οριακή προσωπικότητα

Η οριακή οργάνωση της προσωπικότητας καταλαμβάνει έναν ευρύ χώρο ανάμεσα στη νεύρωση και τη ψύχωση, που δεν είναι ούτε τυπικά νευρωτική, αλλά ούτε τυπικά ψυχωτική.

Εντός αυτού του νοητού χώρου που καταλαμβάνει η οριακότητα, σκεφτείτε ότι οι παιδικόμορφες προσωπικότητες, οι περισσότερες ναρκισσιστικές προσωπικότητες και σχεδόν όλες οι αντικοινωνικές δομές προσωπικότητας, εισχωρούν σε διάφορα σημεία του και καταλαμβάνουν κομμάτια του χώρου, τόσο όσο να υποδηλώνουν την παρουσία μιας υποκείμενης οριακής οργάνωσης της προσωπικότητας στη βάση τους.

Η διάγνωση της οριακής προσωπικότητας

Με όρους DSM, ως προϋπόθεση για να λάβει κάποιο άτομο τη διάγνωση της Οριακής διαταραχής της προσωπικότητας, χρειάζεται να πληροί τουλάχιστον πέντε από τα παρακάτω κριτήρια:

  • Κάνει απεγνωσμένες προσπάθειες, ώστε να αποφύγει κάποια πραγματική ή φανταστική εγκατάλειψη.
  • Παρουσιάζει αστάθεια και υπερβολική ένταση στις διαπροσωπικές σχέσεις με κύριο χαρακτηριστικό τη σχάση, δηλαδή ανάμεσα στην εξιδανίκευση και την υποτίμηση του άλλου.
  • Έχει ασταθή αίσθηση του εαυτού.
  • Παρουσιάζει τουλάχιστον δύο τύπους παρορμητικής και αυτοκαταστροφικής συμπεριφοράς, όπως είναι το αλόγιστο ξόδεμα χρημάτων, η υπερφαγία και η αχαλίνωτη σεξουαλική συμπεριφορά.
  • Επιδεικνύει επανειλημμένα αυτοκτονική συμπεριφορά, απειλές, απόπειρες, ή πράξεις αυτοακρωτηριασμού.
  • Έχει υπερβολική συναισθηματική αντιδραστικότητα.
  • Βιώνει χρόνια συναισθήματα κενού.
  • Έχει έντονες δυσκολίες στον έλεγχο του θυμού.
  • Όταν βιώνει στρες, εμφανίζει ασυνήθιστο τρόπο σκέψης και στρεβλωμένη αντίληψη του περιβάλλοντος.

Ο Otto Kernberg, αναφέρεται σε τρία «δομικά ψυχικά κριτήρια» που στοιχειοθετούν τη διάγνωση της οριακής προσωπικότητας: τη σύγχυση περί της ταυτότητας, τη καταφυγή σε πρωτόγονους αμυντικούς μηχανισμούς με διατήρηση ωστόσο του ελέγχου της πραγματικότητας, εκτός από την αντίληψη για τον εαυτό και τους άλλους. Σύμφωνα με τον ίδιο, πρόκειται για μια οργάνωση προσωπικότητας η οποία απαιτεί εξονυχιστική διαγνωστική εξέταση και ειδικές θεραπευτικές προσεγγίσεις, που θα εστιάζουν κυρίως στο «εδώ και τώρα», ενώ θα αποφεύγονται, πλην κάποιων εξαιρέσεων, οι ερμηνείες βάθους στη μεταβίβαση γιατί υπάρχει ο κίνδυνος ο ασθενής να αποδιοργανωθεί επιπλέον.

Η αδυναμία του Εγώ

Πιο συγκεκριμένα, ο Otto Kernberg αναφέρεται στην αδυναμία του Εγώ να εκτελέσει ικανοποιητικά το καθήκον του, που δεν είναι άλλο από το συντονιστικό και σταθεροποιητικό του έργο όσον αφορά τη σχέση του µε την εξωτερική πραγματικότητα, µε τις ενδογενείς ορμές ή τα αισθήματα ενοχής και με τις σχετικές φαντασιώσεις. Αυτή η αδυναμία δημιουργεί εκπτώσεις στη λειτουργικότητα και τις συνδιαλλαγές του ατόμου, αφήνοντας το να λειτουργεί συχνά σαν ακυβέρνητο καράβι.

Οι ασθενικές επιδόσεις του Εγώ αφήνουν το άτομο εκτεθειμένο σε υψηλά επίπεδα άγχους που μπορούν να οδηγήσουν στον σχηματισμό νέων συμπτωμάτων (π.χ. αυτοκαταστροφικές συμπεριφορές και εθισμοί), είτε σε προσπάθειες του ατόμου να αλλάξει το περιβάλλον του, είτε στην παλινδρόμηση του Εγώ, δηλαδή την υιοθέτηση ανώριμων στάσεων και συμπεριφορών που θυμίζουν παιδικές αντιδράσεις. Επιπλέον διακρίνεται στο άτομο η απουσία ανεπτυγμένων μετουσιωτικών διαύλων, η οποία μπορεί να ανατραπεί από παράγοντες όπως η χαρά της δημιουργίας και η επίτευξης της δημιουργικότητας, οι ιδιαίτερες δεξιότητες, η ευφυία, η ιδιοσυγκρασία, το περιβάλλον και τα ερεθίσματα το οποίο αυτό παρέχει στο άτομο που υποφέρει από την οριακή οργάνωση.

Η σχάση ως βασικός αμυντικός μηχανισμός

Ο βασικός μηχανισμός που χρησιμοποιεί το άτομο που βρίσκεται στο οριακό φάσμα είναι η σχάση. Ο Kernberg διατείνεται ότι οι αρνητικές εμπειρίες της παιδικής ηλικίας όπως ο ασυνεπής τρόπος να παρέχει την αγάπη και την προσοχή του ο γονέας στο παιδί, πιθανώς επαινώντας τα επιτεύγματα του, αλλά μη προσφέροντάς του συναισθηματική υποστήριξη και τρυφερότητα, δηλαδή η έλλειψη συντονισμού μεταξύ λόγου, αγγίγματος και συναισθήματος ή βλεμματικής επαφής, οδηγεί το παιδί να εσωτερικεύσει στο Εγώ του διαταραγμένες αναπαραστάσεις αντικειμένου που συμβάλλουν στην ανάπτυξη ενός αδύναμου Εγώ.

Με βάση αυτό το μηχανισμό το άτομο διαχωρίζει τα στοιχεία σε απόλυτα καλά και απόλυτα κακά και αποτυγχάνει να συνδυάσει με αρμονικό τρόπο τις θετικές και τις αρνητικές πλευρές των άλλων ώστε να δημιουργήσει μια ολοκληρωμένη εικόνα που δεν θα τους αδικεί. Με κάποιο τρόπο όμως αυτός ο αμυντικός μηχανισμός προστατεύει το αδύναμο Εγώ του ατόμου από το αβάσταχτο άγχος, ίσως γιατί με τους διαχωρισμούς που κάνει και με την τάση του να αποδέχεται μια μόνο πλευρά των πραγμάτων, απαλλάσσεται από το να έρθει αντιμέτωπος με αντικρουόμενες σκέψεις και συναισθήματα. Το αποτέλεσμα είναι να επικεντρώνεται σε ένα μόνο συναίσθημα, το οποίο πολύ γρήγορα εναλλάσσεται με το αντίθετό του.

Εμπειρίες ακύρωσης

Για ακόμη μια φορά έρχεται στο επίκεντρο η καταστρεπτική δράση του άγχους κατά την βρεφική και νηπιακή ηλικία, το οποίο μπορεί να οδηγήσει σε συναισθηματική απορρύθμιση, απόρροια ναι μεν γεννετικής προδιάθεσης αλλά κυρίως απόρροια της ποιότητας αλληλεπίδρασης που αναπτύσσεται μεταξύ του παιδιού και του οικογενειακού περιβάλλοντος. Σύμφωνα με τη θεωρία προδιάθεσης του στρες της Marsha Linehan, η προδιάθεση του ατόμου για συναισθηματική απορρύθμιση αλληλοεπιδρά δυναμικά με εμπειρίες ακύρωσης και προάγει τις δυσκολίες που σχετίζονται με την οριακή διαταραχή της προσωπικότητας.

Αυτό που διακρίνει ένα ακυρωτικό περιβάλλον είναι ότι τα συναισθήματα του ατόμου υποτιμούνται και δεν γίνονται σεβαστά. Μια ακραία μορφή ακύρωσης είναι η κακοποίηση του παιδιού στο όνομα της αγάπης, δηλαδή μια συγκαλυμμένη αλλά μεγάλη επιθετικότητα, η οποία όμως αγάπη μόνο βλάπτει το παιδί, ενώ του επιφέρει σύγχυση και θυμό. Αξίζει να σημειωθεί ότι το παιδί που δεν μπορεί να ρυθμίσει τα συναισθήματα του φτάνει να μην μπορεί να συνδεθεί με τους άλλους και να έχει τεράστιες απαιτήσεις από αυτούς. Οι γονείς που φτάνουν στα όρια τους, αγνοούν ή μπορεί ακόμα και να τιμωρούν τα ξεσπάσματα του παιδιού, γεγονός που οδηγεί στην καταστολή των συναισθημάτων του παιδιού.

Τα καταπιεσμένα συναισθήματα συσσωρεύονται και οδηγούν σε μεγαλύτερες εκρήξεις στις οποίες οι γονείς ανταποκρίνονται, καταλήγοντας να ενισχύουν ακριβώς εκείνες τις συμπεριφορές που θέλουν να αποφύγουν και υποβοηθώντας τελικάτη δημιουργία ενός ανώριμου και σαδιστικού- αυτοκαταστροφικού Υπερεγώ.

Εκτός από την αδυναμία του να συνάψει σχέσεις οικειότητας, στο οριακό άτομο φαίνεται ότι το Εγώ αδυνατεί να βιώσει κατάθλιψη, έγνοια και ενοχή, ακριβώς γιατί δεν αναγνωρίζει ότι χρησιμοποιεί τον μηχανισμό της σχάσης. Έτσι ο οριακός ασθενής δεν αισθάνεται πένθος αλλά ούτε και μεταμέλεια για την επιθετικότητα απέναντι στον εαυτό του και τους άλλους, αλλά μια πρωτόγονη μορφή οργής συνδυαζόμενη με αίσθημα αδυναμίας, ανικανότητας και ήττας που του τα έχει προκαλέσει ο «κακός έξω κόσμος».

Αξίζει να σημειωθεί, ωστόσο, ότι δεν αδυνατεί ακριβώς να βιώσει κατάθλιψη, απλά στην περίπτωση του οριακού εκφράζεται άτυπα η κατάθλιψη με τη μορφή ανηδονίας, ανίας, κενού, θυμού και προφανώς έλλειψη ενοχικού ιδεασμού. Επιπλέον, μπορεί να αναπτύσσει μεγαλομανιακές και παντοδυναμικές απαιτήσεις για τον εαυτό του και τους άλλους, δίχως όμως να διαθέτει μια βαθύτερη κατανόηση της πραγματικότητας. Αισθάνεται ότι μπορεί να εκμεταλλεύεται άμεσα τους άλλους, να έχει παράλογες απαιτήσεις και να τους χειρίζεται απροκάλυπτα. Σαφώς πίσω από αυτές τις ενέργειες κρύβεται μια απεγνωσμένη προσπάθεια ελέγχου που πηγάζει από αισθήματα ανασφάλειας και κατωτερότητας.

Ως εξισορροπητική ενέργεια απέναντι στην χαμηλή αυτοεκτίμηση έρχεται συχνά η φαντασίωση της παντοδυναμίας ή της μεγαλομανίας που ακυρώνει επιπλέον την προσωπική εμπειρία του ατόμου. Είναι τα ναρκισσιστικά χαρακτηρολογικά γνωρίσματα που συνάδουν με την οριακή οργάνωση.

Η επανόρθωση της αγάπης

Τα άτομα αυτά, λοιπόν, ενώ έχουν μεγάλη ανάγκη να λάβουν από τους άλλους συναισθηματική επαφή, δεν μπορούν να ανταπεξέλθουν στο έργο της αγάπης, διότι οι πάντες και τα πάντα για αυτούς είναι μια απειλή και για αυτό τον λόγο νιώθουν μίσος και θυμό. Το αποτέλεσμα είναι να νιώθουν πάντοτε κενοί και να στερούνται το αίσθημα του ανήκειν. Ωστόσο, για πολλούς οι σχέσεις αγάπης θεωρούνται μια τέχνη στην οποία μπορούν να εντρυφήσουν όλοι όταν αισθανθούν την απαραίτητη αποδοχή και όταν λάβουν τη σωστή καθοδήγηση,

Βιβλιογραφία

1. American Psychiatric Association. (2013). Diagnostic and statistical manual of mental disorders (5th ed.). Arlington, VA: American Psychiatric Publishing.

2. Hartocollis, P. (1978). Time and affects in borderline disorders. The International journal of psycho-analysis, 59, 157.

3. Kernberg, O. F. (1985). Borderline conditions and pathological narcissism. Rowman & Littlefield.

4. Kring, A. M., Davison, G. C., Neale, J. M., & Johnson, S. L. (2007). Abnormal psychology (10th ed.). Hoboken, NJ, US: John Wiley & Sons Inc.

5. Kernberg, O. (1967). Borderline personality organization. Journal of the American psychoanalytic Association, 15(3), 641-685.

6. Λιανός, Παναγιώτης. Otto Kernberg: Θεωρία και κλινική πρακτική. - Αθήνα : Αρμός, 2017.

7. Lieb, K., Zanarini, M. C., Schmahl, C., Linehan, M. M., & Bohus, M. (2004). Borderline personality disorder. The Lancet, 364(9432), 453-461.

8. Linehan, M. M. (1987). Dialectical behavior therapy for borderline personality disorder: Theory and method. Bulletin of the Menninger Clinic, 51(3), 261.

Συγγραφή Άρθρου

Καλογεροπούλου Δήμητρα

kalogeropouloy dimitraΨυχολόγος, απόφοιτη του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης, Τμήματος Ψυχολογίας και Σχολής Ανθρωπιστικών Σπουδών.

Email: Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε. | Τηλέφωνο επικοινωνίας: 6974.389120

Τα περιεχόμενα του E-Psychology προστατεύονται από την DMCA. Η αναδημοσίευση επιτρέπεται μόνο κατόπιν γραπτής άδειας από το τμήμα Σύνταξης και μόνο εφόσον ακολουθείται συγκεκριμένη διαδικασία αναδημοσίευσης. Συγκεκριμένα, πρέπει να υπάρχει σαφής αναφορά στο τέλος του άρθρου, για την πηγή 1ης δημοσίευσης καθώς επίσης πρέπει να υπάρχει ενεργός σύνδεσμος που οδηγεί απευθείας στο άρθρο. DMCA.com Protection Status
Σχετικά άρθρα

Περισσότερα άρθρα του ειδικού συνεργάτη

Η κλοπή στα παιδιά
Παιδιά, κλοπή

Μια μητέρα παρατηρεί το μωρό της καθώς περνάει από τη βρεφική στη νηπιακή ηλικία και κάνει τα πρώτα ψυχικά και σωματικά βήματα απομάκρυνσης από κοντά της. Το μωρό δείχνει έντονο ενδιαφέρον για τα αντικείμενα γύρω του και οδηγείται ενστικτωδώς να τα αγγίξει, να τα γευτεί και να τα περιεργαστεί.

Ο χρόνος δεν επουλώνει τις πληγές
εσωτερικό παιδί

Ιστορικά η έννοια του τραύματος αναδεικνύεται αρχικά στη ψυχαναλυτική θεωρία, όταν ο Freud τοποθετούσε το τραύμα στη βάση των νευρώσεων. Αυτό που διακρίνει το τραύμα είναι η ύπαρξη μιας καθηλωτικής εμπειρίας, η επίδραση της οποίας εντοπίζεται κυρίως εκ των υστέρων.

Πως μιλάμε στα παιδιά για τον θάνατο ή για τον επικείμενο θάνατο ενός αγαπημένου προσώπου.
παιδιά, θάνατος αγαπημένου προσώπου

Τα παιδιά θέλουν να μάθουν για τον θάνατο. Εμείς είμαστε αυτοί που τους στερούμε τις απαραίτητες πληροφορίες ή που προσφέρουμε πληροφορίες που δημιουργούν περισσότερες απορίες, φόβο και σύγχυση.
Χρειάζεται να καταλάβουμε ότι τα παιδιά μπορούν να το διαισθάνθούν όταν δεν τους αποκαλύπτεται ολόκληρη η αλήθεια.


Βρείτε ειδικό Ψ.Υγείας

Ο μοναδικός εξειδικευμένος κατάλογος Ψυχολόγων, Συμβούλων Ψ.Υγείας.

Μεταβείτε στον κατάλογο Ειδικών Ψ.Υγείας »

Εγγραφείτε στο Newsletter μας!

* απαιτούμενα πεδία
Ενδιαφέροντα * :