Άγχος

Είναι σχεδόν αδύνατον να φανταστεί κανείς μία ζωή δίχως άγχος. Πρόκειται για ένα συναίσθημα που υπάρχει πάντα εντός μας και είναι απόλυτα συνυφασμένο με την ανθρώπινη συνθήκη. Ήδη το ίδιο το γεγονός της γέννησης αποτελεί για το βρέφος την πρώτη ατομική εμπειρία του άγχους. Από τα γεννοφάσκια, προτού αρχίσουμε να αγχωνόμαστε, υπήρχε κάποιος άλλος να αγχώνεται για εμάς.

Το άγχος του άλλου αποτελεί τόσο μία μορφή καταπίεσης, όσο και μία ζώνη προστασίας της παιδικής ηλικίας. «Ωστόσο, αποτελεί κρίσιμης σημασίας συστατικό της ζωής του βρέφους και του παιδιού το να μπορεί να εγείρει την έγνοια και το ενδιαφέρον, να υπάρχει ένα άλλο πρόσωπο διαθέσιμο να αγχώνεται για αυτό» (1).

Ως συναίσθημα το άγχος έχει προφανέστατα δυσάρεστο χαρακτήρα. Υπάρχουν όμως και άλλα συναισθήματα με δυσάρεστο χαρακτήρα (π.χ. θλίψη, πένθος, πόνος), για αυτό το άγχος θα πρέπει να έχει και κάποιες άλλες ιδιαιτερότητες. Εμείς εδώ, θα κάνουμε, στη συνέχεια, μία διάκριση σε σχέση με άλλα συγγενή προς αυτό συναισθήματα, όπως είναι η ανησυχία και η αγωνία.

Αποκτήστε το βιβλίο της συγγραφέως Μάρρως Μπέλλου Ο γκάτζετ-Eros, από το εξειδικευμένο βιβλιοπωλείο ψυχολογίας της Πύλης μας.

Το συναίσθημα της ανησυχίας

Το «άγχος» έχει βρει την θέση του στην ψυχιατρική γλώσσα και τη διάγνωση, σε αντίθεση με την «ανησυχία». Παρόλα αυτά, πολλοί απευθύνονται σε έναν ειδικό επειδή όπως λένε «ανησυχούν για κάτι». «Η διάκριση αφορά το ότι η ανησυχία έχει πάντα ένα συγκεκριμένο αντικείμενο, ότι δεν επιδέχεται μετάθεση, ενώ αντιθέτως μπορούμε να αγχωνόμαστε δίχως να γνωρίζουμε τί αφορά το άγχος» (2).

Η ανησυχία αφορά πάντα το μέλλον, πρόκειται για ένα είδος προσμονής, για κάτι που υπερβαίνει τις δυνατότητες ελέγχου εκ μέρους μας.

Όμως, δεν υπάρχει τίποτε το αινιγματικό γύρω από αυτήν, ούτε προκαλεί κάποια σύγχυση. Παίρνει τη μορφή ενός σεναρίου επικείμενης καταστροφής, ότι κάτι τρομερό μπορεί να συμβεί, πράγμα που ούτως ή άλλως είναι πιθανό. Πρόκειται για μία σκέψη που είναι απόλυτα προσγειωμένη στην πραγματικότητα και την προβλεψιμότητα της καθημερινής ζωής. Για παράδειγμα, το να ανησυχεί κανείς για τα χρήματα, την υγεία του, τα παιδιά του ή για το ότι άργησε, ή ότι θα χάσει την δουλειά του είναι μία έγνοια πλήρως αναγνωρίσιμη και κατανοητή, που δεν αφήνει καθόλου ερωτηματικά.

«Ως κρυφή διαμαρτυρία, η ανησυχία είναι μία προσπάθεια απλοποίησης» (3)

Η ανησυχία δεν είναι διόλου εκδήλωση μίας ψυχικής παθολογίας, αλλά αντίθετα η εκδήλωση ενός πραγματιστή εαυτού που αντιλαμβάνεται τις, έως έναν βαθμό, πραγματικές απειλές που τον αφορούν και αναζητεί τρόπους για την αποφυγή τους. Ένα άτομο που ανησυχεί, επιδιώκει στην πραγματικότητα την επίλυση προβλημάτων: η ανησυχία του δεν προέρχεται από το γεγονός ότι δυσανασχετεί επειδή δεν ξέρει τι θέλει, αλλά από το γεγονός ότι ξέρει τί ακριβώς θέλει να αποφύγει. Στην πραγματικότητα μάλιστα, όσο και αν φαίνεται παράδοξο, αυτές οι ανησυχίες μπορεί να δρουν καθησυχαστικά για το άτομο, επειδή συμβάλλουν στην αποτροπή ενός άγνωστου μέλλοντος. Συμβαίνει συχνά, κατά την κλινική πρακτική, ο αναλυόμενος να ανησυχεί μήπως χάσει τις ανησυχίες του. Εξάλλου, τι άλλο θα μπορούσε να σκεφτεί αν εξαφανίζονταν άπαξ δια παντός όλες οι ανησυχίες του;

Το συναίσθημα του άγχους

Η εμπειρία του άγχους δηλώνει ένα διάχυτο αίσθημα δυσφορίας το οποίο μπορεί να εκδηλώνεται τόσο σωματικά όσο και ψυχικά και του οποίου το αίτιο παραμένει για εμάς άγνωστο και αδιευκρίνιστο. Αυτός είναι ο λόγος για τον οποίο το άγχος, ως απροσδιόριστη αιτιολογία, βιώνεται ως ένα συναίσθημα ανυπόφορο. Για να κατανοήσουμε όμως καλύτερα την έννοια του άγχους θα χρειαστεί να προβούμε εκ νέου σε κάποιες διακρίσεις.

Ως προς τη μορφή του, το άγχος διαχωρίζεται στις «καταστάσεις γενικευμένου άγχους», και τα «περιοδικά επεισόδια έντονου άγχους» (4). Αυτό που χαρακτηρίζει την κατάσταση γενικευμένου άγχους είναι η σχέση της με την διάρκεια ή καλύτερα με τον βιωμένο χρόνο του ατόμου. Πρόκειται για ένα «περιπλανώμενο άγχος» που είναι πάντα εκεί, παρόν και επίμονο. Συνταυτίζεται με την ίδια την χρονικότητα του ατόμου χωρίς, για έναν ανεξήγητο για το άτομο λόγο, να μπορεί να αποσπασθεί από αυτήν.

Από την άλλη, αυτό που χαρακτηρίζει τα περιοδικά επεισόδια έντονου άγχους είναι οι ξαφνικές ρήξεις στην ομαλή ροή της σχέσης του ατόμου με το χρόνο. Υπάρχουν στιγμές έξαρσης όπου εμφανίζονται σωματικά συμπτώματα με πρωτόγνωρα επείγοντα χαρακτήρα. Τα σωματικά αυτά φαινόμενα αφορούν κυρίως τα όργανα αναπνοής και την καρδιά και τότε είναι που εμφανίζονται οι λεγόμενες κρίσεις πανικού.

Μία άλλη βασική διάκριση είναι αυτή που έκανε ο Freud στο ύστερο έργο του Αναστολή, σύμπτωμα και άγχος, μεταξύ του «αυτόματου άγχους» και του «άγχους ως σήμα». Η ειδοποιός διαφορά τους είναι ότι το πρώτο κοιτάζει στο παρελθόν, ενώ το δεύτερο προς το μέλλον. Συγκεκριμένα, το αυτόματο άγχος είναι εκείνο που αναδύεται ως μνημονικό ίχνος μίας προϋπάρχουσας τραυματικής κατάστασης και αναπαράγεται πλέον τακτικά όταν μία τέτοια κατάσταση επανεγκαθίσταται (5).

Οι τραυματικές αυτές καταστάσεις παραπέμπουν, σύμφωνα με τον Freud, σε μία εμπειρία ανημπόριας του βρέφους έναντι του αποχωρισμού από τη μητέρα του. Από την άλλη, το άγχος ως σήμα αναπαράγεται σκόπιμα από το Εγώ προκειμένου να καταργήσει μία κατάσταση κινδύνου. Ένα παράδειγμα αυτού του προφυλακτικού άγχους είναι το επίμονο πλύσιμο των χεριών στο οποίο προσφεύγει ένας ψυχαναγκαστικός, ύστερα από κάποιο άγγιγμα, προκειμένου να προλάβει να μην γίνει λεία ενός σχεδόν ανυπόφορου άγχους. Και στις δύο περιπτώσεις το άγχος φανερώνεται ως προϊόν ψυχικής αβοηθησίας του ατόμου.

Θα πρέπει πάντως να σημειώσουμε ότι, σε αντίθεση με τον Freud, ο Λακάν διατύπωσε την άποψη ότι η πρωταρχική πηγή του άγχους δεν είναι ο χωρισμός από τη μητέρα αλλά, τουναντίον, η αδυναμία χωρισμού από αυτήν. Δεν είναι η απουσία της μητέρας αλλά η συνεχής έως αποπνικτική παρουσία της που προκαλεί το άγχος.

Μία τρίτη πολύ σημαντική διάκριση που χρειάζεται να γίνει είναι μεταξύ άγχους και φοβίας. Η φοβία δηλώνει την σχέση του ατόμου με ένα συγκεκριμένο αντικείμενο. Έτσι, αυτό που είναι φοβερό είναι ένα αντικείμενο ή μία κατάσταση, τα οποία μπορούν να αποτελέσουν αντικείμενο συμβολικής επεξεργασίας. Το άτομο μπορεί δηλαδή να μιλήσει για το αντικείμενο του φόβου του και να του αποδώσει έτσι κάποια σημασία. Στην περίπτωση του άγχους όμως, το φοβερό είναι το ίδιο το άγχος, ακριβώς επειδή δεν προσδένεται σε ένα αντικείμενο κι έτσι δεν μπορεί να αποτελέσει αντικείμενο μίας στοχευμένης επεξεργασίας.

Επιπλέον ενώ η φοβία εγκαθίσταται πάντα με αναφορά σε μία παρουσία (αυτή του αντικειμένου που την προκαλεί), το άγχος αναδύεται πάντα στην σφαίρα μίας απουσίας. Για αυτό ακριβώς, όπως δείχνει η κλινική εμπειρία, τα άτομα ξέρουν τι φοβούνται, δεν ξέρουν όμως τι τα αγχώνει. Από την άποψη αυτή, «ακόμα και μία φοβία είναι προτιμότερη από το άγχος» (6).

Είδαμε ήδη τις δύο αντιτιθέμενες απόψεις του Freud και του Λακάν ως προς την αιτιολογία του άγχους. Ο μεν πρώτος το συνδέει με την απουσία της μητέρας ενώ ο δεύτερος με την υπερβάλλουσα παρουσία της. Ο Λακάν συνδέει επίσης την γέννηση του άγχους, με την επαφή του ατόμου με κάτι που του είναι ανοίκειο. Κάτι τέτοιο μπορεί να είναι μία εξωτερική κατάσταση, εικόνα, ή πράγμα, μπορεί όμως να είναι και η εικόνα του ίδιου του ατόμου: αρκεί να διακρίνουμε κάτι παράξενο ή ασυνήθιστο στο είδωλό μας στον καθρέφτη για να νιώσουμε να μας κατακλύζει το άγχος.

Το συναίσθημα της αγωνίας

Σε αντίθεση τόσο με την ανησυχία όσο και με το άγχος, η αγωνία αφορά την ανθρώπινη ύπαρξη στην ίδια την ουσία ή τον πυρήνα της. Μπορεί η αγωνία να είναι βιοτική, να αφορά δηλαδή τα μέσα της επιβίωσης και ιδίως μία ενδεχόμενη ελάττωση ή απώλειά τους (αγωνία που σχετίζεται με την υγεία είτε ψυχική είτε σωματική, τα χρήματα, την κοινωνική αναγνώριση, την εργασία, τον έρωτα κ.ο.κ.). Στην πιο βαθειά και καθαρή της μορφή όμως, η αγωνία είναι υποστασιακή, αγγίζει δηλαδή τον πυρήνα του ανθρώπινου όντος και φαίνεται να μην μπορεί να αποσπασθεί από αυτόν.

Ο άνθρωπος εμφανίζεται έτσι ως το κατεξοχήν αγωνιώδες ον, το οποίο βρίσκεται σε διαρκή αναζήτηση του νοήματος του ίδιου του του εαυτού, της αυθεντικότητάς του και της ελευθερίας του. Ενώ η βιοτική αγωνία συνδέεται πάντα με πράγματα εξωτερικά, η υποστασιακή αγωνία είναι αυτή που φέρνει τον άνθρωπο σε επαφή με το βαθύτερο εγώ του, με αυτό που συνιστά την αυθεντικότητα και την ελευθερία του είναι του.

Στο έργο φιλοσόφων όπως ο Κίρκεγκωρ ή ο Σαρτρ (7), η αγωνία στην πλέον βαθειά της μορφή συνδέεται άλλοτε με μία πρωταρχική απαγόρευση κατά τον Κίρκεγκωρ (ο απαγορευμένος καρπός που γεννά αγωνία ακόμη και στην κατάσταση της παραδείσιας αθωότητας), και άλλοτε με μία απόλυτη ελευθερία: «είμαστε καταδικασμένοι να είμαστε ελεύθεροι» γράφει ο Σαρτρ. Αυτό σημαίνει ότι δεν υπάρχει άλλη πηγή νοήματος του κόσμου, άλλη πηγή δικαίωσης των επιλογών μας από εμάς τους ίδιους. Αυτό όμως, όταν το συνειδητοποιούμε, μας φορτώνει με μία δυσβάσταχτη ευθύνη από την οποία πηγάζει εντέλει η οντολογική αγωνία μας.

Θα θέλαμε την ευθύνη των επιλογών μας να την έχει κάποιος άλλος (π.χ. ο Θεός ή ο ενήλικας Άλλος στον οποίο θα απευθυνόμαστε σαν να είμαστε παιδιά), αλλά κάτι τέτοιο είναι πλέον αδύνατο. Η ενηλικίωσή μας με όλες τις σημασίες του όρου, ψυχική, πολιτική κτλ. απαιτεί από εμάς ένα πολύ σημαντικό τίμημα. Έτσι, η αγωνία εμφανίζεται ως το τίμημα της ελευθερίας μας.

Τί να κάνω;

Ενώ η ανησυχία δεν αποτελεί, η ίδια, μία ιδιαίτερα ανησυχητική κατάσταση κι επομένως μπορούμε να ζήσουμε με αυτήν χωρίς ιδιαίτερα προβλήματα, και η αγωνία έχει τα χαρακτηριστικά ενός φιλοσοφικού κυρίως προβλήματος, καθώς σχετίζεται με έννοιες αφηρημένες όπως η αυθεντικότητα και η ελευθερία, το άγχος είναι κάτι που πρέπει άμεσα να αντιμετωπίσουμε. Η αντιμετώπισή του είναι μάλιστα προτεραιότητα γιατί αν εδραιωθεί μπορεί να διαβρώσει βασικές πτυχές της προσωπικής και κοινωνικής μας ζωής.

Η κλινική αντιμετώπιση που προτείνω βασίζεται στην αρχή ότι το άγχος εμφανίζεται κι επεκτείνεται εκεί όπου απουσιάζει η επιθυμία. Το άγχος δεν προκαλείται τόσο από το ότι δεν έχω αυτό που ξέρω ότι θέλω, όσο από το ότι δεν ξέρω τι θέλω, ότι μετεωρίζομαι σε ένα κενό επιθυμίας. Το άγχος μειώνεται όσο περισσότερο είμαι - ή γίνομαι ξανά - ικανός να επιθυμώ, έστω και αν δεν καταφέρνω να ικανοποιήσω άμεσα αυτές μου τις επιθυμίες. Όπως έχει υπογραμμίσει ο Λακάν: «Η επιθυμία θεραπεύει το άγχος, αποτελεί κάτι που υπομένει κανείς καλύτερα από το ίδιο το άγχος» (8).

 

Βιβλιογραφία:

(1)Adam Phillips, Για το φίλημα, το γαργάλημα και την πλήξη, Εκδόσεις Οκτώ, σελ. 79.

(2) Ο.π. σελ. 84.

(3) Ο.π. σελ. 88.

(4) Dylan Evans, Εισαγωγικό λεξικό της Λακανικής Ψυχανάλυσης, Εκδόσεις Ελληνικά Γράμματα, σελ 39.

(5) Freud, Αναστολή, σύμπτωμα και άγχος, Εκδόσεις Μεταίχμιο, σελ. 112.

(6) Ζακ Λακάν, Σεμινάριο 4, σελ. 345.

(7)Ζαν Βαλ, Εισαγωγή στις φιλοσοφίες του Υπαρξισμού, Εκδόσεις Δωδώνη, σελ. 183-193.

(8) Ζακ Λακάν, Σεμινάριο 8, σελ. 427.

Συγγραφή Άρθρου

Μάρω Μπέλλου

maro bellouΨυχολόγος - ψυχοθεραπεύτρια. Πτυχιούχος του τμήματος Ψυχολογίας του Πάντειου Πανεπιστημίου Κοινωνικών και Πολιτικών Επιστημών
Msc στην Ιατρική Ψυχολογία

Ιστοσελίδα: www.marobellou.gr.

Όλα τα περιεχόμενα της Πύλης Ψυχολογίας - Psychology.gr προστατεύονται από την DMCA. Η αναδημοσίευση περιεχομένου είναι αποδεκτή, μόνο εφόσον τηρούνται όλοι ανεξαιρέτως οι παρακάτω κανόνες. Σε οποιαδήποτε άλλη περίπτωση η Πύλη Ψυχολογίας θα προχωράει σε καταγγελία DMCA, χωρίς προηγούμενη ειδοποίηση. Διαβάστε προσεκτικά το σχετικό πλαίσιο: ΠΡΟΫΠΟΘΕΣΕΙΣ ΑΝΑΔΗΜΟΣΙΕΥΣΗΣ DMCA.com Protection Status
Σχετικά άρθρα

Περισσότερα άρθρα του ειδικού συνεργάτη

Η εμπειρία του έρωτα μετά τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης
ερωτας και διαδίκτυο

Στη φαινομενολογία της αντίληψης ο M. Ponty παρατηρεί ότι «το σώμα είναι το γενικό μέσον μας, προκειμένου να έχουμε έναν κόσμο». Υπάρχει όμως και ένας άλλος κόσμος όπου δεν ζουν τα σώματα, πρόκειται για την ηλεκτρονική μεθόριο, είναι ο κόσμος του διαδικτύου. Το διαδίκτυο εμφανίζεται ως μία ασώματη τεχνολογία που υπόσχεται ακριβώς την υπέρτατη απελευθέρωση μου από τον υλικό χώρο.

Πέρα από την κατάθλιψη και την ενοχή, τι;
Κατάθλιψη και ενοχή

Σήμερα η κατάθλιψη είναι μία ασθένεια της μόδας, μάλιστα εμφανίζεται σχεδόν ως η πληγή του αιώνα. Η «ανάδειξή» της προκύπτει από έναν συνδυασμό συγκυριών: αφενός βρισκόμαστε σε έναν πολιτισμό που καθορίζεται κυρίως από τον Λόγο της επιστήμης, η οποία με την ευρηματικότητα που την χαρακτηρίζει παράγει και το λεγόμενο «χάπι της ευτυχίας» και αφετέρου, με την φιλελεύθερη παγκοσμιοποίηση η ζωή έχει μετατραπεί σε μία αδιάκοπη κούρσα ιλιγγιώδους ταχύτητας.

Η κρυφή γοητεία της παθητικότητας

Η ενεργητικότητα και η παθητικότητα είναι δύο διαφορετικοί δρόμοι που οδηγούν προς την ικανοποίηση. Άντρες και γυναίκες θέλουν τόσο να αγαπήσουν όσο και να αγαπηθούν. Στην ουσία μοιράζονται μία αμοιβαία συναισθηματική ανάγκη. Θέλουν να είναι τόσο ενεργητικοί, όσο και παθητικοί.

Στους δύο χωρά και ένας τρίτος
couple-happy

Στην ουσία το ερώτημα είναι: μπορεί ο άλλος να μου ανήκει; Όταν είμαι με τον άλλον ζευγάρι τίποτα δεν μπορεί να μου εξασφαλίσει την ιδιοκτησία πάνω του. Μπορεί κατά τα άλλα να υπάρχει εμπιστοσύνη προς το πρόσωπό του, όμως παρόλα αυτά υπάρχει ένα ρίσκο. Ο άλλος πάντα μου διαφεύγει γιατί πολύ απλά δεν μπορώ να βρίσκομαι στο κεφάλι του.

 

Εγγραφείτε στο Newsletter μας!

* απαιτούμενα πεδία
Ενδιαφέροντα * :
0
Shares