Ένα θέμα που απασχολεί όλο και πιο έντονα τη σύγχρονη κοινωνία, είναι η διατήρηση της υγείας και της ευρωστίας μέσα από την άσκηση και τη φυσική δραστηριότητα. Ειδικά τα τελευταία χρόνια, η κίνηση και η ενεργοποίηση του σώματος προτείνεται σαν αντίδοτο στη συνεχώς αυξανόμενη τάση της περιορισμένης φυσικής δραστηριότητας, σαν ένα αντίδοτο για τη καθιστική ζωή.

Με μια σύντομη αναδρομή στα δεδομένα του παγκόσμιου οργανισμού υγείας (1), θα δούμε πως η περιορισμένη φυσική δραστηριότητα αποτελεί το 4ο επικρατέστερο κίνδυνο θνησιμότητας.

Οι άνθρωποι που παραμένουν φυσικά μη δραστήριοι διατρέχουν 20-30% υψηλότερο κίνδυνο από όλους τους πιθανούς λόγους θνησιμότητας, σε σχέση με άτομα που κάνουν ελάχιστη δραστηριότητα. Η λύση για καλύτερή υγεία είναι σχετικά απλή, έστω και 30 λεπτά μέτριας έντασης δραστηριότητα τις περισσότερες ημέρες της εβδομάδας είναι αρκετή.

Στην Ελλάδα συγκεκριμένα το ποσοστό των ανθρώπων που γυμνάζονται με κάποιο τρόπο έστω δυο φορές την εβδομάδα είναι αρκετά χαμηλό (20%), στην Αττική ειδικά περί το 50% των ανθρώπων δεν συμμετέχει σε καμία φυσική δραστηριότητα(2).

Tα ποσοστά αυτά είναι ανησυχητικά, ειδικά αν σκεφτούμε πως ο ελάχιστος χρόνος δραστηριότητας που προτείνει ο οργανισμός υγείας φαίνεται ένας ιδιαίτερα εύκολος στόχος και μεγάλη μερίδα του πληθυσμού αποτυγχάνει να τον ακολουθήσει.

Τι συμβαίνει και οι άνθρωποι αποτυγχάνουν να παραμείνουν δραστήριοι στη ζωή τους;

Οι επικρατούσες απαντήσεις είναι η έλλειψη χρόνου (69%), έλλειψη κινήτρων (52%), έλλειψη ενέργειας (59%), ενώ από το σύνολο των ανθρώπων που αποφασίζουν να ξεκινήσουν κάποιο πρόγραμμα άσκησης το (50%) σταματάει στους πρώτους 6 μήνες(3).

Προσεγγίζοντας το θέμα της άσκησης με μια ψυχολογική σκοπιά μπορούμε να διακρίνουμε ότι τα παραπάνω στοιχεία δεν μας δείχνουν απλά λόγους για τους οποίους οι άνθρωποι αποφεύγουν την άσκηση. Στον αντίποδα μας δίνετε η εικόνα ενός σοβαρού κοινωνικού προβλήματος έλλειψής δραστηριότητας που επιστήμη και ειδικοί καλούνται να απαντήσουν.

Μια ενδιαφέρουσα θέση σχετικά με το θέμα είναι αυτή του Daniel Lieberman (4), καθηγητή εξελικτικής βιολογίας, που αναλύει την ιστορική εξέλιξη της φυσικής δραστηριότητας στο ανθρώπινο είδος. Σύμφωνα με την μελέτη του Daniel εμείς οι άνθρωποι εξελιχθήκαμε να περπατάμε, να τρέχουμε, να σκάβουμε και να συμμετέχουμε σε όποια άλλη φυσική δραστηριότητα που θα μας εξυπηρετήσει, αποφεύγοντας κατά βάση την εξάντληση αν δεν συντρέχει κάποιος λόγος επιβίωσης.

Πλέον στη σημερινή κοινωνία τα ανησυχητικά υψηλά επίπεδα καθιστικής ζωής έχουν ενισχύσει τα επίπεδα παχυσαρκίας, και έχουν ευνοήσει ασθένειες όπως ο διαβήτης. Όμως σύμφωνα με τον Daniel η λύση δεν θα δοθεί με το να μετατρέψουμε την άσκηση σε ιατρική συνταγή και ύστερα να την εμπορευματοποιήσουμε, όπως επιχειρείται τα τελευταία χρόνια.

Παρόμοια άποψη σχετικά με το θέμα προτείνει και μια ομάδα ερευνητών φυσικής δραστηριότητας (5), οι οποίοι εστιάζουν στο ότι στις περιστάσεις που η άσκηση γίνεται αντιληπτή σαν συνταγή «φάρμακο» οι ασκούμενοι βλέπουν την διαδικασία σαν μια θεραπεία παρά σαν ένα τρόπο διατήρησης της υγείας τους.

Είναι όμως αρκετό αυτό, για να συνεχίσουν την ενασχόληση τους με την άσκηση μετά το τέλος αυτή της θεραπευτικής αγωγής;

Τα ερευνητικά δεδομένα δείχνουν πως το κίνητρο των ασκούμενων όπως και η συμμετοχή τους στη φυσική δραστηριότητα σταδιακά μειώνεται στην περίπτωση που η άσκηση προωθείται σαν ιατρική συνταγή.

Φαίνεται λοιπόν πως η επικέντρωση στα ιατρικά οφέλη της άσκησης, δεν είναι αρκετή για να βοηθήσει στο πρόβλημα της περιορισμένης φυσικής δραστηριότητας. Αυτό το φαινόμενο είναι φυσικά κάπως παράδοξο και σύμφωνα με ερευνητές στην ψυχολογία της άσκησης είναι ένα από τα πιο ενοχλητικά φαινόμενα στο κομμάτι της δημόσιας υγείας(6).

Επίσης, παρατηρείτε πως τα προωθητικά μηνύματα της ιατρικής-θεραπευτικής προσέγγισης πολλές φορές αφήνουν να εννοηθεί, πως είναι στο χέρι του καθενός να είναι υπεύθυνος για την υγεία του και να πρέπει γίνει πιο δραστήριος για το δικό του καλό.

Φυσικά και είναι στο χέρι του καθενός να είναι δραστήριος, αλλά δεν γίνεται να αγνοήσουμε ότι υπάρχουν κοινωνικές και ατομικές προβληματικές προεκτάσεις που σχετίζονται με την άσκηση και να αναθέσουμε απλά την ευθύνη στον άνθρωπο (5).

Με αυτό το τρόπο και με πρόφαση τη «θεραπεία» συνήθως υπονομεύεται η πολυπλοκότητα του θέματος άσκησης-υγείας. Έτσι καταλήγει να μεταφέρεται η ευθύνη στον σύγχρονο άνθρωπο που με βάση τα δεδομένα του ΠΟΥ φαίνεται να έχει ανάγκη στήριξης για να παραμείνει δραστήριος για την υγεία του η ευθύνη για την αδράνεια του.

Το ζήτημα δεν είναι αν η άσκηση είναι «θεραπεία», αλλά αν είμαστε προετοιμασμένοι να διατηρήσουμε την διάθεση μας για άσκηση και φυσική δραστηριότητα. Και για να προλάβουμε μια βιαστική απάντηση, θα ήταν καλό να αναλογιστούμε ότι λιγότερο από το ένα τρίτο του παγκόσμιου πληθυσμού βρίσκει αυτή τη διάθεση και ασχολείται με τη φυσική δραστηριότητα.

Αντίστοιχα ο Daniel Lieberman εξηγεί πως το ανθρώπινο είδος, ποτέ δεν εξελίχθηκε για να κάνει άσκηση ή να ασχολείται εθελούσια με την άσκηση για το καλό της υγείας του και αυτό που προτείνει είναι μια διαφορετική επιλογή.

Αυτή της άσκησης για την ευχάριστη και την φυσική αποφόρτιση. Ανατρέποντας έτσι το μονότονο τοπίο προωθητικών μηνυμάτων που περιορίζεται στο να επαναλαμβάνει το πόσο σημαντική είναι η άσκησης για την υγεία, ο συγγραφέας προτείνει την εναλλακτική της ευχάριστης αποφόρτισης.

Ο Lieberman φαίνεται να κατανοεί πως η άσκηση είναι μια ανθρώπινη συμπεριφορά που για να γίνει συνήθεια χρειάζονται συγκεκριμένες προϋποθέσεις. Επίσης σημειώνει πως όπως συμβαίνει σχεδόν με όλες τις ανθρώπινες συμπεριφορές μια υγιής συνήθεια μπορεί εύκολα να μετατραπεί σε μια επικίνδυνη καταναγκαστική συμπεριφορά με κλασικά παθολογικά παραδείγματα τον εθισμό στην άσκηση(7) ή τη μυϊκή δυσμορφία (8).

Για αυτό το λόγο, ο Lieberman παροτρύνει την ενασχόληση με την άσκηση πρωτίστως για την ευχαρίστηση και την αυτοπραγμάτωση, σε εναντίωση με τη δημοφιλή θέση της εποχής και στον τρόπο που αντιμετωπίζεται το ζήτημα.

Τέλος, σημειώνει πως στο πεδίο της άσκησης υπάρχουν πολλές φορές μεταμφιεσμένα επικριτικά και ενίοτε ντροπιαστικά μηνύματα που απευθύνεται σε ανθρώπους που επιθυμούν να ασκηθούν.

girl dog forest

Σκοτεινές πτυχές της pop κουλτούρας του fitness

Αναλύοντας λίγο βαθύτερα αυτά τα μηνύματα ερευνητές όπως η Rajan (2018) που ασχολείται με το θέμα της ανορεξίας και των «fitness» δικτυακών αναρτήσεων (9), παρατηρεί πως η προσπάθεια να παραμείνει κανείς “Fit” με πρότυπο ένα γραμμωμένο και σφριγηλό σώμα μπορεί να σχετίζεται και με βαθύτερες ψυχολογικές ανάγκες του ατόμου.

Μπορεί να είναι μια μορφή απόδειξης κύρους ή μια προσπάθεια να γίνει κανείς αποδεκτός, ακόμα μπορεί να γίνει κατανοητή και σαν μια μορφή επίδειξης δύναμης. Δυστυχώς όμως αυτή η εμμονή με ένα συγκεκριμένο τύπο φυσικής εικόνας έχει τελικά καταστροφική επίδραση στην εικόνα του σώματος του ατόμου. Παράλληλα, ενισχύει την πιθανότητα ανάπτυξης συμπτωμάτων διαταραχής στις διατροφή και καταναγκαστικής άσκησης (10).

Γενικά τα γνωστά “tips” και οι “δεκάλογοι συμβουλών”, μπορεί να λειτουργούν βοηθητικά ενισχύοντας παροδικά τα κίνητρα για άσκηση, μπορεί όμως να έχουν και αρνητικές επιδράσεις.

Η προέκταση αυτής της κουλτούρας υπάρχει ενεργά στο διαδίκτυο, όπου θα εντοπίσουμε ποικιλία οδηγιών που προτρέπουν την άσκηση. Προσεγγίσεις, προτροπές και απόψεις σχετικά με τρόπους άσκησης που μπορεί να ακολουθήσει κανείς για να παραμείνει δραστήριος και υγιής ή να διαχειριστεί το βάρος του.

Βέβαια πολλές από αυτές τις «ειδικές» συμβουλές όπως και ο τρόπος που προβάλλεται η άσκηση φαίνεται να επιδοκιμάζουν μεθόδους “lifestyles” που ενέχουν ψυχολογικού τύπου κινδύνους και στερεοτυπικές απόψεις.

Ένα κλασικό παράδειγμα είναι η ιδέα πως μέσα από σκληρή άσκηση και μόνο κάποιος μπορεί να μειώσει το σωματικό του βάρος. Μια θέση που έχει αναθεωρηθεί σύμφωνα με τη σειρά έρευνών του Kevin Hall βασικού ερευνητή στο εθνικό ινστιτούτο υγείας των Η.Π.Α..

Ένα κεντρικό απόφθεγμα της πολυετούς έρευνας προτείνει πως η άσκηση δεν είναι και τόσο καλό εργαλείο για την απώλεια βάρους, παραμένει όμως εξαιρετική επιλογή για να παραμείνουμε υγιείς (11).

Επιστρέφοντας στους ψυχολογικούς κινδύνους που εμπεριέχονται στην pop-fit κουλτούρα, έχει παρατηρηθεί ότι παρουσιάζονται συνήθως υπό το μανδύα της αγάπης και της αποδοχής για το σώμα και της «αυθεντικής» φροντίδας προς τον εαυτό, όμως είναι αμφίβολο αν αυτή είναι τελικά η πρόθεσή τους.

Η έρευνα του Grogan (2016) (12) που εστιάζει σε εκπροσώπους του χώρου αυτού, παρατηρεί ότι άτομα που ασχολούνται με το να επηρεάσουν το κοινό σε θέματα άσκησης συνήθως χαρακτηρίζονται από χαμηλή αυτοεκτίμηση και προβάλουν το σώμα τους σε μια προσπάθεια να βρουν την επιβεβαίωση.

Έτσι, συνήθως “fit-influencers” είτε θα δώσουν έμφαση στη μυϊκή υπεροχή είτε στο γραμμωμένο σώμα συγκεκριμένων αναλογιών.

Προφανώς σε ένα τόσο περιορισμένο πλαίσιο κατανόησης υπάρχει και περιορισμένος χώρος για την ανάπτυξη μιας συμπεριφοράς όπως αυτή της φυσικής δραστηριότητας και της άσκησης, με σκοπό τη διατήρηση της σωματικής και ψυχικής υγείας.

Ένα εξαιρετικό παράδειγμα σχετικά με την επιρροή των περιορισμένων αντιλήψεων σχετικά με την άσκηση είναι αυτό της Jane Fonda (The Atlantic, 2021) (13) που κατάφερε με το πρωτότυπο για την εποχής της εγχείρημα να φέρει την αεροβική γυμναστική στο ευρύ κοινό και να περάσει το γνωστό μότο “No pain, no gain”.

Σε συνέντευξη της σχετικά με αυτή της επιτυχία αναφέρει πως οι προπονήσεις που προωθούσε γέμιζαν το κενό που είχε στη ζωή της λόγω της διατροφικής διαταραχής που αντιμετώπιζε εκείνη την περίοδο.

Εδώ λοιπόν συναντάμε ένα ακόμα παράδοξο, όπως φαίνεται η ενασχόληση με την άσκηση βοήθησε την Jane Fonda να καλύψει το ψυχολογικό της κενό. Το μότο “No pain, no gain” που δημιούργησε και προωθούσε όμως αφήνει μια αίσθηση απόλυτης αντίληψης για την ενασχόληση άσκηση που μοιάζει είναι πιο κοντά σε μια προκατάληψη της Jane Fonda παρά με μια οδηγία που προωθεί μια υγιή συμπεριφορά .

Φυσικά τα αγαθά της άσκησης περνούν και μέσα από κόπωση, αλλά αυτό δε σημαίνει ότι χρειάζεται να πονέσουμε στο σώμα για να αποκτήσει αξία η προπόνηση μας.

Ωστόσο, το μότο “No pain, no gain” παρέμεινε στο πέρασμα του χρόνου και το βλέπουμε να αναπαράγεται μέχρι σήμερα ανεξάρτητα από το αμφιλεγόμενο είδος παρακίνησης που προωθεί.

Ο τρόπος και το είδος της εμψύχωσης έχει σημαντική επίδραση και αυτό αντίστοιχα προτείνει μια έρευνα που έγινε για λογαριασμό φορέα δημοσίας υγείας στην Αυστραλία (14). Τα διαδικτυακά “hashtags” σχετικά με την άσκηση όπως το “fitspiration”, μπορεί να ενισχύουν την παρακίνηση για άσκηση, αφού κανείς μπορεί να βρει ταύτιση με μια κοινωνική ομάδα που ενισχύει το σκοπό του για να είναι δραστήριος/α.

Η ίδια έρευνα όμως σημειώνει πως υπάρχει υψηλή πιθανότητα το περιεχόμενο αυτών των πληροφορίων να προτρέπει στην πιεστική έως και εξαντλητική άσκηση όπως και σε αντίστοιχες καταναγκαστικές διατροφικές συμπεριφορές, που συνήθως οδηγούν σε καταστάσεις ψυχολογικής δυσφορίας.

Σε όλο αυτό το κατά τα άλλα υγιές τοπίο του “fitness-wellness” αναρωτιέμαι πια θα μπορούσε να είναι η λιγότερο απρόβλεπτη και σχετικά υγιής επιλογή αν κάποιος επιθυμεί να κάνει άσκηση.

Φυσικά, η επιλογή να απευθυνθεί κανείς σε ειδικό της άσκησης, σε κάποιο γυμναστήριο ή σε κάποια οργανωμένη αθλητική δραστηριότητα είναι ενδεχόμενος μια καλή πρακτική. Ακόμα και σε αυτή την περίπτωση, χρειάζεται προσοχή, αφού οι απόψεις των επαγγελματιών ειδικά σε θέματα διαχείρισης βάρους μπορεί να είναι επηρεασμένες έμμεσα και άμεσα από προκαταλήψεις ή στερεοτυπικές απόψεις (14).

Ένα βασικός προβληματισμός σχετικά με αυτό το θέμα είναι ότι τελικά οι στερεοτυπικές απόψεις του επαγγελματία ειδικού μπορεί να ενισχύσουν την αύξηση βάρους επιβαρύνοντας τελικά την υγεία του επωφελούμενου-ασκούμενου (15).

Το τοπίο σε αυτό το κομμάτι της έρευνας είναι σύγχρονο και ακόμα πρώιμο, οπότε χρειάζονται χρόνο και περισσότερα ερευνητικά δεδομένα για να απεικονίσουμε πληρέστερα τις προεκτάσεις του προβλήματος αυτού.

Βέβαια οι ειδικοί συμφωνούν στο ότι το πρόβλημα της στερεοτυπικής αντιμετώπισης σε θέματα βάρους υπάρχει ανάμεσα στους επαγγελματίες της άσκησης και χρειάζεται να δημιουργήσουμε εκπαιδεύσεις ώστε να ενημερωθούν κατάλληλα επαγγελματίες και ειδικοί (16).

Μια καλή πρόταση είναι η ανάπτυξη συναισθηματικών δεξιοτήτων, αφού είναι ιδιαίτερα σημαντικό οι επαγγελματίες να δείχνουν μια στάση κατανόησης και λειτουργούν με εν συναίσθηση.

Σημαντικό επίσης είναι να δίνεται χρόνος στο να ακουστεί και να γίνει κατανοητή η ανάγκη του ασκούμενου, να παρέχονται ξεκάθαρες οδηγίες που παράλληλα στοχεύουν στην ενίσχυση των κίνητρα. Με αυτό το μοντέλο συμπεριφοράς διαμορφώνονται καλές προοπτικές ώστε να βοηθήσουμε κάποιον να συνεχίζει την άσκηση και να παραμείνει δραστήριος.

Τέλος, είναι αξιοπερίεργο πως ενώ υπάρχουν πολλά θεωρητικά μοντέλα που εξηγούν τρόπους για να ξεκινήσει και να συνεχίσει κανείς να είναι φυσικά δραστήριος μέσα από την άσκηση, οι πρακτικές εφαρμογές που εντοπίζουμε στους χώρους άσκησης είναι περιορισμένες. Μια ιδιαίτερα ενδιαφέρουσα σύγχρονη θεωρία (Affective Reflective Theory) (17) που θα αναλύσουμε στο επόμενο άρθρο, συζητώντας τρόπους με τους οποίους τα συναισθήματα μπορούν να επηρεάσουν την συμπεριφορά και τις αποφάσεις μας σχετικά με την άσκηση και φυσική δραστηριότητα.

Bιβλιογραφία

(1) https://www.who.int/data/gho/indicator-metadata-registry/imr-details/3416
(2) Vazou, Spyridoula & Ekkekakis, Panteleimon. (2009). Affective consequences of imposing the intensity of physical activity: Does the loss of perceived autonomy matter?. Hell J Psychol. 6.
(3) https://believeperform.com/why-is-it-important-to-study-exercise-behaviour/ (4) Exercised: Why Something We Never Evolved to Do Is Healthy and Rewarding Hardcover, 464 pages. Published January 5th 2021 by Pantheon Books (first published 2021) (5) Williams, T. L., Hunt, E. R., Papathomas, A. & Smith, B. (2017). Exercise is Medicine? Most of the time for most; but not always for all. Qualitative Research in Sport Exercise and Health. doi: 10.1080/2159676X.2017.1405363.
(6) http://ikee.lib.auth.gr/record/100716
(7)http://ikee.lib.auth.gr/record/231893?ln=el (8) Rajan, B., 2018. Fitness selfie and anorexia: A study of ‘fitness’ selfies of women on Instagram and its contribution to anorexia nervosa. Punctum. International Journal of Semiotics, 4(2), pp.66-89.
(9) https://thediaryhealer.com/2021/05/24/the-dark-side-of-fitness-culture/ 
(10) https://www.youtube.com/watch?v=eXTiiz99p9o&t=29s (11) Grogan, S., 2016. Body image: Understanding body dissatisfaction in men, women and children. Taylor & Francis.
(12) https://www.theatlantic.com/culture/archive/2021/06/apple-physical-hot-vax-summer/619249/
(13) https://bmcpublichealth.biomedcentral.com/articles/10.1186/s12889-018-5930-7
(14) Alberga, A.S., Pickering, B.J., Alix Hayden, K., Ball, G.D.C., Edwards, A., Jelinski, S., Nutter, S., Oddie, S., Sharma, A.M. and Russell-Mayhew, S. (2016),
Weight bias reduction in health professionals: a systematic review. Clin Obes, 6: 175-188. https://doi.org/10.1111/cob.12147
(15) Lawrence, BJ, Kerr, D, Pollard, CM, et al. Weight bias among health care professionals: A systematic review and meta-analysis. Obesity (Silver Spring). 2021; 29: 1802– 1812. https://doi.org/10.1002/oby.23266
(16) Panza, G. A., Armstrong, L. E., Taylor, B. A., Puhl, R. M., Livingston, J., and Pescatello, L. S. (2018) Weight bias among exercise and nutrition professionals: a systematic review. Obesity Reviews, 19: 1492– 1503
(17) https://www.youtube.com/watch?v=CO_t2lbcoU0 

 

Συγγραφή - Επιμέλεια Άρθρου

Μιχάλης Χαντζής

michail chatzisΚαθ.Φυσικής Αγωγής ΕΚΠΑ, Msc Psychology British Psychological Society, Msc Ψυχολογια Αθλητισμού Άσκησης και Φυσικής Αγωγής.
Η άσκηση και η ευεργετική της λειτουργία στην ψυχική και σωματική υγεία είναι το κεντρικό στοιχείο της προσωπικής μου πρακτικής και ακαδημαϊκής μελέτης.