Οι όροι αντικοινωνική προσωπικότητα και ψυχοπαθητικότητα χρησιμοποιούνται συχνά εναλλάξ. Όντως, στο DSM-IV-TR οι διαγνώσεις της αντικοινωνικής προσωπικότητας και της ψυχοπαθητικότητας συνδυάστηκαν κάτω από την κατηγορία της αντικοινωνικής διαταραχής προσωπικότητας, κάτι που δεν συνέβαινε στο DSM-III.

Οι επικριτές του DSM-IV-TR θεωρούν ότι αυτή η προσπάθεια δεν υπήρξε επιτυχής και ότι οι δύο αυτές διαταραχές δεν είναι συνώνυμες, αλλά έχουν διαφορετικά χαρακτηριστικά και διαφορετική μακροπρόθεσμη έκβαση. Σύμφωνα με τους Hare και συνεργάτες (2000), αυτό που περιγράφει το DSM-IV-TR είναι ένα άτομο εγκληματικά αντικοινωνικό.

Αντίθετα, η ψυχοπαθητικότητα αναφέρεται σε ένα άτομο το οποίο όχι μόνο διαθέτει αυτά τα χαρακτηριστικά, αλλά εμφανίζει επίσης φτωχό θετικό και αρνητικό συναίσθημα, και επιπλέον κινητοποιείται από την αναζήτηση των συγκινήσεων στον ίδιο βαθμό όσο και από οποιοδήποτε άλλο κίνητρο. Η αντικοινωνική συμπεριφορά τείνει να μειώνεται με την ηλικία, ενώ δεν ισχύει το ίδιο για την ψυχοπαθητική συμπεριφορά.

Αντικοινωνική προσωπικότητα

Το DSM-IV-TR ορίζει την αντικοινωνική προσωπικότητα ως ένα διάχυτο πρότυπο περιφρόνησης και παραβίασης των δικαιωμάτων των άλλων, που εμφανίζεται μετά την ηλικία των 15 ετών.

Τα βασικά χαρακτηριστικά της είναι:

  • Εκτέλεση κατ' επανάληψη πράξεων που θα μπορούσαν να οδηγήσουν σε σύλληψη από την αστυνομία.
  • Επανειλημμένα ψέματα, χρήση ψευδωνύμων ή εξαπάτηση των άλλων για προσωπικό κέρδος ή ευχαρίστηση.
  • Παρορμητικότητα ή αποτυχία προγραμματισμού για το μέλλον.
  • Απερίσκεπτη αδιαφορία για την ασφάλεια του εαυτού ή των άλλων.
  • Σταθερή ανευθυνότητα: επαναλαμβανόμενη αποτυχία διατήρησης σταθερής εργασιακής συμπεριφοράς ή ανταπόκρισης σε οικονομικές υποχρεώσεις.
  • Έλλειψη μεταμέλειας.

Τα άτομα με αντικοινωνική διαταραχή προσωπικότητας θεωρείται ότι εμφανίζουν αναπτυξιακή καθυστέρηση στους τομείς της ηθικής ωρίμανσης και των γνωστικών λειτουργιών (Davidson, 2000), ενώ οι νοητικές τους πράξεις παραμένουν στο συγκεκριμένο και δεν προχωρούν στο αφηρημένο επίπεδο.

Το αποτέλεσμα είναι η έλλειψη δεξιοτήτων επίλυσης προβλημάτων και η τάση για παρορμητικές ενέργειες χωρίς να λαμβάνονται υπόψη οι μακροπρόθεσμες επιπτώσεις.

Ενημερωθείτε για το διαδικτυακό ασύγχρονο σεμινάριο Εισαγωγή στην ψυχολογία από την πλατφόρμα του PSYVERISTY

Τα άτομα αυτά συχνά πιστεύουν ότι μπορούν να κάνουν ό,τι θέλουν και ότι δικαιούνται να εκμεταλλεύονται τους άλλους. Το ποσοστό επικράτησης της διαταραχής στο γενικό πληθυσμό υπολογίζεται σε 3,7% (Widiger & Corbitt, 1995). 

Η αντικοινωνική προσωπικότητα φαίνεται να υποχωρεί με την ηλικία: λίγοι άνθρωποι άνω των 45 ετών (αν όχι κανένας) διαγιγνώσκονται με αυτή τη διαταραχή (Swason et al., 1994).

Αυτό που διαφοροποιεί την ψυχοπαθητικότητα από την αντικοινωνική προσωπικότητα είναι οι διαφορετικοί νευρολογικοί παράγοντες που συνδέονται αποκλειστικά με τη συναισθηματική αποσύνδεση και το περιορισμένο εύρος ή βάθος των συναισθημάτων, που είναι κυρίαρχα στοιχεία της διαταραχής.

Γνωσιακά μοντέλα για την αντικοινωνική προσωπικότητα

Σύμφωνα με τα γνωσιακά μοντέλα, δεν υπάρχουν σαφείς κανόνες συμπεριφοράς για τα παιδιά τα οποία ζουν σε οικογενεικά συστήματα που αυξάνουν τον κίνδυνο εμφάνισης αντικοινωνικής συμπεριφοράς. Αυτό συχνά δεν τους επιτρέπει να εσωτερικεύσουν ένα συστημα ελέγχου της συμπεριφοράς τους, όπως συμβαίνει με τα υπόλοιπα παιδιά.

Τέτοιου είδους περιβάλλον μπορεί επίσης να καλλιεργεί πεποιθήσεις για τους ανθρώπους και τον κόσμο που υποστηρίζουν την αντικοινωνική συμπεριφορά.

Οι Dodge & Frame (1982) εξέφρασαν την άποψη ότι όλα τα παιδιά αναπτύσσουν κάποιες αντιδράσεις που καθοδηγούν τη συμπεριφορά τους: τα αντικοινωνικά παιδιά αναπτύσσουν πολλά επιθετικά και αντικοινωνικά και μόνο λίγα φιλοκοινωνικά σενάρια.

Οι Lopez & Emmer (2002) βρήκαν ότι οι έφηβοι που είχαν εμπλακεί σε εγκληματικές πράξεις πίστευαν ότι η επιθετικότητα συνιστά μια αποτελεσμαική και κατάλληλη αντίδραση στην απειλή.

Οι Liau και συνεργάτες (1998) καθώς και οι Sukhodolsky & Ruchkin (2004) διαπίστωσαν ότι συγκεκριμένες πεποιθήσεις οδηγούν σε συγκεκριμένες συμπεριφορές. Οι Liau και συνεργάτες βρήκαν ότι οι πεποιθήσεις για την απροκάλυπτη αντικοινωνική συμπεριφορά («Τους ανθρώπους πρέπει να τους μεταχειρίζεσαι βίαια κάποιες φορές») σχετίζονταν με απροκάλυπτη και όχι με συγκαλυμμένη αντικοινωνική συμπεριφορά.

Αντίστοιχα, οι πεποιθήσεις που σχετίζονται με συγκαλυμμένη συμπεριφορά («Αν κάποιος είναι αρκετά απρόσεκτος ώστε να χάσει το πορτοφόλι του, τότε του αξίζει να του το κλέψουν») οδηγούσαν σε συγκαλυμμένη και όχι σε απροκάλυπτη αντικοινωνική συμπεριφορά.

Οι Sukhodolsky & Ruchkin μελέτησαν ένα δείγμα Ρώσων εφήβων και διαπίστωσαν ότι η μεγαλύτερη συχνότητα επιθετικών πράξεων σχετιζόταν σημαντικά με υψηλότερα επίπεδα θυμού και με ισχυρότερες πεποιθήσεις ότι η σωματική επιθετικότητα αποτελεί κατάλληλο τρόπο αντίδρασης στις συγκρούσεις. Η μη επιθετική αντικοινωνική συμπεριφορά σχετιζόταν με αποδοχή της αποκλίνουσας συμπεριφοράς, αλλά όχι με θυμό ή με πεποιθήσεις περί νομιμοποίησης της επιθετικότητας.

Πυρηνικές πεποιθήσεις ατόμων με αντικοινωνική διαταραχή προσωπικότητας

Παρόμοια σενάρια μπορεί να βρίσκονται πίσω από την ενήλικη συμπεριφορά των ψυχοπαθών. Οι Beck και συνεργάτες (1990), για παράδειγμα, συνόψισαν τις πυρηνικές πεποιθήσεις αυτών των ατόμων στη ρήση ότι «οι άνθρωποι υπάρχουν για να εξαπατούνται», και βρήκαν ότι η στρατηγική που απορρέει από αυτή την πεποίθηση είναι η επίθεση.

Άλλες τέτοιες πυρηνικές πεποιθήσεις ήταν:

«Η βία και η εξαπάτηση είναι οι καλύτεροι τρόποι να πετύχεις αυτό που θέλεις».

«Ζούμε σε μια ζούγκλα και μόνο ο ισχυρός επιβιώνει».

«Οι άνθρωποι θα μου τη φέρουν αν δεν τους τη φέρω πρώτος εγώ».

«Μου έχουν φερθεί άδικα και γι' αυτό έχω το δικαίωμα να πάρω αυτό που μου αναλογεί με όποιον τρόπο μπορώ».

«Αν οι άλλοι δε μπορούν να φροντίσουν τον εαυτό τους, είναι δικό τους πρόβλημα».

 Ψυχολογικές παρεμβάσεις για την αντικοινωνική προσωπικότητα

Παρότι υπάρχουν αρκετοί πιθανοί τύποι και περιοχές παρέμβασης για τα άτομα που λαμβάνουν τη διάγνωση της αντικοινωνικής διαταραχής προσωπικότητας, οι μελέτες έχουν επικεντρωθεί σχεδόν αποκλεισιτκά στην εγκληματική συμπεριφορά και στην εκδήλωση βίας μεταξύ των εφήβων. Λόγω του χαρακτήρα τους, θα πρέπει να θεωρούνται περισσότερο μελέτες για τη δημιουργία προγραμμάτων που στοχεύουν στην αλλαγή κυρίως της εγκληματικής συμπεριφοράς παρά της ίδιας της αντικοινωνικής προσωπικότητας.

Κοινή παραδοχή αυτών των ερευνών είναι ότι τα κλασικά «σωφρονιστικά μέτρα» και η φυλάκιση δεν φέρνουν αποτέλεσμα. Πιο αποτελεσματικές παρεμβάσεις φαίνεται να είναι αυτές που στρέφονται στην οικογένεια.

Ο Borduin (1999) περιέγραψε μια πολυσυστημική προσέγγιση βασισμένη στην οικογένεια, στόχος της οποίας ήταν να διδάξει τους συμμετέχοντες δεξιότητες αντιμετώπισης των οικογενειακών προβλημάτων.

Οι οικογενειακές παρεμβάσεις είχαν στόχο να βελτιώσουν τις γονεϊκές δεξιότητες, να ενθαρρύνουν τους γονείς να υποστηρίξουν τα παιδιά τους και να μειώσουν τα επίπεδα του γονεϊκού στρες μέσα στο σπίτι.

Οι γονείς ενθαρρύνονταν να αναπτύξουν στρατηγικές για την παρακολούθηση και την ανταμοιβή της προόδου του παιδού στο σχολείο και για την καθιέρωση ενός προγράμματος εργασιών στο σπίτι.

Οι παρεμβάσεις που αφορούσαν τους συνομηλίκους είχαν στόχο να αυξήσουν τους δεσμούς τους με φιλοκοινωνικούς συνομηλίκους μέσω της συμμετοχής σε ομαδικές συναντήσεις νέων, οργανωμένες αθλητικές εκδηλώσεις και εξωσχολικές δραστηριότητες. Επιπλέον, επιβάλλονταν κυρώσεις για τη σύναψη σχέσεων με αποκλίνοντες συνομηλίκους.

Γνωσιακές-συμπεριφοριστικές παρεμβάσεις 

Οι γνωσιακές-συμπεριφοριστικές παρεμβάσεις επιδίωξαν την εκμάθηση κοινωνικών δεξιοτήτων και δεξιοτήτων επίλυσης προβλημάτων. Οι παρεμβάσεις διαρκούσαν συνήθως έως πέντε μήνες και οι αρχικές συνεδρίες ήταν καθημερινές, ενώ με την πάροδο του χρόνου έγιναν εβδομαδιαίες.

Η παραπάνω προσέγγιση έχει να επιδείξει σημαντικά ποσοστά επιτυχίας. Οι Hanggeler και συνεργάτες (1992) τη συνέκριναν με την παρακολούθηση και τη γενική συμβουλευτική σε μια ομάδα «σοβαρά ανήλικων παραβατών», οι περισσότεροι από τους οποίους είχαν προβεί σε κάποιας μορφής βίαιη πράξη. Στο τέλος της παρέμβασης οι συμμετέχοντες στην ομάδα της πολυσυστημικής θεραπείας σημείωσαν μεγαλύτερη βελτίωση στις σχέσεις τους με την οικογένεια και τους συνομηλίκους συγκριτικά με την άλλη ομάδα.

Σε αξιολόγηση που έγινε μετά από έναν χρόνο, οι συμμετέχοντες της πρώτης ομάδας είχαν συλληφθεί λιγότερες φορές και είχαν περάσει μικρότερο χρονικό διάστημα στη φυλακή.

Το όφελος διατηρήθηκε, όπως φάνηκε και από την επαναξιολόγηση που έγινε δύο χρόνια μετά. Επιπλέον, σε αξιολόγηση που πραγματοποιήθηκε τέσσερα χρόνια μετά στην ίδια ομάδα, οι Borduin και συνεργάτες (1995) ανέφεραν 50% μείωση των γνωστών ποσοστών υποτροπής στα άτομα που συμμετείχαν στο πρόγραμμα παρέμβασης συγκριτικά με τα άτομα της ομάδας ελέγχου (21% και 47% αντίστοιχα).

Το παρόν άρθρο αποτελεί αδειοδοτημένο απόσπασμα από το βιβλίο Κλινική ψυχολογία και ψυχοπαθολογία που κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Πεδίο.

Συγγραφή - Επιμέλεια Άρθρου

Χρύσα Πράντζαλου

e psy logo twitter2Τμήμα Σύνταξης της Πύλης Ψυχολογίας Psychology.gr
Επιμέλεια και συγγραφή άρθρων, μετάφραση & απόδοση ξενόγλωσσων άρθρων.
Επικοινωνία: editorial @psychology.gr