Οι περισσότεροι άνθρωποι κάποια στιγμή στη ζωή τους είτε «έκαναν δίαιτα» είτε προσπάθησαν να αλλάξουν το σχήμα του σώματός τους. Πολλοί τα κατάφεραν, τουλάχιστον βραχυπρόθεσμα, παρόλο που το βάρος συχνά σημειώνει μια σταδιακή αύξηση καθώς το άτομο μεγαλώνει σε ηλικία.

Για κάποια άτομα η ενασχόληση με τη δίαιτα ή την αλλαγή του σχήματος μπορεί να είναι πιο ακραία και δεν αποκλείεται τελικά να διαγνωστούν ότι πάσχουν από κάποια διαταραχή πρόσληψης τροφής.

Η ψυχογενής βουλιμία και η ψυχογενής ανορεξία εμφανίζονται με αρκετά διαφορετικό τρόπο, έχουν πολλά κοινά στοιχεία και πολλοί άνθρωποι με ανορεξία μπορεί κάποια στιγμή να εμφανίσουν βουλιμικές συνήθειες διατροφής. 

Κοινό στοιχείο και των δύο διαταραχών είναι η προτεραιότητα που δίνει το άτομο στον έλεγχο του βάρους του.

Υπάρχουν ωστόσο και σημαντικές διαφορές μεταξύ τους. Τα άτομα με βουλιμία, για παράδειγμα, σπάνια έχουν βάρος χαμηλότερο του κανονικού και ενδιαφέρονται να είναι σεξουαλικά ελκυστικά, σε αντίθεση με τα άτομα που πάσχουν από ψυχογενή ανορεξία.

Ψυχογενής βουλιμία

Τα διαγνωστικά κριτήρια που ορίζει το DSM-IV-TR για τη βουλιμία είναι τα ακόλουθα:

  • Επανειλημμένα επεισόδια υπερφαγίας.
  • Επανειλημμένη απρόσφορη αντισταθμιστική συμπεριφορά προκειμένου να αποτραπεί η αύξηση βάρους, όπως προκαλούμενοι εμετοί.
  • Η απρόσφορη αντισταθμιστική συμπεριφορά εμφανίζεται κατά μέσο όρο τουλάχιστον δύο φορές την εβδομάδα για διάστημα τριών μηνών.
  • Η αυτοαξιολόγηση επηρεάζεται σε υπερβολικό βαθμό από το σχήμα και το βάρος του σώματος.

Πολλά άτομα με βουλιμία νιώθουν ότι δεν είναι ελκυστικά, φοβούνται ότι θα παχύνουν και θεωρούν ότι ζυγίζουν περισσότερο από ό,τι στην πραγματικότητα (McKenzie et. al., 1993).

Υπερφαγικά επεισόδια

Οι προσπάθειές τους να αποφύγουν να γίνουν υπέρβαρα είναι πιο χαοτικές σε σύγκριση με εκείνες των ατόμων με ανορεξία, καθώς οι περίοδοι ελεγχόμενης πρόσληψης τροφής συχνά διακόπτονται από επανειλημμένα, σχετικά συχνά επεισόδια ανεξέλεγκτης πρόσληψης τροφής.

Τα επεισόδια αυτά ακολουθούνται από συμπεριφορές που είναι σχεδιασμένες να αντισταθμίσουν τις συνέπειες της υπερφαγίας.

Η ποσότητα του φαγητού που καταναλώνεται κατά τη διάρκεια επεισοδίων υπερφαγίας είναι τεράστια: σε ένα επεισόδιο μπορεί να καταναλωθούν πολύ περισσότερες από 5.000 θερμίδες.

Το άτομο δεν τρώει το φαγητό με ευχαρίστηση. Αντίθετα, το τρώει κρυφά, γρήγορα και χωρίς ουσιαστικά να το γεύεται. Πριν από τα επεισόδια υπάρχουν συνήθως περίοδοι αξιοσημείωτης σωματικής και ψυχολογικής έντασης, με την κατανάλωση τροφής να βοηθά στη μείωση αυτής της έντασης.

Κατά τη διάρκεια των επεισοδίων υπερφαγίας το άτομο μπορεί να νιώθει ότι δεν έχει τον έλεγχο, ενώ μετά τα επεισόδια βασανίζεται από ενοχές, κατάθλιψη και αυτομορφές. Το βάρος του συνήθως παραμένει σε φυσιολογικά επίπεδα, παρόλο που κατά περιόδους μπορεί να εμφανίζει έντονες διακυμάνσεις.

Αντισταθμιστικές συμπεριφορές στη βουλιμία

Περίπου το 80% με 90% των ατόμων με βουλιμία κάνει εμετό αμέσως μετά τη λήψη τροφής, σε μια προσπάθεια να ελέγξει το βάρος του. Το ένα τρίτο κάνει κατάχρηση καθαρτικών. Κάποια άτομα τέλος συνηθίζουν να γυμνάζονται υπερβολικά (Anderson & Maloney, 2001).

Οι αντισταθμιστικές συμπεριφορές μειώνουν τη δυσφορία και τα αισθήματα άγχους, αηδίας με τον εαυτό ή έλλειψης ελέγχου που σχετίζονται με την υπερφαγία.

Κατά ειρωνικό τρόπο όμως, δεν αποτρέπουν πάντα την πρόσληψη των θερμίδων που προέρχονται από την κατανάλωση τροφής.

Οι επιπτώσεις της βουλιμίας στην υγεία

Η βουλιμία μπορεί να αποβεί επικίνδυνη για την υγεία.

Η επανειλημμένη πρόκληση εμετού και η κατάχρηση καθαρτικών μπορεί να προκαλέσουν διάφορα προβλήματα, όπως κοιλιακό άλγος, διαταραχές πέψης, αφυδάτωση, βλάβη στο εσωτερικό του στομάχου και στο πίσω μέρος των δοντιών (καθώς το οξύ από τον εμετό μπορεί να προκαλέσει μόνιμη ζημιά).

Η πιο σοοβαρή συνέπεια είναι η ηλεκτρολυτική ανισορροπία, που δημιουργεί βλάβη στους νεφρούς και θανάσιμες καρδιακές αρρυθμίες.

Το ποσοστό επικράτησης της βουλιμίας κυμαίνεται μεταξύ 0,5% και 1% στον γενικό πληθυσμό. Τα ποσοστά στις γυναίκες είναι πολύ υψηλότερα.

Ψυχογενής ανορεξία

Η ψυχογενής ανορεξία προσδιορίστηκε για πρώτη φορά στα τέλη του 19ου αιώνα.

Αφορά συμπεριφορές οι οποίες έχουν στόχο να διατηρήσουν το άτομο όσο το δυνατόν πιο αδύνατο.

Το καθοριστικό χαρακτηριστικό της ανορεξίας είναι ότι το βάρος του ατόμου είναι κάτω του φυσιολογικού.

Σύμφωνα με το DSM-IV-TR, για να δοθεί η διάγνωση της ανορεξίας, θα πρέπει το βάρος του ατόμου να είναι κάτω από το 15% του κανονικού βάρους για την ηλικία και το ύψος του.

Η απώλεια και ο έλεγχος του βάρους επιτυγχάνονται συνήθως με τη χρήσης δύο μεθόδων:

ο κλασικός τύπος 1 εφαρμόζει την αυτοπροκαλούμενη λιμοκτονία, ενώ ο τύπος 2 ακολουθεί υπερφαγία και καθαρτικές συμπεριφορές (πρόκληση εμετού ή/και χρήση καθαρτικών).

Σύμφωνα με το DSM-IV-TR, τα διαγνωστικά κριτήρια για την ανορεξία είναι:

  • Άρνηση του ατόμου να διατηρήσει το βάρος του σώματός του στο επίπεδο ή πάνω από το επίπεδο του ελάχιστου φυσιολογικού για την ηλικία και το ύψος του.
  • Έντονος φόβος του ατόμου ότι το βάρος του θα αυξηθεί, ακόμη και όταν είναι κάτω από το κανονικό.
  • Διαταραχή του τρόπου με τον οποίο βιώνεται το βάρος ή το σχήμα του σώματος, υπέρμετρη επίδραση του βάρους ή του σχήματος του σώματος στην αυτοαξιολόγηση, ή άρνηση της σοβαρότητας του υπάρχοντος χαμηλού βάρους του σώματος.
  • Αμηνόρροια σε γυναίκες που έχουν ήδη έμμηνη ρύση.

Περίπου το 80% με 90% των ατόμων που παρουσιάζουν ψυχογενή ανορεξία είναι γυναίκες, με τυπική ηλικία έναρξης της διαταραχής τα 14 με 18 έτη (Pike, 1998). Οι Rooney και συνεργάτες (1995) υπολόγισαν την επικράτηση της ψυχογενούς ανορεξίας στο 0,02% για τον γενικό πληθυσμό και στο 0,1% για τις νέες.

Ανορεξία και έλεγχος βάρους

Για τα περισσότερα άτομα με ανορεξία ο έλεγχος του βάρους είναι μια μακροχρόνια διαδικασία.

Οι Loewe και συνεργάτες (2001) βρήκαν ότι 21 χρόνια μετά την αρχική τους εισαγωγή στο νοσοκομείο, μόνο οι μισές σχεδόν γυναίκες που είχαν διαγνωστεί ως ανορεξικές είχαν ξεπεράσει πλήρως το πρόβλημά τους, το 21% συνέχιζε να έχει κάποια προβλήματα, ενώ το 10% πληρούσε ακόμη τα κριτήρια για ανορεξία.

Λίγα ήταν τα άτομα που αναζητούσαν κάποιου είδους θεραπεία και το 16% πέθανε από αίτια που σχετίζονται με τη διαταραχή.

Πολλοί άνθρωποι με ανορεξία αναπτύσσουν στη συνέχεια συνήθειες πρόσληψης τροφής χαρακτηριστικές της ψυχογενούς βουλιμίας: σε τέτοιες περιπτώσεις το άτομο διατηρεί ένα φυσιολογικό βάρος σώματος, τροφής και καθαρτικών συμπεριφορών.

Σε αντίθεση με πολλές διαταραχές ψυχικής υγείας, η επικράτηση της ανορεξίας είναι μεγαλύτερη στις γυναίκες που ανήκουν στα ανώτερα κοινωνικοοικονομικά στρώματα καθώς και στις γυναίκες με υψηλές ακαδημαϊκές επιδόσεις.

Τα άτομα με ανορεξία σημειώνουν κατά κανόνα χαμηλές βαθμολογίες σε κλίμακες που μετρούν τον δυναμισμό και την αυτοεκτίμηση, και υψηλές βαθμολογίες σε κλίμακες μέτρησης της εχθρότητας κατά του εαυτού (Williams et al., 1993).

Παρόλο που τα άτομα με ανορεξία αποφεύογυν να τρώνε, είναι χαρακτηριστική η έντονη ενασχόλησή τους με σκέψεις που αφορούν την τροφή. Μπορεί να περνούν πολύ χρόνο σκεπτόμενα το φαγητό, ότι βιώνουν πόνους λόγω πείνας, και ότι έχουν όρεξη να φάνε.

Διαστρεβλωμένη εικόνα σώματος

Η έντονη σωματική άσκηση καθώς και άλλους είδους συμπεριφορές που οδηγούν σε μεγαλύτερες καύσεις αποτελούν συνήθεις στρατηγικές απώλειας βάρους.

Τα περισσότερα από τα άτομα με ανορεξία (αλλά όχι όλα) έχουν διαστρεβλωμένη εικόνα σώματος. Υπερεκτιμούν τις σωματικές τους αναλογίες και δεν έχουν καλή γνώμη για το σχήμα του σώματός τους. Συνηθισμένα είναι επίσης σε αυτά διάφορα ψυχολογικά προβλήματα όπως, ήπια κατάθλιψη, ιδεοψυχαναγκαστική διαταραχή και άγχος.

Συνέπειες της ανορεξίας στην υγεία

Ο έλεγχος και η μείωση του βάρους που σχετίζονται με την ανορεξία μπορεί να έχουν αρκετές συνέπειες στην υγεία.

Η πιο άμεση είναι η απουσία έμμηνης ρύσης (αμηνόρροια). Στα λιγότερο εμφανή προβλήματα συγκαταλέγονται η αναιμία, οι βλάβες στα δόντια και η μόλυνση των ούλων, η υψηλή ή χαμηλή αρτηριακή πίεση, η μείωση της οστεϊκής μάζας, το άγριο και ξεφλουδισμένο δέρμα καθώς και τα ξηρά και ευαίσθητα μαλλιά.

Τα προβλήματα υγείας μπορεί να είναι κρίσιμα και να προκαλέσουν μεταβολική ανισορροπία και απορρύθμιση των ηλεκτρολυτών, αποβαίνοντας μοιραία για τη ζωή.

Στις έρευνες που έχουν διενεργηθεί, σημαντικό ποσοστό (το οποίο κυμαίνεται από 0% έως 21%) των ατόμων με ανορεξία πεθαίνει λόγω τέτοιων προβλημάτων, αν και οι πιο κοινές αιτίες θανάτου είναι η ασιτία και η αυτοκτονία.

Σε περιόδους έντονης αποχής από την τροφή, δεν αποκλείεται επίσης να εμφανιστούν αλλαγές στον εγκέφαλο, με μειώση του όγκου του και αύξηση του εγκεφαλονωτιαίου υγρού. Ευτυχώς, οι Wanger και συνεργάτες (2006) διαπίστωσαν ότι αυτές οι αλλαγές ήταν αναστρέψιμες σε άτομα  που βρίσκονταν σε ανάρρωση περίπου για διάστημα ενός έτους.

Ακολουθούν δύο αφηγήσεις ατόμων με βουλιμία και ανορεξία. Παρόλο που και οι δύο αναφέρονται σε διαταραχές πρόσληψης τροφής, είναι τελείως διαφορετικές μεταξύ τους.

Η αφήγηση του ατόμου με βουλιμία επικεντρώνεται στην στην παρόρμησή του για πρόσληψη τροφής καθώς και στην ντροπή και τη δυσφορία που τη συνοδεύουν.

Η αφήγηση του ατόμου με ανορεξία επικεντρώνεται σε ευρύτερα θέματα και ειδικά σε θέματα εκδίκησης και ελέγχου.

Οι λόγοι που οδηγούν στην εμφάνιση της κάθε διαταραχής διαφέρουν από άτομο σε άτομο. Συνεπώς, παρόλο που οι ακόλουθες αφηγήσεις θεωρούνται «χαρακτηριστικές» κατά μια έννοια, οι αφηγήσεις άλλων ατόμων με τις ίδιες διαταραχές διαφέρουν σημαντικά.

Περίπτωση ατόμου με βουλιμία

Πιστεύω ότι είναι πιο εύκολο να μην πίνει κανείς ή να μην κάνει χρήση ναρκωτικών από το να τρώει κανονικά. Σε εκείνη την περίπτωση είτε τα παίρνεις είτε όχι. Αν δεν θέλεις να πάρεις, απλώς τα αποφεύγεις. Αλλά με το φαγητό τα πράγματα είναι πολύ διαφορετιά. Πρέπει να φας... και  μόλις φας, δηλαδή μόλις φάω εγώ, είναι δύσκολο να σταματήσω.

Θέλω να είμαι λεπτή και να φαίνομαι ωραία. Και μου αρέσει το φαγητό. Λέω στον εαυτό μου: «Εντάξει... σήμερα δε θα φας μέχρι τις 18.00 η ώρα και τότε θα φας ένα υγιεινό γεύμα».

Οπότε ξεκινάω τη μέρα μου με καλές προθέσεις.

Αλλά τότε ζω για το φαγητό. Μπορώ να αποφύγω να φάω μεσημεριανό - είναι σχεδόν εύκολο όταν έχω ανθρώπους γύρω μου. Αλλά καθώς περνάει η μέρα, θέλω να φάω!!! Δε νιώθω πείνα. Αλλά όταν γυρίζω σπίτι, το μόνο που θέλω να κάνω είναι να φάω. Το έχω στο μυαλό μου και ξέρω ότι υπάρχει φαγητό στο ψυγείο -υπέροχο παγωτό... σοκολάτα. Θεέ μου, λατρεύω τη σοκολάτα!

Γιατί δεν μπορεί να μου αρέσει κάτι υγιεινό και με λίγες θερμίδες;

Κάθομαι και βλέπω τηλεόραση και σκέφτομαι το φαγητό. Το σκέφτομαι ακόμη και τώρα! Τέλος πάντων, κάποια βράδια τα καταφέρνω και μαγειρεύω κάτι λογικό - νύχτες που είμαι απασχολημένη ή με ενδιαφέρει κάτι που έχει στην τηλεόραση ή κάτι άλλο. Κάποια άλλα βράδια όμως, πηγαίνω κατευθείαν στο ψυγείο και τρώω ένα σνακ.

Δυστυχώς δεν είναι ποτέ μικρό - τι να μου κάνει;

Ένα-δύο μπισκότα δε μου κάνουν τίποτα. Οπότε συνήθως τρώω κάτι μεγάλο και πλούσιο σε θερμίδες. Ακόμη κι αυτό όμως θα ήταν εντάξει αν σταματούσα εκεί. Αλλά τότε σκέφτομαι: «Τα έκανα θάλασσα τώρα... Αφού έφαγα, ποιο το νόημα να σταματήσω τώρα;».

Απ' τη στιγμή που καταπατώ τις καλές μου προθέσεις, υποθέτω πως αφήνομαι...

Οπότε τρώω και τρώω... Και δε σταματάω όταν νιώθω γεμάτη. Τρώω μέχρι να σκάσω. Δε νιώθω άνετα και ξέρω ότι θα πάρω βάρος.

Νιώθω πολλές ενοχές -άλλη μια μέρα που δεν τήρησα τις καλές μου προθέσεις. Οπότε κάνω εμετό. Είμαι καλή σε αυτό. Δεν είναι δύκολο πια. Τότε νιώθω καλύτερα. Τουλάχιστον μπορώ να ηρεμήσω ξέροντας ότι δε θα βάλω κιλά. Νιώθω φοβερή ανακούφιση.

Ξέρω όμως επίσης ότι δε θα χρειαζόταν να το κάνω, οπότε νιώθω ενοχές κι ορκίζομαι ότι αύριο θα καταφέρω να ελέγξω το φαγητό μου και δε θα χρειαστεί να το κάνω.

Μα αυτό το αύριο δεν έρχεται ποτέ...

Περίπτωση ατόμου με ανορεξία

Ξεκίνησα να έχω ανορεξία όταν ήμουν 13 χρονών. Πάλευα όμως με το θέμα του φαγητού για πολλά χρόνια. Η μαμά μου έκανε πάντα δίαιτα και συχνά μ' έβαζε σύμμαχό της σ' αυτό και κάποιες φορές ανταγωνιστή της. Η μάχη με το φαγητό που δίναμε και οι δύο -τώρα το καταλαβαίνω -είχε μοναδικό σκοπό ν'αποτρέψει την προσοχή τη δική μας και της οικογένειάς μας από τη συναισθηματική αναταραχή που επικρατούσε μόνιμα στο σπίτι.

Έγινα ο αποδιοπομπαίος τράγος των θυμωμένων ξεσπασμάτων των γονιών μου και της ανασφάλειάς τους... Μ' είχαν χτυπήσει και μ' είχαν κακοποιήσει λεκτικά πολλές φορές. Όταν ήμουν 13 ετών πήραν μέτρα και προσπάθησαν να αναλάβουν τον πλήρη έλεγχο της ζωής μου - φίλους, σχέσεις, τα πάντα. Αυτός ο έλεγχος μ' έσπρωξε στα άκρα... Η δίαιτα μου έγινε εμμονή.

Έχασα 12 κιλά σ' ένα μήνα! Πεινούσα ακόμα. Κάποιες φορές το μόνο που σκεφτόμουν ήταν το φαγητό. Αλλά ήμουν αποφασισμένη να το νικήσω.

Αγωνιζόμουν για τον απόλυτο έλεγχο... ίσως το μόνο πράγμα που μπορούσα να ελέγξω. Ένιωθα αηδία όταν έτρωγα -είχα απογοητεύσει τον εαυτό μου, είχα χάσει τον έλεγχο.

Ήθελα να φαίνομαι ωραία, να ταιριάζω στο γυναικείο ιδανικό. Αλλά ένα μεγάλο μέρος του κινήτρου μου ήταν η εκδίκηση! Τρελαινόμουν να βλέπω τις αντιδράσεις των γονιών μου σ' αυτά που έκανα. Η δίαιτα δεν ήταν πια κάτι καλό, κάτι που έκανα με τη μητέρα μου... ήταν ένα όπλο. Γυρνούσα την ίδια της τη συμπεριφορά πίσω σ' εκείνη.

Εν μέρει ήταν θυμωμένοι επειδή δεν μπορούσαν να ελέγξουν αυτό το κομμάτι του εαυτού μου και εν μέρει φοβισμένοι κι ανησυχοί. Αλλά εγώ είχα τον έλεγχο.

Μάλωναν, φώναζαν και προσπαθούσαν να με κάνουν να φάω. Αλλά δεν το έκανα -όχι γι' αυτούς. Άρχισα να χάνω την επαφή με τα συναισθήματά μου. Ήθελα να μην τρώω προκειμένου να έχω τον έλεγχο, για ν' αποδείξω ότι μπορούσα να το κάνω, αλλά επειδή μου άξιζε κιόλας... επειδή μισούσα τον εαυτό μου...

Το παρόν άρθρο αποτελεί αδειοδοτημένο απόσπασμα από το βιβλίο Κλινική ψυχολογία και ψυχοπαθολογία που κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Πεδίο.

Συγγραφή - Επιμέλεια Άρθρου

Χρύσα Πράντζαλου

e psy logo twitter2Τμήμα Σύνταξης της Πύλης Ψυχολογίας Psychology.gr
Επιμέλεια και συγγραφή άρθρων, μετάφραση & απόδοση ξενόγλωσσων άρθρων.
Επικοινωνία: editorial @psychology.gr