Μέχρι τα τέλη της δεκαετίας του 1920, ο κινηματογράφος παρέμενε χωρίς ήχο (βουβός κινηματογράφος) και συχνά οι προβολές ταινιών συνοδεύονταν από ζωντανή μουσική.

Η ιστορία του ηχογραφημένου κινηματογραφικού ήχου ξεκίνησε το 1926, όταν η Warner Brothers παρουσίασε μία συσκευή, η οποία έδινε τη δυνατότητα αναπαραγωγής μουσικής, μέσω ενός δίσκου που συγχρονιζόταν με την μηχανή προβολής της ταινίας.

Περίπου την ίδια περίοδο με την προσαρμογή του ήχου, ξεκίνησαν συστηματικές προσπάθειες για την προσθήκη χρώματος. Έγχρωμες ταινίες είχαν ήδη εμφανιστεί από τις αρχές του 20ου αιώνα, μέσω του χρωματισμού των κινηματογραφικών καρέ με το χέρι, μέθοδος που εγκαταλείφθηκε σταδιακά, σε συνδυασμό και με την αύξηση της διάρκειας των ταινιών.

Αν και μέχρι τη δεκαετία του 1950, η παραγωγή έγχρωμων ταινιών μειοψηφούσε, κατά τη δεκαετία του 1960 και χάρη στην ανάπτυξη της σχετικής τεχνολογίας, ο έγχρωμος κινηματογράφος επικράτησε.

Το κουρδιστό πορτοκάλι

Αναφορικά με την ταινία, στο όχι και τόσο μακρινό μέλλον μια ομάδα νεαρών προβαίνει σε βιαιότητες: βανδαλισμούς, κλοπές, βιασμούς χωρίς λόγο, ενώ δείχνει να το διασκεδάζει πολύ. Μετά από ένα ατυχές συμβάν, ο Αlex (ο αρχηγός της ομάδας) αφού συλλαμβάνεται και τιμωρείται με ποινή πολλών ετών, αποφασίζει να συμμετάσχει σε ένα μυστικό κρατικό πείραμα σωφρονισμού, με το οποίο η «επανένταξη» στην κοινωνία θα γίνει ταχύτατα.

Ουσιαστικά, μέσω του ιδιότυπου αυτού πειράματος θα κερδίσει την ελευθερία του, αλλά θα χάσει την ικανότητά του να εκτελεί βίαιες πράξεις, από μια κυβέρνηση που αφαιρεί την ελευθερία και την πρωτοβουλία από τον λαό της με παραπλανητικά τεχνάσματα. Στην πραγματικότητα, πρόκειται για ένα παβλοφικό πείραμα με πειραματόζωο τον ίδιο.

Η ταινία πραγματεύεται το διχαστικό ερώτημα το οποίο ετίθετο κατά τη δεκαετία του ‘60 με την ιδιαίτερη έξαρση της βίας, σχετικά με την αντιμετώπισή της. Μέσα από μια άκρως σουρεαλιστική διάσταση, ο Kubrick θέτει στο κοινό της εποχής το ερώτημα αν αξίζει να θυσιαστεί το αγαθό της ελευθερίας της έκφρασης, ακόμα και αν αυτή επιδρά στην έννομη τάξη ή αν τελικά η ανθρωπότητα πρέπει να οδηγηθεί στην ανάγκη εξάλειψης της βίας, ακόμα και αν αυτή επιφέρει δραματικές επιπτώσεις στον άνθρωπο.  

Το κύριο θέμα της ταινίας «Το κουρδιστό πορτοκάλι»

Η ταινία ξεκινά με την άγρια όψη του πρωταγωνιστή – αφηγητή  Αlex, ο οποίος έχει το βλέμμα του στραμμένο στο θεατή, απειλητικό, διεισδυτικό, με ένα αδιόρατο, αμυδρό χαμόγελο. Ανοίγει το πλάνο και το μάτι του θεατή πέφτει πάνω σε ένα ποτήρι γάλα, αλλά και στο κόκκινο χρώμα που βρίσκεται σε 3-4 σημεία στα ρούχα, κάτι για το οποίο δεν είμαστε σίγουροι αν πρόκειται για στυλιστική πινελιά ή αίμα. Διακρίνεται η παρέα στην γαλατερία  όπου συνήθιζε να συχνάζει, να απολαμβάνει το αγαπημένο της γάλα εμπλουτισμένο με ναρκωτικές ουσίες.  

Στη συνέχεια η ταινία έρχεται να μας λύσει τυχόν απορίες, δείχνοντάς μας διάφορες σκηνές ξυλοδαρμού, βιασμού, λεκτικής βίας και ληστείας από μέρους της ομάδας, προς έναν ανήμπορο γέρο ζητιάνο, προς μια άλλη συμμορία νεαρών και προς ένα ζευγάρι το οποίο ξεγελιέται απ’  τους νεαρούς και βιώνει τα πάνδεινα. Η σκηνή του ξυλοδαρμού του άστεγου γέρου διαρκεί 9 δευτερόλεπτα, η σκηνή με την αντίπαλη συμμορία σχεδόν 1 λεπτό.

Τραγουδώντας το «Singing In The Rain», ο Αlex και η παρέα του, χτυπούν, κλωτσούν, δένουν, φιμώνουν και εξευτελίζουν τους δύο συζύγους και βιάζουν τη σύζυγο. Η σκηνή διαρκεί 2 λεπτά και 30 δευτερόλεπτα περίπου.

Χαρακτηριστικό στοιχείο καθ’ όλης της διάρκειας των βανδαλισμών και της βίας, αποτελεί η μουσική υπόκρουση, η οποία είναι κλασική μουσική και συγκεκριμένα, η Ενάτη Συμφωνία του Beethoven. Να σημειωθεί ότι o Alex ήταν λάτρης της Ενάτης Συμφωνίας του Beethoven, την οποία απολάμβανε συχνά και με τις ώρες.    

Ο Alex μένει με τους γονείς του, τους οποίους περιφρονεί και αυτοί με τη σειρά τους δεν έχουν ιδέα για τις πράξεις του γιου τους. Ενδιαφέρον έχει ο αφηγηματικός λόγος του Alex, κατά τον οποίο ο τελευταίος μας παρουσιάζει τον εαυτό του ως ένα άτομο ανεύθυνο και ασυνείδητο σε σχέση με αυτά τα οποία έχει διαπράξει, παρά το γεγονός πως είναι εξαιρετικά εύστροφος και με ενδιαφέροντα.

Η μητέρα του παρουσιάζεται ως υπερευαίσθητη, χωρίς βούληση, εύπιστη και πιθανώς να έχει κάποια ψυχολογική δυσκολία. Ο πατέρας του, παρόλο που φαίνεται να ανησυχεί για το μονάκριβο γιο του, μένει άπραγος, άβουλος, όπως ακριβώς και η σύζυγός του.

Τον νεαρό Alex επισκέπτεται ένας κοινωνικός λειτουργός-επιτηρητής, ο οποίος είναι ιδιαίτερα εκνευρισμένος επειδή ο νεαρός είναι ανεπίδεκτος μαθήσεως. Τον προειδοποιεί, ή μάλλον τον τρομοκρατεί με την πιθανότητα ότι αρχές θα τον συλλάβουν και θα βρεθεί στο αναμορφωτήριο, φοβούμενος κ ο ίδιος (ο κοινωνικός λειτουργός) μη χάσει τη δουλειά του, φυσικά λόγω αποτυχίας συμμόρφωσης του νεαρού.

Ο ατίθασος έφηβος όμως επανειλημμένως αδιαφορεί για ό,τι του λένε οι άλλοι, με αποτέλεσμα να παύει να είναι αρεστός ακόμη και στους ίδιους του τους φίλους, καθώς οι τελευταίοι αντιμετωπίζοντάς τον με ειρωνεία, του δείχνουν με δηκτικό τρόπο πως δε θέλουν πλέον να εκτελούν τις εντολές του.

Ωστόσο, ο νεαρός δεν κωλύεται και φροντίζει να δώσει στα μέλη της συμμορίας του να καταλάβουν ποιος έχει το πάνω χέρι.

Ο σκηνοθέτης σε αργή κίνηση, εντός 50 δευτερολέπτων, δείχνει τον Alex να χτυπάει με οργή, να πετάει στο ποτάμι τους δυο συντρόφους του και να τραυματίζει στο χέρι τον έναν με ένα μαχαίρι, ανακτώντας έτσι τα σκήπτρα και την αρχηγία. Ακούμε στην διήγησή του ότι η έμπνευσή του γι’ αυτή τη βίαιη αντίδραση, ήταν η μουσική του Beethoven (9η) που άκουσε από ένα ανοιχτό παράθυρο λίγο πριν.  

Καθώς η συμμορία φτάνει στην κατοικία όπου πρόκειται να διαρρήξουν, ο Alex χλευάζει την ιδιοκτήτρια που βρίσκεται εκεί και αφού περνούν λίγη ώρα ανταλλάσσοντας βωμολοχίες, της επιτίθεται και άθελά του τη σκοτώνει, χωρίς όμως ο ίδιος να το αντιληφθεί εξ αρχής, έχοντας την πεποίθηση πως μονάχα την τραυμάτισε.

Ωστόσο, η γυναίκα αυτή είχε ήδη ειδοποιήσει την αστυνομία, διότι είχε καταλάβει πως κάτι επρόκειτο να συμβεί. Μόλις ο Alex ακούει τις σειρήνες των περιπολικών, αποπειράται να εγκαταλείψει το κτίριο.

Όμως για κακή του τύχη, οι φίλοι του αντί να τον βοηθήσουν, τον χτυπούν στο πρόσωπο και τον αφήνουν τραυματισμένο στο έλεος της αστυνομίας.

Σωφρονισμός

Δυο μόλις χρόνια μετά την κράτηση του Alex, ο ίδιος φαίνεται να έχει πειθαρχηθεί, καθώς δε φέρνει αντίρρηση σε τίποτα. Αυτό το όποιο επιθυμεί πάρα πολύ είναι να βγει και μάλιστα γρήγορα από το άθλιο σωφρονιστικό ίδρυμα στο οποίο βρίσκεται, όπου η σαθρότητά του γίνεται γνωστή σε μας τους θεατές μέσω των διηγήσεων του νεαρού περί αστυνομικής βίας, διαστροφής και έλλειψης σεβασμού.

Έτσι, λοιπόν, αφού πληροφορείται για μια καινούργια πειραματική μέθοδο σωφρονισμού την οποία προσπαθεί να αναδείξει η νέα κυβέρνηση που εκλέχθηκε, αποφασίζει να υποβάλλει μια αίτηση ώστε να γίνει δεκτός από τους γιατρούς με σκοπό να  υποβληθεί σε αυτή. Η συγκεκριμένη μέθοδος, ονομάζεται μέθοδος Λούντβιχ και εγγυάται το σωφρονισμό κάθε στυγνού εγκληματία εντός δεκαπέντε ημερών.

Μετά το πέρασμα του χρονικού αυτού ορίου, ο κακοποιός-πειραματόζωο θα έχει μετατραπεί σε ένα πειθήνιο άτομο, το οποίο θα απεχθάνεται,  θα αποστρέφεται τη βία και θα είναι έτοιμο να επανενταχθεί στην κοινωνία.

Θεραπεία αποστροφής

Ο πρωταγωνιστής δεν έχει ιδέα για τη θεραπεία που πρόκειται να υποβληθεί, η οποία θα αποβεί μοιραία για την παρούσα και μετέπειτα ζωή του. Η διαδικασία η οποία ακολουθείται είναι η εξής: οι γιατροί χορηγούν στον Alex ένα ενέσιμο φάρμακο, το οποίο προκαλεί ναυτία, ενώ στη συνέχεια τον δένουν σε μια καρέκλα δείχνοντάς του ταινίες με σκηνές βίας, βανδαλισμών και πορνείας.

Τα μάτια του καθ’ όλη τη διάρκεια της προβολής είναι ανοιχτά, ώστε να μην έχει τη δυνατότητα να τα κλείνει. Το φάρμακο δρα στον οργανισμό του προκαλώντας ναυτία κ έτσι ο νεαρός αρχίζει να συνδυάζει την κάθε μορφή βίας με την αηδία-αναγούλα. Αυτή η μέθοδος πρόκειται για τη γνωστή -σε όλους τους επαγγελματίες ψυχικής υγείας- θεραπεία αποστροφής (Aversion Therapy).

Το όλο σκεπτικό αυτής στηρίζεται στην κυρίαρχη υπόθεση ότι κάθε μορφή συμπεριφοράς η οποία ακολουθείται από κάποια δυσάρεστα γεγονότα, έχει όλο και λιγότερες πιθανότητες να επαναληφθεί στο μέλλον.

Με βάση αυτή την αρχή, αυτού του είδους η θεραπεία συνίσταται στην επαναληπτική και συνεχή συσχέτιση μιας ανεπιθύμητης συμπεριφοράς με ένα δυσάρεστο ερέθισμα. Μετά από κάποιες μέρες λοιπόν, ο Alex δεν αντέχει αυτή την επώδυνη διαδικασία και καταρρέει, ενώ το χειρότερο είναι πως σε μια προβολή ξαφνικά, ακούει πως η μουσική υπόκρουση είναι η Ενάτη Συμφωνία του Beethoven και συγκεκριμένα το 4ο μέρος της, «Η Ωδή προς τη Χαρά».

Σε αυτό το σημείο ο νεαρός τους ικετεύει και τους εκλιπαρεί να σταματήσουν την μουσική, καθώς θεωρεί αδιανόητο να ακούει ένα μουσικό αριστούργημα και να αισθάνεται αναγούλα, η οποία οφείλεται βέβαια στην επίδραση που έχει το χορηγούμενο φάρμακο στον οργανισμό του.  

Μετά το πέρασμα των ημερών φτάνει επιτέλους η ώρα της επίδειξης των όσων έμαθε ο νεαρός, πρώην κρατούμενος, μπροστά σε γιατρούς, φύλακες, κυβερνητικούς εκπροσώπους. Τα αποτελέσματα βέβαια επιβεβαιώνουν τις προσδοκίες όλων και δικαιώνουν τα όσα υπέστη ο Alex, καθώς στη θέα και την άσκηση της βίας και του γυμνού γυναικείου σώματος, νιώθει ισχυρή ναυτία. Οι εκπρόσωποι της νέας κυβέρνησης βρίσκουν την ευκαιρία να επισημάνουν πως η καινούργια θεραπευτική μέθοδος αποτελεί αρωγό για τη μείωση της εγκληματικότητας.

Η αλλαγή συμπεριφοράς του Alex

Παρόλα αυτά, ο Alex χαρούμενος και πεπεισμένος πως έχει μετατραπεί σε ένα συνετό πολίτη, αποφασίζει να επιστρέψει στο σπίτι του, όπου τα πράγματα έχουν πλέον αλλάξει. Οι γονείς του, όπως πάντα άβουλοι και ανέκφραστοι, έχουν τώρα «νέο» γιο, ο οποίος νοικιάζει το δωμάτιο του Alex και ουσιαστικά τον αντικαθιστά. Οι γονείς του σαστισμένοι και απροετοίμαστοι λόγω της επιστροφής του Alex, αφήνουν τον «νέο» τους γιο να αποφασίσει την τύχη του. 

Στο δρόμο καθώς προχωρά, τον πλησιάζει ο παλιός άστεγος γέρος που είχαν γρονθοκοπήσει κάποτε με την συμμορία του, ζητώντας του χρήματα και όταν τον αναγνωρίζει, τον παραδίνει στην μανία και την εκδικητικότητα των άλλων αστέγων που βρίσκονται λίγο πιο πέρα. Ανίκανος να αντιδράσει ο νεαρός δέχεται τα χτυπήματα, ώσπου τον γλιτώνουν δύο περαστικοί αστυνομικοί που ως ειρωνεία της τύχης είναι δυο μέλη  της παλιάς του παρέας.

Ο Alex προσπαθεί να τους πείσει, εξηγεί ότι θεραπεύτηκε, ότι τιμωρήθηκε, αλλά όλα αυτά δεν σημαίνουν απολύτως τίποτα για τους δυο πρώην φίλους του.

Καταρρακωμένος ο Alex μετά απ όλα αυτά, τρέχει για βοήθεια στην πρώτη κατοικία που συναντά μπροστά του, η οποία ανήκει στο ζευγάρι το οποίο είχε ξυλοκοπήσει και βιάσει παλαιότερα με τη συμμορία του, χωρίς όμως ο ίδιος να το θυμάται εξ αρχής. Στην πορεία ο νεαρός συνειδητοποιεί πού βρίσκεται και βλέπει πως ο άντρας έχει πλέον καθηλωθεί σε αναπηρικό καροτσάκι, ενώ μαθαίνει πως η γυναίκα του πέθανε μετά το βιασμό που υπέστη από μια συμμορία νεαρών.

Ωστόσο, ο πρωταγωνιστής  δεν ανησυχεί, διότι εκείνη τη νύχτα φορούσαν όλοι μάσκες και ήταν σίγουρος πως δε θα αναγνωριζόταν.

Ο ανάπηρος άντρας αναγνωρίζει τον νεαρό που αναφέρουν όλες οι εφημερίδες ως το επίτευγμα της κυβέρνησης στην μάχη για την πάταξη της εγκληματικότητας. Αποφασίζει, λοιπόν, όντας μέλος της αντιπολίτευσης, να χρησιμοποιήσει την βιαιοπραγία των αστυνομικών που δέχθηκε ο Alex και να εκμεταλλευτεί τον νεαρό, ώστε να υποστεί πολιτικό πλήγμα η κυβέρνηση και να χάσει την υποστήριξη του κόσμου στις επόμενες εκλογές.

Ενώ τηλεφωνεί σε πολιτικούς φίλους του να οργανώσουν την πολιτική εκμετάλλευση του Alex, ο πρωταγωνιστής κάνει το λάθος να τραγουδήσει το τραγούδι «Singing in the rain» χαλαρωμένος στην μπανιέρα στο σπίτι του ανάπηρου συγγραφέα.

Η παροδικότητα της θεραπείας αποστροφής

Ο τελευταίος τον ακούει και συνειδητοποιεί ότι ο Alex είναι ο υπεύθυνος της συμφοράς του, με αποτέλεσμα να εξοργισθεί και να κυριευθεί από τις αναμνήσεις.  Αφού ναρκώνει τον Alex με την βοήθεια δύο φίλων του και γνωρίζοντας από τον ίδιο τον νεαρό ότι η 9η του Beethoven του προκαλεί αβάσταχτη οδύνη που μπορεί να τον οδηγήσει στην αυτοκτονία, τον κλειδώνουν στη σοφίτα του σπιτιού με μόνη «συντροφιά» την μουσική του Beethoven, την οποία κάποτε  λάτρευε, αλλά τώρα δεν αντέχει το άκουσμά της.

Ο πρωταγωνιστής τρελαίνεται από τη μουσική και για να γλιτώσει το μαρτύριο πηδάει από το παράθυρο στο κενό και τραυματίζεται σοβαρά. 

Η ταινία τελειώνει με τον Alex να φωτογραφίζεται με τον υπουργό ανάμεσα σε λουλούδια στο κρεβάτι του νοσοκομείου και με την 9η Συμφωνία  να ακούγεται από μεγάλα ηχεία στο δωμάτιο, χωρίς να προκαλεί καμιά αποστροφή και δυσθυμία στον Alex, αλλά να του φέρνει στο νου τις «παλιές, καλές» αναμνήσεις.

Έτσι ο νεαρός αρχίζει να συνειδητοποιεί πως σταδιακά ο παλιός ατίθασος Alex επιστρέφει, κάνοντας φανερό σε όλους τους θεατές πως η θεραπεία του ήταν προσωρινή και αποτυχημένη. Κι εκεί έρχεται το τέλος της ταινίας, ένα τέλος σχεδόν απότομο, χωρίς περαιτέρω επεξηγήσεις, αφήνοντας όλους όσους παρακολούθησαν την ταινία, να φανταστούν μόνοι τους το τι επρόκειτο να συμβεί από κει και πέρα.

Κριτικές της ταινίας

Η ταινία αποτελεί ένα μεγάλο σαρκασμό του συστήματος, δοσμένη με τη μορφή ενός φουτουριστικού θρίλερ.

Ο μέγας περφεξιονιστής Kubrick παρατηρεί με σχολαστικότητα, διεισδύει στα κλειστά συστήματα εξουσίας και στην αλληλεπίδρασή τους με τα ευρύτερα κι έτσι καταλήγει στην ανακύκλωση της βίας. Η ειρωνεία του είναι ισοπεδωτική, εκμηδενίζει θύτες και θύματα και αντιστρέφει σατανικά τους ρόλους τους. Κι όλα αυτά μέσα από την ιστορία του Alex, αμοραλιστή αρχηγού μιας σαδιστικής συμμορίας, που θα υποστεί μια πρωτοποριακή θεραπεία για να αποσπαστεί από την εγκληματικότητα.

Ένα κατάψυχρο αριστούργημα υπό τους ήχους του Beethoven.

Το «Κουρδιστό Πορτοκάλι» είναι μια ταινία με εξαιρετικά πολλούς συμβολισμούς, η οποία καθήλωσε πολλούς θεατές και δέχτηκε εκατομμύρια καλές -αλλά και πολλές κακές- κριτικές. Το έργο χαρακτηρίζεται ως ταινία επιστημονικής φαντασίας, αλλά ο χαρακτηρισμός αυτός δεν αρκεί. Πρόκειται για μια αλληγορία για ένα κόσμο δυστοπίας, με έντονο το κοινωνικό στοιχείο και φυσικά συνεχείς αναφορές στην βία των νέων και την κρατική καταστολή, που είναι οι βασικές έννοιες.

Από τη μία, η βία προβάλλεται σαν μια φυσική αντίδραση που βγαίνει μέσα από ομάδες περιθωριακών νέων και από την άλλη το Κράτος χρησιμοποιεί επιστημονικές μεθόδους για να καταστείλει την βία με πλύση εγκεφάλου, που υπερβαίνουν την ανθρώπινη φύση και αποδεικνύονται απάνθρωποι. 

Το εντυπωσιακό στην ταινία του Kubrick είναι ο μεγάλος βαθμός στυλιζαρίσματος της βίας. Αυτή η αισθητικοποίηση και η θεατρικοποίηση της βίας του περιθωρίου, είναι και ο βασικός λόγος που η ταινία προκάλεσε μεγάλες αντιδράσεις την εποχή που βγήκε. Το «Κουρδιστό Πορτοκάλι» θεωρήθηκε αρκετά εξτρεμιστικό ως έργο και η προβολή του απαγορεύθηκε σε πολλές χώρες.

Ο αντίκτυπος της ταινίας και το ξέσπασμα βίας

Ο κριτικός κινηματογράφου Roger Ebert μάλιστα, την είχε βαθμολογήσει με 2/4, χαρακτηρίζοντάς την «ιδεολογικό αχταρμά», ενώ οι αντιδράσεις στην Αγγλία ήταν τόσο έντονες, που ο ίδιος ο Kubrick τελικά την κατέβασε, όταν κυκλοφόρησαν δημοσιεύματα πως νέοι μιμούνται τα εγκλήματα της συμμορίας του Alexander de Large.

Στην Αγγλία, σημειώθηκε ένας μεγάλος αριθμός εγκληματικών πράξεων που ουσιαστικά αποτελούσαν αντιγραφή των σκηνών που προβλήθηκαν στην ταινία.

Το κύμα βίας ξεκίνησε από τον βιασμό μιας δεκαεπτάχρονης Ολλανδής και τον φόνο ενός άστεγου, τον άγριο ξυλοδαρμό ενός αγοριού από έναν δεκαεξάχρονο ντυμένο Alex και τον ομαδικό βιασμό μιας καλόγριας από παρέα αντρών που ήταν μεταμφιεσμένοι όπως τα μέλη της συμμορίας του φιλμ.

Το ζήτημα οδηγήθηκε στα έδρανα της Βουλής, όπου συζητήθηκε το ενδεχόμενο της απαγόρευσης προβολής της ταινίας. Η απάντηση του Kubrick ήταν άμεση. Όπως ισχυρίστηκε «Η βία υπήρχε πάντοτε στην τέχνη, υπάρχει στη Βίβλο, στον Όμηρο, στον Shakespeare. Ουδέποτε ένα προϊόν τέχνης προκάλεσε κοινωνική ζημιά».

Ο Kubrick, πικραμένος και φανερά ενοχλημένος από την σκληρή επίθεση που δέχτηκε το δημιούργημά του πήρε την απόφαση να απαγορεύσει ο ίδιος την προβολή της ταινίας στην Αγγλία μέχρι και τον θάνατό του. Η ταινία προβλήθηκε στην Αγγλία 25 χρόνια αργότερα, όταν έφυγε από την ζωή ο μεγάλος δημιουργός.

Ωστόσο, ο τρόπος που παρουσιάζει την βία o Kubrick δεν έχει να κάνει με την δικαιολόγησή της, αλλά είναι συμβατός με το θέμα του. Όταν ο νεαρός πρωταγωνιστής είναι βίαιος, αισθάνεται υπέρτατη απόλαυση. Όταν υφίσταται από τα όργανα καταστολής ένα είδος πλύσης εγκεφάλου, που τον καθιστά ανίκανο να διαπράξει οποιαδήποτε πράξη βίας (ακόμα και για να υπερασπισθεί τον εαυτό του) είναι ένα ψυχικό ερείπιο.

Αυτή η αντίθεση ανάμεσα στο πριν και το μετά της πλύσης εγκεφάλου τονίζεται ιδιαίτερα. Τέλος, υπάρχει μια τάση να διακωμωδούνται τα θύματα και γενικά μια διάθεση απόρριψης ηθικών μοντέλων στο έργο.

Συγγραφή - Επιμέλεια Άρθρου

Λυδία Μούρτου - Ψυχολόγος

Λυδία Μούρτου: έχει επιβεβαιωθεί από το Psychology

Οι πληροφορίες που αναφέρονται στον επαγγελματικό κατάλογο ειδικών παρέχονται από τους ίδιους τους ειδικούς, κατά την εγγραφή τους στο σύστημα. Όταν βλέπετε την ένδειξη «έχει επιβεβαιωθεί από το Psychology”, σημαίνει ότι το Psychology έχει ελέγξει, με email, τηλεφωνικά ή/και με λήψη των σχετικών εγγράφων, τα ακόλουθα στοιχεία:

  • Ότι ο ειδικός είναι υπαρκτό πρόσωπο.
  • Ότι τα πτυχία οι τίτλοι και οι εξειδικεύσεις που αναφέρει είναι αληθινά.
  • Ότι οι πληροφορίες που αναφέρει ισχύουν.

Ψυχολόγος, απόφοιτη Παντείου Πανεπιστημίου Αθηνών. Κάτοχος άδειας ασκήσεως επαγγέλματος. Εκπαιδευόμενη στη Γνωσιακή & Συμπεριφορική θεραπεία (CBT). Msc "Η Επιστήμη του Στρες και η Προαγωγή της Υγείας", στην Ιατρική Σχολή του Εθνικού και Καποδιστριακού Πανεπιστημίου Αθηνών.