Οι παρακάτω ερωτήσεις αποτελούν απόρροια υλικού που έχει συγκεντρωθεί από τις Δρ. Μάρσα Κολέτση και Δρ. Έλενα Τράγου στο χώρο της εκπαίδευσης και της εποπτείας και έχουν παρουσιαστεί στο βιβλίο τους «Κλινική Αξιολόγηση και Συμβουλευτική: Από την θεωρία στην πράξη» (2018) που κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Ασημάκη.

Κλινική αξιολόγηση και συμβουλευτική

Παρότι ο αναγνώστης μπορεί να θεωρήσει ότι αυτές οι ερωτήσεις αντανακλούν προβληματισμούς κυρίως ψυχοθεραπευτών που βρίσκονται στην αρχή της καριέρας τους, πιθανόν να εμφανιστούν και σαν ανησυχίες ή μεμονωμένα περιστατικά σε πεπειραμένους ψυχοθεραπευτές.

Από τις απαντήσεις που δίνονται σε αυτούς τους προβληματισμούς, ορισμένες καλύπτονται από τον κώδικα ηθικής και δεοντολογίας που διέπει το επάγγελμα του ψυχολόγου και κάποιες άλλες είναι απόσταγμα προσωπικής κρίσης και εκτίμησης των συγγραφέων.

Όσον αφορά τη δεύτερη περίπτωση, αξίζει να σημειωθεί ότι οι απαντήσεις έχουν τη μορφή ενδεικτικών προτάσεων αντιμετώπισης των ανησυχιών και των ερωτημάτων των ψυχοθεραπευτών και επ’ ουδενί δεν αποτελούν πανάκεια.

Ως σκοπό έχουν να προσφέρουν εναλλακτικές λύσεις και να καθησυχάσουν τους ψυχοθεραπευτές όσον αφορά το ρόλο και τις δυνάμεις τους, αποδεικνύοντάς τους ότι δεν είναι μόνοι τους στο χώρο της ψυχικής υγείας και ότι οι παρακάτω προβληματισμοί απαντώνται σε όλους τους κλάδους της ψυχικής υγείας, ανεξαρτήτως μοντέλου θεραπείας, εμπειρίας, ηλικίας ή φύλου του ψυχοθεραπευτή.

Όταν ο θεραπευόμενος αργεί στα ραντεβού, καθυστερεί ή ακυρώνει ραντεβού την τελευταία στιγμή

Υπάρχουν περιπτώσεις που τα παραπάνω αποτελούν ένα τυχαίο και μεμονωμένο γεγονός, το οποίο επιλύεται με μια υπενθύμιση του θεραπευτικού συμβολαίου από την πλευρά του ψυχοθεραπευτή, το οποίο είχε συμφωνηθεί και από τα δύο μέρη με την έναρξη της θεραπείας. Πιθανόν τα παραπάνω να είναι επίσης αποτέλεσμα της ψυχοπαθολογίας του θεραπευόμενου.

Έτσι, για παράδειγμα, κάποιος με διαταραχή προσωπικότητας –όπως, π.χ., οριακή προσωπικότητα, οιστριονική ή αγχώδης αποφευκτική– μπορεί να δυσκολεύεται να τηρήσει τους κανόνες της θεραπείας ή κάποιος με κατάθλιψη μπορεί λόγω χαμηλής διάθεσης να είναι ασυνεπής στα ραντεβού και να τα ακυρώνει την τελευταία στιγμή.

Σε αυτή την περίπτωση, ο ρόλος του ψυχοθεραπευτή εμπράκτως είναι να κάνει σαφές και να δώσει έμφαση στους ρόλους και στα καθήκοντα του θεραπευόμενου ώστε η θεραπεία να μην καταντήσει έρμαιο της ψυχοπαθολογίας του και έτσι να μπορέσει να λειτουργήσει αποτελεσματικά. Με αυτό τον τρόπο, δηλαδή οριοθετώντας τη σχέση, ο ψυχοθεραπευτής θέτει τα θεμέλια για μια ασφαλή βάση και παρέχει συνέπεια και ασφάλεια.

Επιπλέον, το πιο σημαντικό, η τήρηση των κανόνων θεραπείας συμβάλλει στη δημιουργία ενός κλίματος κατάλληλου για την αντιμετώπιση των μη λειτουργικών χαρακτηριστικών του θεραπευόμενου, τα οποία όμως είναι προϊόν της ψυχοπαθολογίας του (π.χ., έλλειψη συνέπειας, οργάνωσης, κακή διαχείριση χρόνου κ.ά.).

Τέλος, υπάρχουν και περιπτώσεις που η αργοπορία, η καθυστέρηση ή η ακύρωση ραντεβού υποδηλώνουν την ενδεχόμενη αντίσταση του θεραπευόμενου στη θεραπεία ή/και αμφιθυμία στο ενδεχόμενο να παραδώσει τον έλεγχο της ζωής του στον ψυχοθεραπευτή.

Αυτό συμβαίνει τη στιγμή που ο θεραπευόμενος εκφράσει τις δυσκολίες του στον ψυχοθεραπευτή και έτσι εναποθέτει σε αυτόν το ρόλο του συμβούλου και του καθοδηγητή.

Ο ψυχοθεραπευτής σε αυτή την περίπτωση θα πρέπει να αναζητήσει μέσω διαλόγου τα πραγματικά αίτια της αργοπορίας, καθυστέρησης ή ακύρωσης των ραντεβού εκ μέρους του θεραπευόμενου, να καθησυχάσει τους φόβους του και να τονίσει τη συνεργατική φύση της σχέσης, καθώς και το αναφαίρετο δικαίωμα που έχει ο θεραπευόμενος για τον έλεγχο της ζωής του κατά τη διάρκεια της θεραπείας.

Όταν υπάρχει ερωτική έλξη από το θεραπευόμενο προς τον ψυχοθεραπευτή ή το αντίστροφο

Δεν είναι ασυνήθιστο κατά τη διάρκεια της θεραπείας, καθώς ψυχοθεραπευτής και θεραπευόμενος έρχονται πιο κοντά, να αναπτύσσουν μια σχέση η οποία περιέχει τρυφερότητα, φροντίδα και ζεστασιά.

Λόγω του ότι τα παραπάνω χαρακτηριστικά συχνά συναντώνται σε σχέσεις πολύ προσωπικές και ενδεχομένως ερωτικές, δεν προκαλεί έκπληξη το ότι αυτά τα χαρακτηριστικά μετουσιώνονται σε συναισθήματα ερωτικής ή σεξουαλικής έλξης του θεραπευόμενου προς τον ψυχοθεραπευτή.

Αυτά τα συναισθήματα μπορεί να λεκτικοποιηθούν ή όχι από το θεραπευόμενο, ωστόσο και στις δύο περιπτώσεις ο ψυχοθεραπευτής καλείται αρχικά να αναγνωρίσει τη γνησιότητα αυτών των συναισθημάτων, ώστε ο θεραπευόμενος να μη νιώσει ντροπή ή συναισθήματα ενοχής γι’ αυτά, και κατόπιν να επεξεργαστούν από κοινού την προέλευση, το λόγο ύπαρξης και τη σημασία τους μέσα στο θεραπευτικό πλαίσιο.

Ειδικά σε αυτές τις περιπτώσεις απαιτούνται λεπτοί χειρισμοί από την πλευρά του ψυχοθεραπευτή. Ο τελευταίος καλείται να ισορροπήσει την ιδιαίτερη φύση της θεραπευτικής σχέσης που από τη μια δομείται στην πολύ κοντινή επαφή και στο μοίρασμα πληθώρας σκέψεων και συναισθημάτων, και από την άλλη να τονίσει τον επαγγελματικό χαρακτήρα της.

Σημαντικό εργαλείο υποστήριξης του ψυχοθεραπευτή αποτελεί η γνώση και η χρήση του κώδικα ηθικής και δεοντολογίας, ο οποίος απαγορεύει ρητά τη δημιουργία ερωτικής ή σεξουαλικής σχέσης μεταξύ ψυχοθεραπευτή-θεραπευόμενου (APA, 2010).

Επιπλέον, η χρήση εποπτείας βοηθά τον ψυχοθεραπευτή να προσδιορίσει, με τον πλέον κατάλληλο τρόπο, το πώς θα χειριστεί και θα αντιμετωπίσει το θεραπευόμενο.

Όταν αυτά τα συναισθήματα προκύπτουν από την πλευρά του ψυχοθεραπευτή, τότε αυτά δεν αποτελούν σε καμία περίπτωση αντικείμενο συζήτησης με το θεραπευόμενο αλλά μόνο με τον επόπτη, προκειμένου να μη «μολύνουν» και να μην αλλοιώσουν τη θεραπευτική διαδικασία.

Όταν ο θεραπευόμενος χαρίζει δώρα στον ψυχοθεραπευτή

Η προσφορά δώρων στον ψυχοθεραπευτή, σύμφωνα με τον κώδικα ηθικής και δεοντολογίας, αντενδείκνυται, γιατί υπονομεύει τη θεραπευτική σχέση και τον επαγγελματισμό που τη διέπει (APA, 2010).

Η αποδοχή του δώρου εξαρτάται από τη χρηματική αξία που ενέχει. Έτσι, δώρα συμβολικού χαρακτήρα, όπως, π.χ., κάρτες, ζωγραφιές, λουλούδια, γλυκά και γενικότερα αντικείμενα μικρής χρηματικής αξίας, γίνονται αποδεκτά από τον ψυχοθεραπευτή, καθώς εκφράζουν συναισθήματα αποδοχής και ευγνωμοσύνης προς το έργο που αυτός παρέχει.

Αντίθετα, δώρα μεγάλης χρηματικής αξίας μπο­ρεί να φέρουν τον ψυχοθεραπευτή σε δύσκολη θέση, να θεωρηθούν μέσο χειρισμού ή/και χειραγώγησής του, σαν μια απόπειρα του θεραπευόμενου να τον δελεάσει ώστε να συμπλεύσει μαζί του, υπονομεύοντας έτσι την αντικειμενικότητά του και γενικότερα τη θεραπευτική διαδικασία και αποτελεσματικότητα.

Όταν ο θεραπευόμενος συναντήσει τον ψυχοθεραπευτή εκτός γραφείου

Το ενδεχόμενο μιας τυχαίας συνάντησης μεταξύ ψυχοθεραπευτή-θεραπευόμενου εκτός θεραπευτικού χώρου και ο τρόπος χειρισμού μιας τέτοιας κατάστασης μπορούν να οριστούν κατά τη διάρκεια του πρώτου ραντεβού.

Αν αυτό δεν έχει συμβεί και οι δύο συναντώνται τυχαία, τότε συνιστάται ο ψυχοθεραπευτής να αφήσει το θεραπευόμενο να συμπεριφερθεί με τον τρόπο που εκείνος επιθυμεί, δηλαδή με το να επιλέξει να τον χαιρετήσει ή να τον αγνοήσει.

Με αυτή του την πρακτική ο ψυχοθεραπευτής προστατεύει το απόρρητο της θεραπείας και εναποθέτει την ευθύνη και την ελευθερία της απόφασης στο θεραπευόμενο.

Επιπλέον, αποφεύγει να φέρει σε δύσκολη θέση το θεραπευόμενο, σε περίπτωση που εκείνος συνοδεύεται από τρίτα πρόσωπα τα οποία ενδεχομένως να μη γνωρίζουν ότι αυτός βρίσκεται σε θεραπεία.

Όταν ο ψυχοθεραπευτής δέχεται τηλεφωνήματα από το περιβάλλον του θεραπευόμενου

Όταν ο ψυχοθεραπευτής δέχεται τηλεφωνήματα από το περιβάλλον του θεραπευόμενου (π.χ., οικογένεια, συνεργάτες, σύντροφος) και του ζητούν να αποκαλύψει το περιεχόμενο των συνεδριών

Στην έναρξη της θεραπείας θεωρείται γεγονός μεγίστης σημασίας να τονιστεί η έννοια του απορρήτου και να ζητηθεί από το θεραπευόμενο να αναφέρει τα άτομα του εγγύτερου ή του ευρύτερου περιβάλλοντός του που επιθυμεί να λάβουν γνώση για τη θεραπεία.

Όμως ακόμα και σε αυτή την περίπτωση θα πρέπει να γίνει σαφές στο θεραπευόμενο ότι οι πληροφορίες που θα δοθούν ίσως είναι γενικές και σχετίζονται με την πορεία της θεραπείας.

Σε περίπτωση οποιασδήποτε συνομιλίας με μέλος από τον περίγυρο του θεραπευόμενου, ο τελευταίος θα πρέπει να ενημερωθεί και για την ύπαρξη αλλά και για το περιεχόμενο της συνομιλίας.

Όταν δεν υπάρχει συναίνεση από το θεραπευόμενο για επαφή με οποιοδήποτε άλλο τρίτο πρόσωπο, τότε ακόμα και η παραδοχή από την πλευρά του ψυχοθεραπευτή ότι ο θεραπευόμενος βρίσκεται σε θεραπεία αποτελεί ρήξη του απορρήτου και αυτό το στοιχείο πλήττει τη θεραπευτική συμμαχία.

Μετά το πέρας της θεραπείας έχει το δικαίωμα ο ψυχοθεραπευτής να συνδεθεί φιλικά ή ερωτικά με κάποιον από τους πελάτες του;

Κατά τη διάρκεια ή μετά το πέρας των συνεδριών, είναι πολλοί οι θεραπευόμενοι οι οποίοι επιδιώκουν τη δημιουργία κοινωνικής επαφής με τον ψυχοθεραπευτή σε χώρους εκτός γραφείου, δηλαδή μη θεραπευτικούς.

Αν και κατά τη διάρκεια της θεραπείας η εξω-θεραπευτική επαφή δεν επιτρέπεται, καθώς έτσι ο ψυχοθεραπευτής εμπλέκεται σε διττό ρόλο και υπονομεύεται η αντικειμενικότητά του, η ανάπτυξη κοινωνικών επαφών μεταξύ ψυχοθεραπευτή-θεραπευόμενου μετά το πέρας της θεραπείας εναπόκειται στην προσωπική κρίση του ψυχοθεραπευτή.

Όμως αυτός στις περισσότερες περιπτώσεις αποφεύγει να δημιουργεί κοινωνικές σχέσεις και διατηρεί τη θεραπευτική του ιδιότητα. Η θεραπεία πολλές φορές μπορεί να πραγματοποιηθεί σε διαφορετικά χρονικά διαστήματα.

Έτσι, ένας θεραπευόμενος, ενώ έχει ολοκληρώσει έναν κύκλο συνεδριών, μπορεί μελλοντικά να επανέλθει σε θεραπεία, συνήθως με τον ίδιο ψυχοθεραπευτή για το ίδιο ή για διαφορετικά θέματα.

Σε αυτή την περίπτωση, η ύπαρξη ήδη εδραιωμένων κοινωνικών σχέσεων μεταξύ ψυχοθεραπευτή-θεραπευόμενου αποκλείει τη συνέχιση της θεραπευτικής τους σχέσης.

Η ερωτική ή η σεξουαλική επαφή μετά τον τερματισμό της θεραπείας απαγορεύεται ρητά για διάστημα τουλάχιστον δύο ετών, σύμφωνα με τον κώδικα ηθικής και δεοντολογίας (APA, 2010). Αυτό γίνεται γιατί η αποκόμιση προσωπικών στοιχείων του θεραπευόμενου ενέχει τον κίνδυνο χρήσης τους εις βάρος του, ακόμα κι αν αυτό γίνεται μη συνειδητά από την πλευρά του ψυχοθεραπευτή.

Έτσι, ο ψυχοθεραπευτής βρίσκεται σε θέση ισχύος και ο θεραπευόμενος σε θέση ευαλωτότητας. Λόγω αυτής της ανισότιμης σχέσης, ορισμένοι επαγγελματίες (Gutheil, 1989) υποστηρίζουν ότι η ερωτική επαφή απαγορεύεται ρητώς, ανεξαρτήτως του πότε ολοκληρώθηκε η θεραπεία.

Θεραπεία και με άλλο μέλος του εγγύτερου περιβάλλοντος του θεραπευόμενου

Όταν ένα άτομο βρίσκεται σε ατομική θεραπεία, ο ψυχοθεραπευτής μπορεί να αρχίσει θεραπεία και με άλλο μέλος του εγγύτερου περιβάλλοντος αυτού του ατόμου; 

Όταν ο ψυχοθεραπευτής βρίσκεται σε διαδικασία ατομικής θεραπείας με ένα άτομο, δεν μπορεί να εμπλακεί σε θεραπεία με άλλο μέλος του εγγύτερου περιβάλλοντος αυτού του ατόμου: π.χ., γονέας, αδελφός, σύντροφος. Για να επιτραπεί κάτι τέτοιο, θα πρέπει να ολοκληρωθεί πρώτα η θεραπεία με το άτομο αυτό και τότε μόνο επιτρέπεται η έναρξη θεραπείας με το άλλο πρόσωπο.

Εναλλακτικά, ο ψυχοθεραπευτής μπορεί να παραπέμψει το δεύτερο άτομο σε συνάδελφο για ατομική θεραπεία, διατηρώντας έτσι τη θεραπευτική συμμαχία και δια­σφαλίζοντας την καλή χρήση του κώδικα ηθικής και δεοντολογίας.

Σε περιπτώσεις όμως που ο θεραπευόμενος αρχίζει τη θεραπεία με έναν οικογενειακό ψυχοθεραπευτή ή ψυχοθεραπευτή ζεύγους, ένα δεύτερο μέλος μπορεί να εμπλακεί στη θεραπεία μετά τη συγκατάθεση του πρώτου και να λειτουργήσει υποβοηθητικά προς το πρώτο μέλος ή να συνεχίσουν μαζί, όμως όχι πια σε ατομική θεραπεία αλλά σε οικογενειακή ή θεραπεία ζεύγους.

Όταν ο θεραπευόμενος διαπραγματεύεται το κόστος της θεραπείας

Το κόστος εξαρτάται από το είδος της θεραπείας που παρέχεται –π.χ. ατομική, ομαδική, οικογενειακή– από την ειδικότητα του επαγγελματία που το παρέχει –π.χ. ψυχίατρος, ψυχολόγος, ψυχοθεραπευτής, κοινωνικός λειτουργός– καθώς και από τα επαγγελματικά προσόντα και την εμπειρία που διαθέτει ο ειδικός στον αντίστοιχο χώρο.

Η διαπραγμάτευση του κόστους της θεραπείας εναπόκειται στην ατομική κρίση και δυνατότητα του ψυχοθεραπευτή. Σε περίπτωση που ο θεραπευόμενος αδυνατεί να αντεπεξέλθει σε οποιαδήποτε μορφή διευκόλυνσης έχει προταθεί (π.χ., χαμηλότερο κόστος, πιο αραιές συναντήσεις), τότε ο ψυχοθεραπευτής μπορεί να τον παραπέμψει σε δημόσιους φορείς που παρέχουν δωρεά­ν θεραπευτικές υπηρεσίες.

Αξίζει να σημειωθεί ότι η ύπαρξη κάποιου χρηματικού αντίτιμου για την παροχή θεραπείας κρίνεται απαραίτητη, προκειμένου να τονιστεί η επαγγελματική σχέση στην οποία εισέρχεται ο θεραπευόμενος, η οποία περιλαμβάνει συγκεκριμένους όρους, κανόνες, δομή και βέβαια διαφοροποιείται από οποιαδήποτε άλλη σχέση, όπως, λόγου χάρη, από τη φιλική σχέση ή από μια σχέση με έναν «πνευματικό πατέρα» κτλ.

Όταν ο θεραπευόμενος υπονομεύει τις ικανότητες του ψυχοθεραπευτή

Ο θεραπευόμενος μπορεί να υπονομεύσει τον ψυχοθεραπευτή για πολλούς και διάφορους λόγους. Ένας από αυτούς έχει να κάνει με το θέμα της ηλικίας. Συγκεκριμένα, αν ο θεραπευόμενος είναι μεγαλύτερης ηλικίας από τον ψυχοθεραπευτή. Συχνά επικρατεί η λανθασμένη αντίληψη ότι, καθώς αυξάνεται η ηλικία, αυξάνεται και η εμπειρία του ατόμου.

Επομένως, ένας ψυχοθεραπευτής νεαρής ηλικίας δεν έχει αποκτήσει τα βιώματα και τις εμπειρίες ενός ηλικιακά μεγαλύτερου ατόμου και άρα δεν είναι σε θέση να συμβουλεύσει ένα τέτοιο άτομο.

Η παροχή θεραπευτικών υπηρεσιών δεν πρέπει να ταυτίζεται με τη χρονολογική εμπειρία ενός ατόμου, καθώς η παροχή των υπηρεσιών αυτών αποτελεί απόρροια γνώσης, εκπαίδευσης και πρακτικής, όχι μόνο πείρας.

Εκτός του θέματος της ηλικίας, οι ικανότητες του ψυχοθεραπευτή μπορεί να αποτελέσουν αντικείμενο υπονόμευσης με βάση το φύλο του.

Έτσι, όταν ψυχοθεραπευτής και θεραπευόμενος έχουν το ίδιο φύλο, επικρατεί η εσφαλμένη άποψη ότι υπάρχει ταύτιση απόψεων, βαθύτερη κατανόηση αντιλήψεων και βιωμάτων, άρα και η θεραπεία είναι πιο αποτελεσματική. Όμως η αποτελεσματικότητα μιας θεραπείας δεν εξαρτάται από το φύλο του ψυχοθεραπευτή, την οικογενεια­κή του κατάσταση, το κοινωνικο-οικονομικό του status και το πολιτιστικό του επίπεδο.

Σε ένα τρίτο επίπεδο, η υπονόμευση μπορεί να αναφέρεται στις γενικότερες ικανότητες του ψυχοθεραπευτή. Ο θερα­πευό­μενος μπορεί να κρίνει ότι ο ψυχοθεραπευτής δεν ανταποκρίνεται στις προσδοκίες του και έτσι να δηλώνει λεκτικά τη δυσαρέσκειά του προς το πρόσωπο του ψυχοθεραπευτή κατά τη διάρκεια της θεραπείας, προσφέροντάς του αρνητική ανατροφοδότηση.

Σε αυτή την περίπτωση, ο ψυχοθεραπευτής καλείται να δεχτεί τα όσα λέει ο θεραπευόμενος, διατηρώντας ήρεμη στάση και δηλώνοντας εμπράκτως την αποδοχή του προς αυτόν.

Επιπλέον, θα πρέπει να ερευνήσει μαζί με το θεραπευόμενο τους λόγους που τον ώθησαν στην αρνητική κριτική του προς αυτόν. Η διατήρηση αυτής της στάσης ηρεμίας δίνει τη δυνατότητα στον ψυχοθεραπευτή να τονώσει την αυτογνωσία του και να βελτιωθεί σε τομείς της επαγγελματικής του ιδιότητας, τους οποίους πιθανόν δεν είχε σκεφτεί έως τώρα.

Όταν ο θεραπευόμενος ρωτά τον ψυχοθεραπευτή για να αντλήσει από αυτόν προσωπικές πληροφορίες

Επειδή η έναρξη της θεραπείας σηματοδοτεί τη συλλογή μεγάλου όγκου προσωπικών πληροφοριών και μεγάλη έκθεση του θεραπευόμενου σε πολλαπλά επίπεδα προς τον ψυχοθεραπευτή, είναι αναμενόμενο, στην αρχή ή κατά τη διάρκεια της θεραπείας, ο θεραπευόμενος να θέσει ερωτήσεις προσωπικού περιεχομένου στον ψυχοθεραπευτή: π.χ., την ηλικία του, την οικογενειακή του κατάσταση, τη στάση και φιλοσοφία που τηρεί προς ορισμένα θέματα κ.ά.

Η ανταπόκριση του ψυχοθεραπευτή σε αυτά τα ερωτήματα δεν είναι ούτε μεμπτή ούτε προκαθορισμένη, καθώς εξαρτάται από τη θεραπευτική του φιλοσοφία, το προσωπικό του στιλ, αλλά και από τη διάρ­κεια της σχέσης που έχει με το θεραπευόμενο.

Όταν οι ερωτήσεις τίθενται στα αρχικά στάδια της θεραπείας, ο ψυχοθεραπευτής θα πρέπει να διερευνά τους λόγους που υποκινούν το θεραπευόμενο να θέσει αυτές τις ερωτήσεις, καθώς μπορεί να υποκρύπτουν φόβο, απλή περιέργεια, επίκριση ή και ταύτιση με τον ψυχοθεραπευτή.

Γνωρίζοντας τις βαθύτερες σκέψεις και τα συναισθήματα του θεραπευόμενου, ο ψυχοθεραπευτής έχει τη δυνατότητα να ενεργήσει με τον πιο αποτελεσματικό τρόπο, ώστε να μη δημιουργήσει συναισθήματα απόρριψης προς το θεραπευόμενο.

Επιπλέον, ο ψυχοθεραπευτής, όντας το άτομο που προσφέρει αμέριστη προσοχή, αποδοχή, συμπαράσταση και υποστήριξη, συχνά αποτελεί παράδειγμα προς μίμηση και εξιδανικεύεται στα μάτια του θεραπευόμενου.

Η αυτο-αποκάλυψη του ψυχοθεραπευτή συμβάλλει στο να αντιληφθεί ο θεραπευόμενος την ανθρώπινη πλευρά του, υπό τον όρο όμως ότι αυτά που μοιράζεται ο ψυχοθεραπευτής έχουν πάντα απώτερο στόχο να λειτουργήσουν θεραπευτικά για τη βελτίωση της ψυχικής υγείας του θεραπευόμενου και δεν αποτελούν ευκαιρία για τον ψυχοθεραπευτή να μοιραστεί προσωπικές πληροφορίες άσκοπα και για προσωπικούς του λόγους, χωρίς θεραπευτικό όφελος προς το θεραπευόμενο.

Όταν ο θεραπευόμενος κλαίει

Το κλάμα στη θεραπεία είναι αρκετά συχνό και μπορεί να χρησιμοποιηθεί από το θεραπευόμενο ως προσπάθεια να εκφράσει διάφορα συναισθήματα.

Έτσι, μπορεί να υποδηλώνει άγχος, απόγνωση, μοναξιά, να είναι αποτέλεσμα στρες, να αποτελεί εκτόνωση εσωτερικού εγκλωβισμού ή και μέσο χειρισμού του ψυχοθεραπευτή, ώστε ο θεραπευόμενος να του προκαλέσει συναισθήματα λύπης, οίκτου, συμπόνιας, ευαλωτότητας ή και επιθυμίας να τον σώσει.

Επιπλέον, μπορεί να είναι αποτέλεσμα πίεσης που βιώνει ο θεραπευόμενος κατά τη διάρκεια της θεραπείας ή/και μια μορφή διεξόδου σε επίπονα θέματα που διερευνώνται στη θεραπεία και τα οποία ο θεραπευόμενος δυσκολεύεται να διαχειριστεί στην παρούσα χρονική περίοδο (Papadopoulos & Cross, 2006).

Για τον ψυχοθεραπευτή κρίνεται σημαντικό να αναζητήσει τους βαθύτερους λόγους που οδήγησαν το θεραπευόμενο σε αυτή τη συμπεριφορά και αν θέλει να το επιτύχει, μπορεί, λόγου χάρη, να ρωτήσει το θεραπευόμενο το εξής: «Αν μπορούσαν να μιλήσουν τα δάκρυα, τι θα έλεγαν;».

Η απάντηση σε αυτό βοηθά τον ψυχοθεραπευτή να εντάξει αυτή τη συμπεριφορά στο γενικότερο θεραπευτικό πλαίσιο και να κατανοήσει τον τρόπο λειτουργίας του θεραπευόμενου.

Η έκφραση του κλάματος κατά τη διάρκεια της θεραπείας δίνει τη δυνατότητα στον ψυχοθεραπευτή να επιδείξει βαθιά ενσυναίσθηση προς το θεραπευόμενο και θα πρέπει να αντιμετωπιστεί με ψυχραιμία, δηλαδή χωρίς πανικό και διατηρώντας τον επαγγελματισμό του.

Όταν ζητείται από τον ψυχοθεραπευτή να αναλάβει διττό ρόλο

Σύμφωνα με τον κώδικα ηθικής και δεοντολογίας (APA, 2010), ο ψυχοθεραπευτής θα πρέπει να αποφεύγει να εμπλέκεται σε οποιαδήποτε μορφή διττού ρόλου: π.χ., καθηγητή-ψυχοθεραπευτή, ψυχοθεραπευτή-επόπτη, φίλου-ψυχοθεραπευτή. Αυτό συμβαίνει γιατί χάνεται η αντικειμενικότητα του ψυχοθεραπευτή, καθώς εμπλέκεται σε πολλαπλούς και ίσως αντικρουόμενους ρόλους.

Είναι σημαντικό στη θεραπεία να έχει ο θεραπευόμενος την ευκαιρία να εκφράσει τις σκέψεις και τα συναισθήματά του και να περιγράψει την υποκειμενική του αντίληψη για τη ζωή του και τις δυσκολίες που αντιμετωπίζει, χωρίς ο ψυχοθεραπευτής να έχει απέναντι σε όλα αυτά μια στάση προκατασκευασμένης γνώσης.

Με αυτό τον τρόπο ο ψυχοθεραπευτής λειτουργεί ως καθρέφτης του θεραπευόμενου και όχι σαν κριτής ή μπαστουνάκι του...

Ψυχοθεραπευτής και θεραπευόμενος έχουν ως σκοπό να αναζητήσουν από κοινού τους πλέον κατάλληλους τρόπους αντιμετώπισης των δυσκολιών που αντιμετωπίζει ο δεύτερος, οι οποίοι όμως πρέπει να αντανακλούν τις δυνατότητες και ικανότητές του.

Έτσι, όταν ο ψυχοθεραπευτής γνωρίζει ήδη το θεραπευόμενο, δεν μπορεί να λειτουργήσει ως καθρέφτης, γιατί έχει ήδη μια εγκαθιδρυμένη σχέση με το θεραπευόμενο η οποία τον περιορίζει στο να ανακαλύψει τις δυνατότητες του θεραπευόμενου και γενικά διάφορες πλευρές του εαυτού του τις οποίες δε γνώριζε ότι είχε.

Κι αυτό γιατί η ήδη προϋπάρχουσα σχέση τον αναγκάζει να βλέπει το θεραπευόμενο μέσα από ένα συγκεκριμένο πρίσμα: π.χ., φιλικό, εργασιακό, συγγενικό, εκπαιδευτικό. Με βάση αυτή τη λογική, ο ψυχοθεραπευτής δε θα πρέπει να αναλαμβάνει άτομα για θεραπεία τα οποία ανήκουν στο κοινωνικό, εργασιακό, συγγενικό ή ευρύτερο κοινωνικό του περιβάλλον.

Σε αυτή την περίπτωση, θα πρέπει να γίνεται παραπομπή τους σε κάποιον άλλο ψυχοθεραπευτή.

Όταν ο ψυχοθεραπευτής αναρωτιέται για τις ικανότητές του

Όταν ο ψυχοθεραπευτής αναρωτιέται για τις ικανότητές του και για το αν θα νιώσει ποτέ ικανός να αντεπεξέλθει σε κάθε κλινική περίπτωση...

Το ζήτημα της ικανότητας του ψυχοθεραπευτή σχετίζεται, σε πρώτο βαθμό, με την απόκτηση των απαραίτητων ακαδημαϊ­κών και επαγγελματικών δεξιοτήτων με σκοπό την απόκτηση άδειας ασκήσεως του επαγγέλματός του.

Πέραν αυτού, τα επαγγελματικά προσόντα εμπλουτίζονται με περαιτέρω κλινική εκπαίδευση, με την παρακολούθηση εκπαιδευτικών σεμιναρίων, την παρουσία και συμμετοχή σε σεμινάρια ή/και συνέδρια του αντίστοιχου κλάδου ειδικότητας και γενικότερα με τη συστηματική παρουσία στο χώρο όπου δραστηριοποιείται το άτομο.

Αναπόσπαστο αλλά συχνά παραμελημένο κομμάτι της προ­σωπικής και επαγγελματικής ανάπτυξης και εξέλιξης του ψυχοθεραπευτή αποτελεί η χρήση εποπτείας. Μέσα στο πλαίσιο εποπτείας δίνεται η δυνατότητα στον ψυχοθεραπευτή να αναζητήσει και να αναλύσει τρόπους επίλυσης για περιστατικά που τον απασχολούν, τα οποία πιστεύει ότι υπονομεύουν τις ικανότητές του ή που θεωρεί δύσκολο να διαχειριστεί κ.ά.

Το επάγγελμα του ψυχοθεραπευτή θεωρείται λειτούργημα και επειδή έχει ως πυρήνα τις ανθρώπινες σχέσεις, μια έννοια η οποία σαφώς και δεν είναι στατική, θα πρέπει και οι εκπρόσωποί του να εργάζονται επιμελώς για την επαγγελματική και την προσωπική τους βελτίωση. Αυτό συμβάλλει στο να νιώσουν επαρκείς, αποτελεσματικοί και ικανοί να ανταπεξέλθουν στις όποιες δυσκολίες παρουσιάζονται κατά τη διάρκεια της επαγγελματικής τους καριέρας.


Βιβλιογραφία

American Psychological Association (APA) (2010). Ethical principles of psychologists and code of conduct. (07/10/11).

Gutheil, T.G. (1989). Patient-therapist sexual relations. The California therapist, November/December, 29-39.

Κολέτση, Μ. & Τράγου, Ε. (2018). Κλινική Αξιολόγηση και Συμβουλευτική: Από την θεωρία στην πράξη. Ασημάκης.

Papadopoulos, L. & Cross, M.C. (2006). What do I do if? Questions commonly asked by trainees. Στο Bor, R. & Watts, M. (eds), The trainee handbook: A guide for counselling and psychotherapy trainees (178-194). Sage.

Συγγραφή - Επιμέλεια Άρθρου

Έλενα Τράγου - Ψυχολόγος

Έλενα Τράγου: έχει επιβεβαιωθεί από το Psychology

Οι πληροφορίες που αναφέρονται στον επαγγελματικό κατάλογο ειδικών παρέχονται από τους ίδιους τους ειδικούς, κατά την εγγραφή τους στο σύστημα. Όταν βλέπετε την ένδειξη «έχει επιβεβαιωθεί από το Psychology”, σημαίνει ότι το Psychology έχει ελέγξει, με email, τηλεφωνικά ή/και με λήψη των σχετικών εγγράφων, τα ακόλουθα στοιχεία:

  • Ότι ο ειδικός είναι υπαρκτό πρόσωπο.
  • Ότι τα πτυχία οι τίτλοι και οι εξειδικεύσεις που αναφέρει είναι αληθινά.
  • Ότι οι πληροφορίες που αναφέρει ισχύουν.

Η Ελενα Τράγου είναι διδάκτωρ ψυχολόγος-ψυχοθεραπεύτρια, εκπαιδευτικός, ερευνήτρια και συγγραφέας. Έχει εκπαιδευτεί στην Οικογενειακή Συστημική Θεραπεία, στην Συμβουλευτική και στην Νοσηλευτική Οικογενειακή θεραπεία. Ασχολείται κυρίως με οικογένειες, ζευγάρια και ενήλικες σε ατομικές και ομαδικές συνεδρίες.