Η δυσλειτουργία στις οικογένειες μπορεί να έχει πολλές μορφές και να ποικίλει σε ένταση και συχνότητα.

Δεν χωρά αμφιβολία για παράδειγμα ότι η κακοποίηση, σωματική ή ψυχολογική τραυματίζει βαθιά το μικρό παιδί και δυσχεραίνει σημαντικά τη ζωή του ενήλικα.

Πολλές φορές όμως μια οικογένεια μπορεί να δυσλειτουργεί με έναν λιγότερο προφανή τρόπο και οι επιπτώσεις στον ψυχισμό του παιδί είναι εξαιρετικές σοβαρές αλλα λιγότερο φανερές  εκ πρώτης όψεως.

Μια τέτοια περίπτωση, όπου η επιβάρυνση του παιδιού είναι «κρυφή»  αλλά σοβαρή είναι οι συναισθηματικά μη διαθέσιμοι ή συναισθηματικά ανώριμοι γονείς.

Ποιος είναι ο ρόλος της συναισθηματικής διαθεσιμότητας  των γονιών;

Ο όρος συναισθηματική διαθεσιμότητα αναφέρεται στην ικανότητα δύο ανθρωπων να μοιράζονται μια λειτουργική συναισθηματική σύνδεση. Στο επίπεδο της γονικής σχέσης, περιλαμβάνει την ευαισθησία, την ανταποκριτικότητα, την δομή στην επικοινωνία, την μη παρεμβατικότητα και την μη-επιθετικότητα.

Η έρευνα δείχνει ότι η συναισθηματική διαθεσιμότητα των γονιών σχετίζεται με το αίσθημα ασφάλειας των παιδιών και την επίκτητη ικανοτητά τους να αυτορυθμίζονται συναισθηματικά ( Little and Carter, 2005).

Μια μακροχρόνια έρευνα των Moreno et al (2008), βρήκε ότι η γονεική διαθεσιμότητα επηρεάζει τις δυνατότητες λεκτικής έκφρασης στην ηλικία των δύο ετών.

Άλλες έρευνες δείχνουν ότι σχετίζεται με χαμηλότα επίπεδα επιθετικότητας και υψηλότερες σχολικές αποδόσεις. Αντίστοιχα, η έλλειψη διαθεσιμότητας ή η συναισθηματική ανωριμότητα των γονιών σχετίζεται με αυξημένη επιθετική συμπεριφορά και χαμηλοτερες σχολικές επιδόσεις. 

Το παραμύθι του «όλα καλά»

Ένα παιδί μπορεί να ζει με πλήρη κάλυψη των υλικών του αναγκών, να περιστοιχίζεται από φίλους, καλή εκπαίδευση, συγεννείς… Βιώνει όμως διαρκώς μια δυσκολία ή και άρνηση των γονιών του να ανταποκριθούν στις ψυχοσυναισθηματικές του ανάγκες. Στην περίπτωση αυτή, οι γονείς περιμένουν από το παιδί να καταλαβαίνει, να φέρεται «ώριμα», να αντιλαμβάνεται τις συναισθηματικές τους ανάγκες.

Η περίπτωση της Νάντιας

Στην ψυχοθεραπευτική πρακτική είναι κάτι που συναντάμε πολύ συχνά. Η περίπτωση της Νάντιας είναι χαρακτηριστική. Συχνά μέσα στις συνεδρίες μας, επαναλάμβανε ότι όλα είναι καλά : «…Δεν έχω κάποιο παράπονο από την οικογένεια μου, τα είχα όλα. Οι γονείς μου μάλωναν για χρόνια, το σπίτι ήταν ένα πεδίο μάχης. Εγω δεν είχα κάποιο πρόβλημα τότε. Απλά μερικές φορές νιώθω εξαντλημένη και δεν ξέρω γιατί…»

Καθως εξελισσόταν η αφήγησή της άρχισαν να φαίνονται και άλλες πλευρές. Η Νάντια για χρόνια αποτελούσε τον «ταχυδρόμο» μηνυμάτων ανάμεσα στους δυο χωρισμένους γονείς. Ζούσε τις εντάσεις και τη λεκτική βία μεταξύ τους. Πολλές φορές, και οι δύο πλευρές την καλούσαν να γίνει ο κατάσκοπος ο ένας του άλλου.

Η ανάγκη για ηρεμία και ασφάλεια δεν ήταν ποτέ στο κάδρο. Η διαρκής απειλή ότι ένα γονιός μπορεί να βλάψει τον άλλον δεν την άφηνε χώρο για ησυχία, πόσο μάλλον, χωρο να μιλήσει για αυτά που εκείνη είχε ανάγκη. Έμαθε να είναι ήσυχη, να προσαρμόζεται και να της αρκεί έστω και μια στάλα εκεχειρίας. 

Το μοτίβο αυτό επαναλήφθηκε στις ενήλικες σχέσεις της από τις οποίες δεν μπορούσε να πάρει χαρά και ικανοποίηση. Δεν μπορούσε να εκφράσει τις ανάγκες της γιατί είχε μάθει ότι η δική της δουλειά ήταν να λειτουργεί ως ειρηνοποιός και όχι να δημιουργεί περαιτέρω ένταση. Η μόνη διέξοδος ήταν να αποσύρεται συναισθηματικά από τη σχέση και να λειτουργεί διεκπαιρωτικά μέσα στην οικογένειά της.

Ακόμα περισσότερο, όλα αυτά ήταν περίτεχνα ντυμένα με μια αφήγηση που έλεγε : «Συμβαίνουν αυτά στις οικογένειες, εσένα μην σε νοιάζει, εσύ θα έχεις ότι ζητήσεις».. Αυτή η πλαισίωση της εμπειρίας δημιουργούσε ακόμα περισσότερη σύγχυση. Δεν ήξερε αν μπορούσε  να εμπιστευτεί το ίδιο της το συναίσθημα, αν είχε νόημα να δώσει βαση σε όσα νιώθει και χρειάζεται.

Διαβάστε ακόμη το σχετικό άρθρο:  Τα πρότυπα των σχέσεων της παιδικής ηλικίας αντανακλώνται στις ενήλικες ερωτικές σχέσεις

Οι μηχανισμοί άμυνας που επιστρατεύτει ένας άνθρωπος απέναντι σε μια τέτοια μη ασφαλή συνθήκη, μπορεί να ποικίλουν: αποφυγή των συγκρούσεων, έλλειψη εμπιστοσύνης στις κοντινές σχέσεις μέχρι την βαθιά άρνηση των αναγκών και των συναισθημάτων, υπερβολικός έλεγχος.

Στην ενήλικη ζωή, οι άνθρωποι που έχουν νιώσει συναισθηματικά μη διαθέσιμους γονείς μπορεί να φαίνονται «παγωμένοι», αδιάφοροι, απόμακροι. Είναι ο τρόπος τους να προστατεύονται από τον βαθύ πόνο που τους προκάλεσαν οι σχέσεις από τότε που ήταν παιδιά.

Μάλιστα, στην ενήλικη ζωή αυτή η ψυχολογική πληγή μπορεί να πάρει τη μορφή της κατάθλιψης ή/και της σωματικής έκφρασης αυτής της συναισθηματικής ανασφάλειας (αυχενικό, πονοκέφαλος,πόνος στη μέση). 

Στη ρίζα του  παγόβουνου είναι ο φόβος είναι ότι πως κάποιος είναι εγγενώς ανεπαρκής, ότι πρέπει να είναι τέλειος και αψεγάδιαστος προκειμένου να ικανοποιήσει τους γονείς του και άρα δεν δικαιούται να είναι αυθεντικός και χωρίς να πασχίζει.

Μα πάνω από όλα, είναι η βαθιά αίσθηση ότι αυτό που νιώθει ξεβολεύει/είναι αντίθετο/ δε ν ισχύει/ δεν θα έπρεπε να υπάρχει. Είναι η χρόνια και συστηματική δυσκολία των γονιών να επικυρώσουν το συναίσθημα του παιδιού.

Με αυτό τον τρόπο, η αυτοεκτίμηση του παιδιού γίνεται σαθρή, γεμάτη κένα, μοιάζει με έδαφος που υποχωρεί καθώς το παιδί (και μετέπειτα ο ενήλικας) προσπαθεί να περπατήσει στις προκλήσεις της ενήλικης ζωής.

Η ψυχοθεραπεία μπορεί να αποτέλεσει εκείνον τον χώρο που οι άνθρωποι θα μπορέσουν να αναγνωρίσουν και να ονοματίσουν τα συναισθήματα που καλύφθηκαν από τις αφηγήσεις. Θα μπορέσουν να συναντηθούν με τον αυθεντικό τους εαυτό και να ζήσουν μια ζωή με πληρότητα και ικανοποίηση. 

*Τα ονόματα και οι ιστορίες των θεραπευόμενων είναι έχουν τροποποιηθεί προκειμένου να διατηρηθεί το απόρρητο της θεραπευτικής διαδικασίας


Πηγές :

Baker M., Biringen Z. (2012). Emotional Attachment and Emotional Availability Clinical Screener. Los Angeles, CA: National Training Institute.   
Moreno A. J., Klute M. M., Robinson J. L. (2008). Relational and individual resources as predictors of empathy in early childhood. Soc. Dev. 17, 613–637.
Saunders, Η., Kraus, Α., Barone, L.  & Biringen Z., (2015) Emotional availability: theory, research, and intervention, Frontiers in Psychology, Published online www.doi.org/ 

Συγγραφή - Επιμέλεια Άρθρου

Βασιλική Ντούμου

vasiliki doumouΨυχολόγος MSc, Συστημική- Οικογενειακή Ψυχοθεραπεύτρια