Η Οριακή ή Μεταιχμιακή Διαταραχή Προσωπικότητας (Borderline Personality Disorder) είναι μία σοβαρή ψυχική διαταραχή που χαρακτηρίζεται από ένα επίμονο μοτίβο αστάθειας σε βασικούς τομείς της ζωής όπως είναι η ρύθμιση του συναισθήματος, ο έλεγχος των παρορμήσεων, οι διαπροσωπικές σχέσεις και η αυτοεικόνα.

Διαγνωστικά Κριτήρια Οριακής Διαταραχής Προσωπικότητας

Τα διαγνωστικά κριτήρια της διαταραχής περιλαμβάνουν συναισθηματική αστάθεια, παρορμητικότητα (πχ κατάχρηση ουσιών, παρορμητικό σεξ, επικίνδυνη οδήγηση), ανάρμοστο και έντονο θυμό ή δυσκολία ελέγχου του θυμού, αυτοτραυματισμούς και χρόνιες αυτοκτονικές τάσεις, γεγονός που οδηγεί συχνά τους πάσχοντες από οριακή διαταραχή να προστρέχουν σε υπηρεσίες ψυχικής υγείας.

Είναι αξιοσημείωτο ότι τα άτομα που πληρούν τα κριτήρια για τη διάγνωση της Οριακής Διαταραχής Προσωπικότητας συχνά βιώνουν έντονο άγχος εγκατάλειψης και ακολουθούν ένα μοτίβο ασταθών διαπροσωπικών σχέσεων που χαρακτηρίζεται από εναλλαγή μεταξύ των άκρων της εξιδανίκευσης και της υποτίμησης. Ακόμα, σημαντικό διαγνωστικό κριτήριο είναι το χρόνιο αίσθημα κενού που βιώνει το άτομο σε όλους τους τομείς της ζωής. Τέλος, στα συμπτώματα της διαταραχής περιλαμβάνονται παροδικά, σοβαρά επεισόδια διάσχισης ή παρανοειδούς ιδεασμού που σχετίζονται με το έντονο στρες.

Η έναρξη των συμπτωμάτων τοποθετείται στην εφηβεία και περιλαμβάνει ένα ευρύ φάσμα καταστάσεων.Η διαταραχή επηρεάζει περίπου το 2% του γενικού πληθυσμού και χαρακτηρίζεται από ψυχοκοινωνική έκπτωση καθώς και υψηλή θνησιμότητα λόγω των αυτοκτονικών τάσεων. Επίσης, Το 75% των ατόμων που θα παρουσιάσουν τη διαταραχή είναι γυναίκες ενώ το 25% άνδρες.

Οριακή Διαταραχή και συννοσηρότητα

Επιπροσθέτως, παρατηρείται συννοσηρότητα της οριακής διαταραχής προσωπικότητας με την κατάθλιψη,τις αγχώδεις διαταραχές, την κατάχρηση ουσιών, τις διαταραχές πρόσληψης τροφής καθώς επίσης με συμπεριφορές αυτοτραυματισμού και επιτυχημένες απόπειρες αυτοκτονίας σε ποσοστό 6 έως 10% των πασχόντων.

Αιτιολογία οριακής διαταραχής προσωπικότητας

Η αιτιολογία της οριακής διαταραχής προσωπικότητας είναι μόνο εν μέρει γνωστή, ωστόσο ως υπεύθυνοι για την ανάπτυξη και εξέλιξη της διαταραχής εμφανίζονται τόσο γενετικοί όσο και περιβαλλοντικοί παράγοντες όπως είναι η σωματική και σεξουαλική κακοποίηση κατά τη διάρκεια της παιδικής ηλικίας.

Γενετικοί παράγοντες και πρώιμες τοξικές εμπειρίες

Οι παράγοντες αυτοί φαίνεται να αλληλεπιδρούν μεταξύ τους με ποικίλους τρόπους. Πιο συγκεκριμένα, οι γενετικοί παράγοντες σε συνδυασμό με τις τοξικές πρώιμες εμπειρίες είναι δυνατόν να προκαλούν συναισθηματική απορρύθμιση και παρορμητικότητα που οδηγούν σε δυσλειτουργικές συμπεριφορές και ψυχοκοινωνικά ελλείμματα. Αυτό, σε ένα φαύλο κύκλο, είναι πιθανό να διαιωνίσει τα συμπτώματα συναισθηματικής αστάθειας και παρορμητικότητας ενισχύοντας την εξέλιξη της διαταραχής.

Μέσω γενετικών αναλύσεων σε χαρακτηριστικά της προσωπικότητας έχουν αναγνωρισθεί τέσσερις παράγοντες, ο κυριότερος των οποίων είναι η απορρύθμιση του συναισθήματος που περιγράφει την αστάθεια του συναισθήματικής και γνωστικής λειτουργίας, την ασταθή αίσθηση του εαυτού και τις διαπροσωπικές σχέσεις. Αυτός ο παράγοντας περιλαμβάνει τα κυριότερα συμπτώματα της οριακής διαταραχής προσωπικότητας και η κληρονομική προδιάθεση μπορεί να υπολογισθεί περίπου σε ποσοστό 47%.

Πρώιμες τοξικές εμπειρίες όπως είναι η παραμέληση και η κακοποίηση αναφέρονται από πολλούς ασθενείς που πληρούν τα κριτήρια για τη διάγνωση της οριακής διαταραχής. Ως πιο συχνή, αναφέρεται η σεξουαλική κακοποίηση σε ποσοστό 40–71% των πασχόντων. Μάλιστα, στην περίπτωση αυτή η οριακή διαταραχή προσωπικότητας συχνά αντιμετωπίζεται ως μία μορφή χρόνιας διαταραχής μετατραυματικού στρες που συνδέεται με την εμπειρία της σεξουαλικής κακοποίησης.

Παρόλα αυτά, η εμπειρία της σεξουαλικής κακοποίησης δε συνιστά ούτε αναγκαία, ούτε ικανή συνθήκη προκειμένου να αναπτυχθεί η διαταραχή.

Το φύλο φαίνεται να διαδραματίζει σημαντικό ρόλο στη νευροβιολογία της διαταραχής. Ερευνητές έχουν εντοπίσει σημαντικές διαφορές στα δύο φύλλα που συνδέονται με τη σεροτονινεργική δραστηριότητα δίνοντας προβάδισμα στις γυναίκες να αναπτύξουν τη διαταραχή σε ποσοστό 75%.

Τέλος, μέσω της λειτουργικής και δομικής νευροαπεικόνισης έχει εντοπισθεί δίκτυο δυσλειτουργικών περιοχών του εγκεφάλου που φαίνεται να διαδραματίζει σημαντικό ρόλο στη συμπτωματολογία της διαταραχής. Ωστόσο δεν είναι γνωστό αν αυτές οι δυσλειτουργίες προυπήρχαν των πρώιμων εμπειριών ή εάν δημιουργήθηκαν στη συνέχεια ως αποτέλεσμα αυτών ή των συμπτωμάτων της οριακής διαταραχής προσωπικότητας.

Συγγραφή - Επιμέλεια Άρθρου

Άννα Αλβανού

alvanou annaΨυχολόγος- ψυχοθεραπεύτρια, ατομική- ομαδική ψυχοθεραπεία. Δίπλωμα στην Κλινική Ύπνωση με εξειδίκευση στη Βιοθυμική Ψυχοθεραπεία.