Ο όρος «πάλη ή φυγή» πρωτοχρησιμοποιήθηκε στις αρχές του 20ού αιώνα από τον Αμερικανό φυσιολόγο, Walter Cannon ώστε να περιγράψει την αντίδραση οργανισμών κάτω από αγχογόνες συνθήκες. Με λίγα λόγια, όταν ένας ζωντανός οργανισμός βρίσκεται υπό απειλή, το συμπαθητικό νευρικό σύστημα ανταποκρίνεται, προκαλώντας αύξηση της αδρεναλίνης και μεταβολές στις κόρες των ματιών, στα επίπεδα ζαχάρου και κορτιζόλης και στους χτύπους της καρδιάς ή την αρτηριακή πίεση.

Πολλές φορές, η απόκριση αυτή προκαλεί παρεμβολές και σε αυτόνομες αντιδράσεις, όπως το ανοσοποιητικό σύστημα, την αναπνοή και την πέψη.

Εξελικτικά, ο μηχανισμός αυτός στόχο έχει να τροφοδοτήσει τον οργανισμό με επιπλέον εγρήγορση, αντοχή και ταχύτητα ώστε να υπερασπιστεί τον εαυτό του καλύτερα πολεμώντας την απειλή (πάλη) ή να τον προετοιμάσει για να τραπεί σε φυγεί (φυγή). Οι επιστήμονες αναφέρονται επίσης σε μία τρίτη αντίδραση στρες που συμβαίνει όταν ένα ζώο δεν παλεύει, ούτε φεύγει και ονομάζεται “πάγωμα”. To ζώο πανικοβάλλεται και λιποθυμά ή μένει ακίνητο, κάτι που συμβαίνει για παράδειγμα στους ανθρώπους αν τρομάξουν ή στις γάτες όταν τυφλώνονται από τους προβολείς του αυτοκινήτου. Ωστόσο, το πάγωμα δεν συμπεριλαμβάνεται ως βασική αντίδραση διότι θεωρείται μέθοδος αποφυγής, μιας και πολλά ζώα χάνουν το ενδιαφέρον τους σε πλάσματα που δεν κινούνται ή μοιάζουν νεκρά.

Η απόκριση «πάλης ή φυγής» εμφανίζεται στους ανθρώπους σε περιόδους στρες ή κινδύνου και μπορεί να είναι παραγωγική όταν η κατάσταση το απαιτεί. Σε ορισμένες περιπτώσεις όμως, η απειλή είναι υποκειμενική, και έτσι στο άτομο προκαλούνται ακραίες αντιδράσεις πάλης ή φυγής σε απειλές που αντικειμενικά δεν είναι παρούσες. Για παράδειγμα, ένα άτομο μπορεί να βιώσει ως απειλητική μία αντίθετη άποψη από τη δική του και να οδηγηθεί σε βιαιοπραγία (πάλη) ή ακόμα να προσπαθήσει να διαφύγει από την αντιπαράθεση (φυγή). Επιπλέον, άνθρωποι με αγχώδεις διαταραχές, τείνουν να εμφανίζουν αντιδράσεις πάλης ή φυγής χωρίς εμφανή λόγο ή ως αντίδραση σε μία απειλητική σκέψη.

Παρόλο που η αντίδραση πάλης ή φυγής είναι μια λειτουργική ενστικτώδης συμπεριφορά που σκοπό έχει να μας προστατεύσει, σε αυτές τις περιπτώσεις μπορεί να γίνει εξαιρετικά ψυχοφθόρα για την ομαλή λειτουργία ενός ανθρώπου. Αν κάποιος βρίσκεται σε μια τέτοια κατάσταση υπερδιέγερσης η οποία συνοδεύεται και από σωματικά συμπτώματα όπως δυσκολία στην έλευση και διατήρηση ύπνου, αίσθημα δύσπνοιας, προβλήματα του εντέρου ή ακόμα και από ψυχολογικά συμπτώματα όπως πανικό, ή απομόνωση, τότε θα ήταν ωφέλιμο για το άτομο να διερευνήσει τους λόγους με έναν ιατρό ή ψυχολόγο. 

Συγγραφή Άρθρου

Άννα Αλβανού

alvanou annaΨυχολόγος- ψυχοθεραπεύτρια, ατομική- ομαδική ψυχοθεραπεία. Δίπλωμα στην Κλινική Ύπνωση με εξειδίκευση στη Βιοθυμική Ψυχοθεραπεία.