτε ενέργειας προς την κατεύθυνση αυτή από το άτομο (Jones και Berglas, 1978, Hirt κ.ά., 1991, Finez κ.ά., 2008), με σκοπό την προστασία της εικόνας του ατόμου στην περίπτωση αποτυχίας (κίνητρα αυτοπροστασίας) ή με σκοπό την ενίσχυση της εικόνας του ατόμου σε περίπτωση επιτυχίας (κίνητρα αυτοενίσχυσης).

Στρατηγικές διαχείρισης του στίγματος με σκοπό την προστασία της κοινωνικής διάστασης της ταυτότητας

Υπάρχουν αρκετές στρατηγικές διαχείρισης του στίγματος που αποσκοπούν στην προστασία της κοινωνικής διάστασης της ταυτότητας του ατόμου. Μία από αυτές είναι η μείωση της σημασίας της ταυτότητας. Το άτομο εξακολουθεί να ταυτίζεται με τη συγκεκριμένη κοινωνική ομάδα που τον τοποθετεί μία ορισμένη πτυχή της προσωπικότητάς του αλλά δίνει λιγότερη σημασία σε αυτή την πτυχή κατά τη διαδικασία προσδιορισμού του εαυτού του (Deaux και Ethier, 1998). Μία τέτοια τακτική καθιστά τις αρνητικές καταστάσεις που σχετίζονται με την ταυτότητα λιγότερο απειλητικές.

Μία παρόμοια στρατηγική είναι και η απαγκίστρωση από έναν συγκεκριμένο τομέα ορισμού (Crocker και Major, 1989, Steele, 1997), κατά την οποία τα μέλη στιγματισμένων ομάδων απαξιώνουν επιλεκτικά ή θεωρούν ως λιγότερο σημαντική για τον αυτοπροσδιορισμό τους τη διάσταση επιδόσεων στην οποία η ομάδα τους θεωρείται ότι σημειώνει ανεπαρκή ποσοστά και αξιολογούν επιλεκτικά με θετικό πρόσημο τις διαστάσεις επιδόσεων στις οποίες η ομάδα τους θεωρείται ότι σημειώνει υψηλά ποσοστά. Η στρατηγική αυτή χρησιμοποιείται όταν ένας τομέας στον οποίο αποφασίζουμε να εισέλθουμε απειλείται λόγω στερεοτύπων που σχετίζονται με την ένταξη στη συγκεκριμένη κοινωνική μερίδα (όπως για παράδειγμα οι γυναίκες που σπουδάζουν μαθηματικά σε μεγάλα και αναγνωρισμένα πανεπιστήμια). Επιπλέον, η στρατηγική αυτή μπορεί να χρησιμοποιηθεί και για να προστατέψει την προσωπική πτυχή της ταυτότητας όταν κάποιος λαμβάνει συνεχώς αρνητικά σχόλια για έναν τομέα που εκτιμά θετικά.

Η επιλεκτική σύνδεση αποτελεί μία ακόμη στρατηγική που μπορεί να χρησιμοποιηθεί για την προστασία της κοινωνικής διάστασης της ταυτότητας, κατά την οποία το άτομο εντατικοποιεί τις επαφές με τα μέλη της ομάδας με σκοπό να βρει κοινωνική υποστήριξη και να επανεκτιμήσει την ταυτότητά του (Deaux και Ethier, 1998, Siegal κ.ά., 1998).

Στρατηγικές διαχείρισης του στίγματος με σκοπό την ενίσχυση της προσωπικής διάστασης της ταυτότητας

Μπορεί οι προκαταλήψεις ή οι διαδικασίες αυτοενίσχυσης να είναι πολυάριθμες (Sedikides και Strube, 1997, Sedikides και Gregg, 2003), ωστόσο οι σαφείς στρατηγικές διαχείρισης του στίγματος που στοχεύουν στην ενίσχυση της προσωπικής διάστασης της ταυτότητας σπανίζουν. Η πιο γνωστή είναι η αυτοεπιβεβαίωση (Steele, 1988). Πρόκειται για την επιβεβαίωση (στα μάτια του ίδιου τού ατόμου ή στα μάτια των άλλων) των προσωπικών ιδιαιτεροτήτων του ατόμου. Εάν η αυτοεπιβεβαίωση παρουσιάζεται να έχει θετικό αντίκτυπο στις γνωστικές διαδικασίες (π.χ. αντίσταση στην πειθώ, χαμηλότερη γνωστική ασυμφωνία), τότε η στρατηγική αυτή είναι αρκετά αποτελεσματική ώστε να βοηθήσει το άτομο να διαχειριστεί τις απειλές που στοχεύουν την ταυτότητά του (Steele, 1988, McQueen και Klein, 2006). Για παράδειγμα, η αυτοεπιβεβαίωση επιτρέπει στα μέλη ομάδων που χαρακτηρίζονται από αρνητικά στερεότυπα να αντιλαμβάνονται τους άλλους ως λιγότερο προκατειλημμένους (Adams κ.ά., 2006) ή να διαχειρίζονται αποτελεσματικά τις καταστάσεις στερεοτυπικών απειλών (Martens κ.ά., 2005).

Η αυτοεπιβεβαίωση μπορεί επίσης να εκφραστεί μέσω της αντισταθμιστικής διαδικασίας (αντισταθμιστική αυτοενίσχυση· Baumeister και Jones, 1978, Baumeister, 1982). Στην περίπτωση αυτή, το άτομο που φέρει κάποιο στίγμα προσπαθεί να δείξει στους άλλους ότι διαθέτει και άλλες ιδιότητες ή θετικά χαρακτηριστικά.

Διαβάστε ακόμη το άρθρο: Γιατί υπάρχει στίγμα στην ψυχική ασθένεια 

Στρατηγικές διαχείρισης του στίγματος με σκοπό την ενίσχυση της κοινωνικής διάστασης της ταυτότητας

Μεταξύ των στρατηγικών που αποσκοπούν στην ενίσχυση της κοινωνικής διάστασης της ταυτότητας ξεχωρίζει ο κοινωνικός ανταγωνισμός (Tajfel, 1978), δηλαδή ο ανταγωνισμός για μία θετική αξιολόγηση εντός μίας ορισμένης κοινωνικής μερίδας με βάση συγκεκριμένες ενέργειες και συμπεριφορές.

Ένα άλλο σύνολο στρατηγικών που μπορούν να βοηθήσουν στην ενίσχυση της κοινωνικής ταυτότητας είναι η κοινωνική δημιουργικότητα (Tajfel, 1978). Το άτομο μπορεί, για παράδειγμα, να επανεκτιμήσει ορισμένες απειλούμενες πτυχές της προσωπικότητάς του, προσθέτοντάς τους θετικό και όχι αρνητικό πρόσημο ή μπορεί να διαλέξει μία άλλη πτυχή σύγκρισης στην οποία η κοινωνική μερίδα της οποίας αποτελεί μέλος υπερέχει.

Τέλος, μία άλλη στρατηγική η οποία μπορεί να τεθεί σε εφαρμογή προκειμένου να ενισχύσει την κοινωνική ταυτότητα είναι η επιβεβαίωση της κοινωνικής ταυτότητας κάποιου μέσα από έναν άμεσο ισχυρισμό ή συμπεριφορά απέναντι στους άλλους. Η στρατηγική αυτή συνίσταται στην απόδειξη της ύπαρξης αυτής της ταυτότητας σε όλες τις εκφάνσεις της. Οι Deaux και Ethier (1998) προσδιόρισαν την εν λόγω στρατηγική ως «επαναβεβαίωση». Έτσι λοιπόν, η επαναβεβαίωση αφορά τις προσπάθειες που καταβάλλει το άτομο για να διακηρύξει ή να επιβεβαιώσει μία πτυχή της ταυτότητάς του που αποτελεί ήδη μέρος του αυτοπροσδιορισμού του.

Πηγή: Το παρόν κείμενο στηρίχθηκε στην επιστημονική εργασία των Sophie Berjot και Nicolas Gillet για το στίγμα και τις συνέπειες που επιφέρει στο άτομο. http://journal.frontiersin.org/.

Συγγραφή Άρθρου

Έλλη Γκαλτέμη
Συνεργάτιδα του psychology.gr
Συγγραφή άρθρων, μετάφραση και απόδοση ξενόγλωσσων επιστημονικών άρθρων.