Άρθρα του Ειδικού Συνεργάτη

Ένα θέμα στο σχεδιασμό ενός τέτοιου συστήματος είναι η επιλογή του καταλληλότερου μοντέλου τύπων μάθησης για σχεδιασμό ομάδων. Το μοντέλο «ολικού μυαλού» (Whole brain model) του Herrmann (1989) έχει επιτυχώς χρησιμοποιηθεί σε πολλές έρευνες (πχ De Boer & Bothma, 2003; Voges, 2005; Hulme, Martin & Karayan, 2001) και έχει προσελκύσει θετικές κριτικές (Coffield et al, 2004). Περισσότερες από 60 διδακτορικές διατριβές και μελέτες ερευνητών έχουν στηριχθεί σ? αυτό το μοντέλο (Voges, 2005).

Είναι φανερό ότι οι κοινοί δεσμοί της μαθητοκεντρικής εκπαίδευσης και των θετικών αποτελεσμάτων της εφαρμογής των τύπων μάθησης στην εκπαίδευση είναι: (1) η διευκόλυνση του ατόμου να στοχαστεί πάνω στη μάθησή του και να την κατευθύνει επιτυχώς και (2) η ενθάρρυνσή του να συνεργαστεί αποτελεσματικά με τον διευκολυντή και τους συνεκπαιδευόμενους.

Πολλές μελέτες έχουν ερευνήσει των επιρροή των μαθησιακών προτιμήσεων σε τεχνολογικά περιβάλλοντα, παρατηρώντας ότι οι τύποι μάθησης των σπουδαστών είναι ένας σημαντικός παράγοντας που επηρεάζει τις επιδόσεις τους (πχ Wang et al, 2006; Papadopoulos et al, 2007; Fite & Clair, 2005).

Ανατρέχοντας στη βιβλιογραφία, εντοπίσαμε πολλαπλές προσπάθειες ενσωμάτωσης της θεωρίας και πρακτικής των τύπων μάθησης στην εκπαίδευση: Ο υψηλός βαθμός αποτυχίας σε πολλά ακαδημαϊκά τμήματα οδήγησε τους ερευνητές να αντιπαραβάλουν τους τύπους μάθησης των σπουδαστών με το απαιτούμενο μαθησιακό προφίλ και τις ικανότητες που χρειάζονται για την επιτυχία στο συγκεκριμένο τμήμα.

Στα πλαίσια της μαθητοκεντρικής εκπαίδευσης, που δίνει ιδιαίτερη προσοχή στις προσωπικές μαθησιακές προτιμήσεις του καθενός, οι  τύποι μάθησης μπορούν να προσφέρουν ένα καλό εργαλείο για την αναγνώριση των ατομικών διαφορών στον τρόπο μάθησης.

Οι ΕΠΙΛΟΓΕΣ ΤΟΥ ΣΥΝΤΑΚΤΗ

Εγγραφή στο Newsletter

Ενημερωθείτε για τα άρθρα της εβδομάδας, για σεμινάρια και άλλες δράσεις που αφορούν αποκλειστικά την Ψυχολογία και την Ψυχική Υγεία.

Ενδιαφέροντα