Η γλώσσα είναι ίσως το πιο χαρακτηριστικό από όλα τα ανθρώπινα γνωρίσματα. Η ανθρώπινη επικοινωνία γίνεται με πολλούς διαφορετικούς τρόπους. Μπορούμε να επικοινωνήσουμε με τις εκφράσεις του προσώπου, με σύμβολα, σήματα, χειρονομίες και κινήσεις. Ωστόσο, αυτοί οι δίαυλοι επικοινωνίας μπορούν να χρησιμοποιηθούν και από άλλα ζώα.

Η γλώσσα, όμως, περιλαμβάνει μια ιδιαίτερα πολύπλοκη χρήση αυθαίρετων συμβατικών συμβόλων (των λέξεων), τα οποία συνδυάζονται σύμφωνα με ένα πολιτισμικά καθιερωμένο σύστημα προκειμένου να μεταφέρουν συγκεκριμένα νοήματα στους άλλους ανθρώπους.

Η ψυχολογική μελέτη της γλώσσας

Η ψυχολογική μελέτη της γλώσσας αντλεί από πολλά διαφορετικά πεδία γνώσης. Ένα μεγάλο μέρος της έρευνας εξετάζει τον τρόπο με τον οποίο τα παιδιά αποκτούν τη γλώσσα και πολλές από τις γνώσεις που έχουν αποκτηεί από αυτόν τον τομέα έχουν εφαρμοστεί άμεσα σε ειδικά εκπαιδευτικά σχήματα. Οι ψυχολόγοι έχουν μελετήσει επίσης με ποιον τρόπο οι άνθρωποι χρησιμοποιούν τη μη λεκτική επικοινωνία για να κατευθύνουν και να ρυθμίσουν τη συζήτηση και την κοινωνική αλληλεπίδραση.

Η μη λεκτική επικοινωνία μερικές φορές συνδέεται στενά με τη χρήση της γλώσσας. Για παράδειγμα, ο τόνος της φωνής ή ο τονισμός μπορεί να ξεκαθαρίσει ή να ενισχύσει το λεκτικό νόημα.

Η επιλογή της γλώσσας μπορεί να επηρεάσει δραματικά το πραγματικό μήνυμα που μεταφέρουμε, ακόμη και όταν χρησιμοποιούμε λέξεις οι οποίες φαίνεται να σημαίνουν το ίδιο πράγμα. Ο Thouless (1974) έδειξε ότι οι «υποβλητικές» λέξεις (οι λέξεις που υποδηλώνουν αξίες ή έντονα αισθήματα) μπορούν να επηρεάσουν αυτό που ακούει ένας ακροατής. Για παράδειγμα, το γεγονός ότι το κυβερνών κόμμα μιας χώρας μπορεί να αναφέρεται από τα μέσα ενημέρωσης είτε ως «καθεστώς» είτε ως «κυβέρνηση» μεταβιβάζει ένα ελαφρώς διαφορετικό μήνυμα σε κάθε περίπτωση.

Ένα από τα πιο χαρακτηριστικά παραδείγματα της μετάδοσης στάσεων μέσω της γλώσσας μπορεί να θεωρηθεί η σεξιστική γλώσσα, στην οποία η εντύπωση ότι οι γυναίκες είναι «κατώτερες» ή «ασήμαντες» διαιωνίζεται μέσα από τη χρήση της γλώσσας.

Η επίδραση της γλώσσας στην σκέψη

Ο Lakoff (1975) υποστήριξε ότι οι γυναίκες ενθαρρύνονται άμεσα να χρησιμοποιούν λιγότερο διεκδικητικές μορφές γλώσσας σε σύγκριση με τους άνδρες. Για παράδειγμα, οι ανιχνευτικές εκφράσεις όπως «νομίζω» ή «ίσως» εμφανίζονται συχνά στο γυναικείο λόγο, αλλά είναι σχετικά ασυνήθιστες στο λόγο των ανδρών. Οι διαφορές τέτοιου είδους στο ύφος έχουν ως αποτέλεσμα ο λόγος των γυναικών να θεωρείται λιγότερο σημαντικός, επειδή ακούγεται λιγότερο αποφασιστικός και μεταδίδει μια αβεβαιότητα.

Έχουν γίνει διάφορες έρευνες που δείχνουν ξεκάθαρα ότι οι συμβατικές μορφές της γλώσσας μπορεί να έχουν μια άμεση επίδραση στη σκέψη των ανθρώπων.

Οι Eakins & Eakins (1978) έδειξαν ότι οι γυναίκες αναφέρονται συχνότερα ως «κτήμα» παρά ως «κτήτορες» στις σχέσεις («η κόρη του Γιάννη», «η χήρα του Κώστα» κ.λπ.), και βρήκαν ότι αυτό επηρέαζε την ικανότητα των ανθρώπων να λύνουν προβλήματα.

Η επιρροή των βαθιά ριζωμένων σεξιστικών ιδεών στη γλώσσα

Σε μια έρευνα που έκαναν έδωσαν στα άτομα που πήραν μέρος την εξής παράγραφο:

Ένας άνδρας και ο γιος του είχαν συλληφθεί σε μια ληστεία. Ο πατέρας τραυματίστηκε κατά την πάλη και ο γιος, με χειροπέδες, μεταφέρθηκε επειγόντως στο αστυνομικό τμήμα. Καθώς ο αστυνομικός έσπρωχνε το αγόρι που πάλευε προς το αστυνομικό τμήμα, ο δήμαρχος, που είχε ειδοποιηθεί και έφτασε στον τόπο της ληστείας, το κοίταξε και είπε: «Θεέ μου, είναι ο γιος μου!». Ποια ήταν η σχέση του δημάρχου με το αγόρι;

Οι ερευνητές ανέφεραν ότι αυτοί που συμμετείχαν στην έρευνά τους συχνά έκαναν «απερίγραπτες και γελοίες» εικασίες για την απάντηση, αλλά πολύ λίγοι από αυτούς σκέφτηκαν τη σωστή λύση: ότι ο δήμαρχος μπορεί να είναι η μητέρα του παιδιού.

Υποστήριχθηκε ότι η λέξη «δήμαρχος» είναι ένας συνδεδεμένος με το φύλο (σεξιστικός) όρος, αφού υπάρχει επίσης η λέξη «δημαρχίνα» στη γλώσσα, και έτσι το παράδειγμα ήταν παραπλανητικό.

Αυτό το επιχείρημα, όμως, δείχνει πόσο βαθιά ριζωμένες είναι οι σεξιστικές ιδέες, από τη στιγμή που ο όρος «δημαρχίνα» δεν είναι το αντίστοιχο θηλυκό του «δήμαρχος», αλλά αναφέρεται σε έναν διαφορετικό κοινωνικό ρόλο.

Αν μια γυναίκα διοριστεί δήμαρχος, αναθέτει σε κάποιον άλλο να είναι «δημαρχίνα» (ακόμη κι αν είναι άνδρας), αφού η θέση αυτή συνδέεται με διαφορετικά καθήκοντα. Όμως, ούτως ή άλλως, έχει αποδειχθεί ότι το παράδειγμα έχει την ίδια ισχύ αν η λέξη «χειρούργος» χρησιμοποιηθεί αντί για τη λέξη «δήμαρχος».

Λεξιλόγιο και σεξισμός

Όταν εξετάζαμε την υπόθεση της γλωσσικής σχετικότητας, αναφέραμε ότι το λεξιλόγιο μιας γλώσσας μπορεί να προσελκύσει την προσοχή σε χαρακτηριστικά του περιβάλλοντος ή του πολιτισμού. Αυτό μπορεί επίσης να ισχύει και αντίστροφα. Ο Spender (1980) επισήμανε ότι η αγγλική γλώσσα δεν έχει ουδέτερους όρους για την περιγραφή μιας δυναμικής γυναίκας και ο Hage (1972) έδειξε ότι δεν υπάρχει όρος για τη φυσιολογική σεξουαλική ικανότητα των γυναικών που να είναι αντίστοιχος με τυς όρους «αρρενωπός» ή «ικανός» που χρησιμοποιούνται για τους άνδρες.

Από την άλλη μεριά, όσον αφορά τους μειωτικούς όρους, ο Stanley (1973) έδειξε ότι η αγγλική γλώσσα έχει 220 λέξεις για να περιγράψει τις σεξουαλικά πολύμορφες γυναίκες, ενώ αντίστοιχα υπάρχουν μόνο 20 τέτοιες λέξεις για τους σεξουαλικά πολύμορφους άνδρες. Τέτοιου είδους «μετρήσεις λέξεων» συχνά αποκαλύπτουν κοινά αποδεκτές κοινωνικές υποθέσεις. Σε αυτή την περίπτωση κάνουν πιο δύσκολο το να κριθούν οι γυναίκες από την κοινωνία με ίσους όρους με τους άνδρες.

Οι κοινωνικές ιδέες αντικατοπτρίζονται από το λεξιλόγιο

Το λεξιλόγιο μπορεί να καταστεί ένας ισχυρός δείκτης των κοινωνικών ιδεών. Ο Spender (1980) ανέφερε ένα παράδειγμα βεβαρημένης γλώσσας, για να περιγράψει το εύρημα ότι οι γυναίκες τείνουν να είναι καλύτερα πληροφορημένες από τους άνδρες για το πλαίσιο μέσα στο οποίο παρατηρείται ένα οπτικό ερέθισμα (Witkin et al., 1962).

Αυτό το φαινόμενο ερμηνεύθηκε με τέτοιο τρόπο που φάνηκε ότι η αντίληψη των γυναικών ήταν κατώτερη: οι γυναίκες φάνηκαν ότι είναι «εξαρτημένες από το πεδίο», ενώ οι άνδρες περιγράφηκαν ως «ανεξάρητοι από το πεδίο».

Άλλες λέξεις όμως μπορούσαν να περιγράψουν το φαινόμενο το ίδιο καλά: ο Spender πρότεινε ως εναλλακτικούς όρους τους «ενδιαφέρον για το πλαίσιο» και «αδιαφορία για το πλαίσιο». Οι όροι αυτοί μπορούσαν να μεταφέρουν μια εντελώς διαφορετική κοινωνική αντίληψη.

Ο τρόπος με τον οποίο η συμβατική χρήση της γλώσσας μεταφέρει κοινωνικές αντιλήψεις δείχνει ακόμη ότι αυτές επηρεάζουν τις δυνατότητες που προσφέρονται στους ανθρώπους.

Οι έρευνες που αφορούν τη χρήση του όρου «άνδρας» («man» στα ελληνικά σημαίνει «άνθρωπος») όταν γίνεται αναφορά σε όλο το ανθρώπινο είδος, συμπεριλαμβανομένων και των γυναικών, αποτελεί ένα ενδιαφέρον παράδειγμα αυτού του γεγονότος. Σύμφωνα με τον Spender (1980), αυτή η χρήση της γλώσσας πρωτοεμφανίστηκε το 17ο αιώνα.

Προηγουμένως οι άνθρωποι χρησιμοποιούσαν την αντωνυμία «αυτοί» για να ορίσουν έναν ή περισσότερους ανθρώπους, όταν αναφέρονταν και στους άνδρες και στις γυναίκες. Ο Spender υποστήριξε ότι η χρήση της λέξης «άνδρας» (man) με αυτό τον τρόπο σήμαινε ότι οι γυναίκες αγνοήθηκαν γλωσσολογικά -και θεωρούνταν, εξαιτίας αυτού, ανάξιες λόγου στις συζητήσεις για την ανθρώπινη φυλή.

Η Martyna (1978) βρήκε από συνεντεύξεις ότι όταν οι άνδρες χρησιμοποιούσαν τον όρο αυτό, αναφέρονταν μόνο στους ίδιους, ενώ οι γυναίκες αναφέρονταν στους ανθρώπους γενικά. Όμως οι γυναίκες έτειναν να χρησιμοποιούν τον όρο λιγότερο συχνά από τους άνδρες.

Η λέξη «άνδρας» ως όρος είδους

Ο Schultz (1975) έδειξε ότι η καθολική χρήση της λέξης «άνδρας» για την αναφορά σε όλο το ανθρώπινο είδος προκαλούσε σύγχυση: αν και οι συγγραφείς συχνά υποστήριζαν ότι τον χρησιμοποιούσαν γενικά, το περιεχόμενο αυτών που έγραφαν έδειχνε ότι στην πραγματικότητα είχαν στο μυαλό τους μόνο τους άνδρες.

Ο Schultz βρήκε μερικά παραδείγματα που το στήριζαν αυτό σε προτάσεις όπως «Οι βασικές ανάγκες του ανθρώπου (man) είναι το φαγητό, το καταφύγιο και η πρόσβαση στις γυναίκες».

Η Morgan (1972) έδειξε πόσο μεγάλη επίδραση είχε ασκήσει ο όρος «άνδρας», κάνοντας μιαν επαναξιολόγηση της ιδέας που όλοι έχουν για την ανθρώπινη εξέλιξη, εξετάζοντάς την όμως αυτή τη φορά από την πλευρά του ρόλου που έπαιξαν τόσο οι γυναίκες όσο και οι άνδρες. Οι γυναίκες, υποστήριξε, κατά κανόνα αγνοήθηκαν από συγγραφείς της ανθρώπινης εξέλιξης, κάτι που σημαίνει ότι οι συγγραφείς δεν είχαν σκεφτεί στην πραγματικότητα ανάγκες επιβίωσης τέτοιες όπως η προστασία των παιδιών.

Η Morgan το απέδωσε αυτό άμεσα στη γενικευμένη χρήση του «αυτός» (he), η οποία είχε ως αποτέλεσμα την επικέντρωση της προσοχής μόνο στις δραστηριότητες των ανδρών.

Έρευνες πάνω στη σκέψη των παιδιών και των ενηλίκων έχουν δείξει ότι ακόμη και η χρήση του όρου «άνδρας» ως όρους του είδους στις προτάσεις έχει ως αποτέλεσμα το σχηματισμό αρρενωπών προτύπων.

Η Nilsen (1973) έδειξε ότι τα παιδιά σκέφτονταν ότι η λέξη «άνδρας» σημαίνει το «άρρεν» σε προτάσεις όπως «ο άνδρας χρειάζεται φαγητό». Και μια μελέτη από τους Schneider & Hacker (1973) έδειξε ότι οι φοιτητές σκέφτονταν τους άνδρες όταν συναντούσαν φράσεις όπως «πολιτικό άτομο» (Political man) ή «αστός» (urban man).

Η Martyna (1980) έδειχνε στα υποκείμενα φωτογραφίες ανδρών και γυναικών και τους ρωτούσε αν μια αρχική πρόταση ταίριαζε στο πρόσωπο της φωτογραφίας. Τα υποκείμενα θεωρούσαν ότι οι φωτογραφίες ανδρών ταίριαζαν σε όλες τις προτάσεις που περιείχαν τη γενική χρήση της λέξης «αυτός» (he), αλλά το 40% των υποκειμένω στη μια έρευνα και το 20% στην άλλη θεωρούσε ότι οι φωτογραφίες των γυναικών δεν ταίριαζαν.

Σε μια πιο εκτενή έρευνα, οι Mackay & Fulkerson (1979) έδειξαν ότι παρόμοια λάθη στην κατανόηση των προτάσεων που περιείχαν το γενικό όρο «αυτός» παρουσιάζονταν στο 87% των υποκειμένων κάθε φορά που τους ζητούσαν να πουν αν η πρόταση θα ταίριαζε σε μια γυναίκα.

Σημασιολογική έκπτωση και σεξισμός

Ο Schultz (1975) επισήμανε ότι οι αρχικά συγκρίσιμοι ανδρικοί και γυναικείοι όροι δεν παραμένουν ισοδύναμοι κατά τη χρήση: ο αντίστοιχος γυναικείος όρος τείνει να δηλώνει υποτιμητική ή κατώτερη θέση [για παράδειγμα: δεσπότης/δέσποινα (μαιτρέσα) (master/mistress), Κυβερνήτης/κυβερνήτρια (δασκάλα) (governor/governess), κύριος/κυρία (ματρόνα) (sir/madam) κ.λπ.]. 

Αυτό συμβαίνει με τέτοια συχνότητα που κάποιοι ερευνητές το θεωρούν βασικό σημασιολογικό κανόνα στην αγγλική γλώσσα, ονομάζοντάς το η αρχή της «σημασιολογικής έκπτωσης». Miller & Swift (1976) έδειξαν ότι το ίδιο συμβαίνει και με τα ονόματα κοριτσιών (Hilary, Evelyn, Shirley κ.λπ.), τότε παύουν να χρησιμοποιούνται για τα αγόρια. Η σειρά με την οποία τοποθετούνται οι λέξεις μπορεί επίσης να μεταφέρει ένα κοινωνικό μήνυμα. Ο Smith (1985) έδειξε ότι παραδοσιακά ανδρικοί όροι εμφανίστηκαν πριν τους αντίστοιχους γυναικείους, κάτι που και πάλι ενισχύει την ιδέα ότι οι γυναίκες δεν είναι τόσο σημαντικές (αδερφός και αδερφή, άνδρας και γυναίκα κ.λπ.)

Σε πολλούς τύπους γραφής έχει καθιερωθεί πλέον ως γενική αρχή ότι θα πρέπει να αποφεύγεται η χρήση σεξιστικής γλώσσας στην επικοινωνία.

Αποτέλεσμα αυτού είναι να έχουν αναπτυχθούν κάποιοι νέοι συμβατικοί τύποι γραφής για να αντικαταστήσουν τους παλιύς. Μερικοί συγγραφείς, για παράδειγμα, χρησιμοποιούν ένα γενικευτικό «αυτή» (she) αντί του «αυτός» (he), ενώ άλλοι φροντίζουν να αναφέρονται και στον αρσενικό και στον θηλυκό τύπο και να εναλλάσουν τη σειρά με την οποία εμφανίζονται.

Τα τελευταία χρόνια, οι ψυχολόγοι ενδιαφέρονται όλο και περισσότερο για το πώς η γλώσσα μπορεί να μεταδίδει σεξιστικές υποθέσεις.

Διατύπωσαν επίσης κάποιες αρχές για το πώς μπορούμε να αποφύγουμε την ακούσια μετάδοση μηνυμάτων μέσω της γλώσσας. Έτσι, ο Βρετανικός Ψυχολογικός Κώδικας Συμπεριφοράς των ψυχολόγων περιέχει και οδηγίες σχετικά με τη χρήση μη σεξιστικής γλώσσας (British Psychological Society, 1990)

Το παρόν άρθρο αποτελεί αδειοδοτημένο απόσπασμα από τον Α' Τόμο Εισαγωγή στην ψυχολογία που κυλοφορεί από τις εκδόσεις Πεδίο

Συγγραφή - Επιμέλεια Άρθρου

Χρύσα Πράντζαλου

e psy logo twitter2Τμήμα Σύνταξης της Πύλης Ψυχολογίας Psychology.gr
Επιμέλεια και συγγραφή άρθρων, μετάφραση & απόδοση ξενόγλωσσων άρθρων.
Επικοινωνία: editorial @psychology.gr