Σε αυτό το άρθρο παρουσιάζεται η άποψη μιας θεραπεύτριας, η οποία χρησιμοποίησε μια προσέγγιση «μη θεραπείας» σε ένα άτομο που είχε διαγνωσθεί με οριακή διαταραχή προσωπικότητας.

Η Σάρα ήταν 31 ετών και είχε μόλις επιστρέψει στο σπίτι των γονιών της «για μικρό χρονικό διάστημα». Ο ψυχίατρος που την παρέπεμψε σ' εμένα είχε αρνηθεί με διακριτικό τρόπο να δώσει τη διάγνωση της οριακής διαταραχής προσωπικότητας σκεπτόμενος τις ενδεχόμενες μελλοντικές συνέπειες.

Παρ' όλα αυτά η παραπεμπτική επιστολή του ανέφερε ότι η ασθενής ήταν «συναισθηματικά ασταθής», «χειριστική», «δυνάμει επιθετική και βίαιη», είχε περιστασιακούς «αυτοτραυματισμούς» και ιστορικό αναγκαστικών θεραπειών. Αναφερόταν επίσης ότι είχε προηγηθεί η εμπλοκή ποικίλων επαγγελματιών, όπως ψυχιάτρου, κλινικού ψυχολόγου, κοινωνικού λειτουργού, ιατρικού επισκέπτη και της αστυνομίας.

Πρώτη συνεδρία

Τι θα περιμένατε εσείς; Η Σάρα που γνώρισα στην πρώτη συνάντηση ήταν τόσο αγχωμένη που σχεδόν δεν μιλούσε. Δεν με κοίταξε ούτε μια φορά στα μάτια. Στο τέλος της συνεδρίας, κατά τη διάρκεια της οποίας μιλήσαμε κυρίως για καθημερινά θέματα, τη ρώτησα αν θα ήθελε να ξανασυναντηθούμε την επόμενη εβδομάδα.

«Εσύ τι πιστεύεις;» ρώτησε

«Βασικά από εσένα εξαρτάται», της απάντησα.

«Πιστεύεις ότι θα βοηθήσει;»

«Πραγματικά δεν έχω ιδέα... μπορεί ναι, μπορεί και όχι».

Έτσι ξεκίνησε η πρώτη μας διαπραγμάτευση αναφορικά με την επάρκεια, που αποτέλεσε - ένα κεντρικό σημείο της «μη θεραπευτικής» θεραπείας μας.

Κάποιες φορές συναντιόμασταν στην αίθουσα συνεδριών, κάποιες φορές πηγαίναμε για ψώνια, κάποιες άλλες σε ίντερνετ καφέ... εκείνη επέλεγε. Πίναμε καφέ, συζητούσαμε για ό,τι ήθελε η ίδια να συζητήσει, και όλη εκείνη την ώρα εγώ προσπαθούσα να αποφύγω να αναλάβω την ευθύνη για το πώς ένιωθε ή για οποιαδήποτε συμπεριφορά της.

Οριακή διαταραχή προσωπικότητας

Ένα από τα πράγματα που αποφάσισε ότι ήθελε να κάνει κατά τη διάρκεια των άτυπων συνεδριών μας ήταν να μάθει να χρησιμοποιεί το ηλεκτρονικό ταχυδρομείο και το διαδίκτυο. Αλλά ήταν τελειομανής και όταν τα πράγματα δεν πήγαιναν καλά, φαινόταν να κατακλύζεται από συναισθήματα αποτυχίας, άγχους και ενοχής. Αυτό που φαινόταν να έχει αποτέλεσμα εκείνες τις στιγμές ήταν η συγκράτηση, η ελαχιστοποίηση και η εξομάλυνση...

Αργά αλλά σταθερά, αυτές οι τεράστιες καταστροφές γίνονταν μικρότερες αποτυχίες, καθώς η αυτοπεποίθησή της μεγάλωνε περισσότερο. Έμαθα ότι για τη Σάρα ο κόσμος είναι ή μαύρο ή άσπρο, ή καλό ή κακό, ή θρίαμβος ή καταστροφή.

Αυτό ήταν πιο εμφανές στις χαοτικές προσωπικές της σχέσεις - ένας κόσμος με αγγέλους και διαβόλους. Η Σάρα προσαρμοζόταν ολοκληρωτικά στους νέους φίλους της, οι οποίοι ήταν αναπόφευκτα η επιτομή της σοφίας και της καλοσύνης... μέχρι βέβαια να αρχίσουν να αποκαθηλώνονται από αυτή την ασύμμετρη, επιβαρυντική και εξουθενωτική «ανώτερη» θέση.

Τότε η Σάρα, που ερχόταν αντιμέτωπη με τον μεγαλύτερο φόβο της, την απόρριψη, έπαιρνες την εκδίκησή της, που είχε οδηγήσει πολλούς πρώην φίλους της στο νοσοκομείο.

«Μη θεραπευτική» θεραπεία

Αυτό ήταν το νόημα της «μη θεραπείας»: η αποφυγή από την πλευρά του θεραπευτή να ενδυθεί τον μανδύα της επάρκειας και των γνώσεων - κάτι που θα οδηγούσε τη Σάρα, με τη μηδαμινή αυτοεκτίμησή της, να ορίσει τον εαυτό της ως «το άλλο πρόσωπο», δηλαδή ως ανίκανη και αδαή.

Ακόμα μια πρόσκληση για «συνεργατική δουλειά πάνω σε διάφορα θέματα» θα μπορούσε να είναι ένα παράδειγμα καθορισμού από την πλευρά μου του γενικού πλαισίου και θα μου προσέδιδε τον ρόλο του «ειδικού».

Στόχος αυτής της παρέμβασης ήταν απλώς η επίτευξη μιας σταθερής σχέσης, που δεν θα διαστρεβλωνόταν από αντιθετικούς ρόλους. Με άλλα λόγια, επίκεντρο της παρέμβασης ήταν η διαδικασία και όχι το περιεχόμενο.

Όταν είχε επιτευχθεί αυτό, ίσως -λέω ίσως- να σκεφτόμασταν να μιλήσουμε για την ιδέα μιας συστηματικής θεραπείας. Αλλά ακόμη και αυτή η ίδια η σταθερότητα θα ήταν ένα επίτευγμα.

Το αποτέλεσμα ήταν να υπενθυμίζω στον εαυτό μου, τουλάχιστον κατά τα πρώτα στάδια της «μη θεραπείας» μας, να έχει επίγνωση και να απέχει από καθιερωμένους ρόλους (π.χ. «η ειδικός», «η ικανή», «η σωτήρας»), επειδή, αν τους αποδεχόμουν, θα επέτρεπα στη Σάρα να αναλάβει τον αντίθετο ρόλο («η αδαής», «η ανίκανη», «η αδύναμη»).

Μία από τις πιο πολύτιμες επινοήσεις μου ήταν οι διάφορες παραλλαγές του «δεν ξέρω».

Αυτό δεν σήμαινε ότι απέφευγα κάποια πράγματα, σήμαινε ότι έπρεπε να παραμένω ουδέτερη και να εμφανίζομαι άνετη με την αβεβαιότητα και τις αποχρώσεις του γκρι:

«Τι πιστεύεις για τη θανατική ποινή;»

«Είναι ένα σύνθετο θέμα... πραγματικά δεν ξέρω»

«Τι πιστεύεις όμως γι' αυτούς που έχουν σκοτώσει παιδιά;»

«Κάποιοι α έλεγαν ότι το αξίζουν, άλλοι μπορεί να πουν ότι δύο λάθη δεν κάνουν ένα σωστό... είναι περίεργο θέμα. Εσύ τι νομίζεις;»

Αποκτώντας αυτοπεποίθηση

Κάτι που με δυσκόλεψε αρχικά ήταν το να δίνω χρήσιμες συμβουλές χωρίς να παίζω τον ρόλο της «δασκάλας».

Η λύση μου ήταν να προσφέρω μια ποικιλία επιλογών:

«Αν ήθελα να γίνω αρχιτέκτων διαμόρφωσης εξωτερικών χώρων, τι θα έπρεπε να κάνω;»

«Υποθέτω ότι κάποιοι άνθρωποι θα κοίταζαν αν υπάρχει ζήτηση στις αγγελίες, άλλοι μπορεί να έβλεπαν τι μαθήματα προσφέρονται, άλλοι πάλι μπορεί να αγόραζαν μια χλοοκοπτική μηχανή και να κολλούσαν σημειώματα στο ταχυδρομείο της γειτονίας. Κάποιοι άλλοι μπορεί να έκαναν κάτι τελείως διαφορετικό... Δεν έχω ιδέα ποια θα ήταν η καλύτερη επιλογή».

«Χμ, ίσως να κοιτούσα τα μαθήματα. Εσύ τι πιστεύεις;»

«Ποιος ξέρει, μπορεί να έχουν κάτι χρήσιμο».

Με αυτό τον τρόπο προχωρούσαμε, με τη Σάρα να παίρνει σταδιακά όλο και πιο σίγουρες αποφάσεις για τη ζωή της. Και πώς γιόρτασα αυτή τη νεοαποκτηθείσα αυτοπεποίθηση; Εξωτερικά δεν έκανα τίποτε. Γιατί;

Γιατί η Σάρα είχε την τάση να χάνει τον εαυτό της στην προσπάθειά της να ευχαριστήσει τους άλλους - ενώ θα επωφελούνταν μόνο αν έβαζε τον εαυτό της σε πρώτη προτεραιότητα:

«Πήγα τις προάλλες να κοιτάξω τι μαθήματα έχουν. Πώς σου φαίνεται;»

«Δεν έχω ιδέα, Βρήκες κανένα καλό μάθημα;»

«Ναι, νομίζω ότι θα προσπαθήσω να γραφτώ σε κάποιο...»

Κοιτάξτε ξανά την παραπάνω συζήτηση. Τι περίμενε από εμένα να πω; «Αυτό είναι υπέροχο»; «Μπράβο, Σάρα»; «Συνέχισε έτσι»; Αλλά τότε ποιον θα ευχαριστούσε αν γραφόταν στο κολλέγιο; Τον εαυτό της ή εμένα;

Διαχείριση δυσκολίας σε ζητήματα πρωτοβουλίας

Αρχικά, το να δουλεύω με αυτό τον τρόπο με έκανε να νιώθω λίγο αμήχανα και να πνίγω τον αυθορμητισμό μου, γιατί φαίνεται να απορρίπτω εν μέρει τις αξίες που οδηγούν τους επαγγελματίες του χώρου να θεωρούν το επαγγελμά τους «λειτούργημα»: δηλαδή την έγνοια και το ενδιαφέρον, την ανησυχία, την ενσυναίσθηση και την παροχή βοήθειας.

Ωστόσο, αυτή η αφελής εκμετάλλευση των εν λόγω ιδιοτήτων φαίνεται να βλάπτει περισσότερο τα άτομα που είναι πθανό να πάσχουν από οριακή διαταραχή προσωπικότητας.

Οι εμπειρίες της Σάρας την είχαν κάνει να πιστεύει ότι είναι κακή, άρρωστη, ανεύθυνη και ανάξια να αγαπηθεί - ότι τα πράγματα που προσπαθούσε να κάνει για τον εαυτό της θα κρίνονταν ως κακά. Πίστευε ότι εκείνη έφταιγε, ότι θα τιμωρούνταν και ότι το να αναλάβει τον έλεγχο και την ευθύνη ήταν πολύ επικίνδυνο και δεν έπρεπε να το ρισκάρει.

Αρχικά είχε την αίσθηση ενός κενού εκεί όπου θα έπρεπε να βρίσκονται η πίστη στον εαυτό της και η αυτοπεποίθησή της. Έπρεπε να βρίσκομαι συνεχώς σε επαγρύπνηση ούτως ώστε να μη με «απορροφήσει» και να μη με χρησιμοποιήσει για να καλύψω αυτό το κενό.

Η Σάρα ήταν εξαιρετικά ικανή στο να παραχωρεί με επιδέξιο τρόπο την πρωτοβουλία στους άλλους - άλλωστε είχε περάσει όλη της την παιδική ηλικία μαθαίνοντας να κάνει ακριβώς αυτό, για χάρη της ασφάλειας και της επιβίωσής της.

Μετά από εννιά μήνες «μη θεραπείας» η Σάρα με ενημέρωσε ότι δεν χρειαζόταν πια τις υπηρεσίες μου, ότι θα ξεκινούσε να εργάζεται στον Βοτανικό Κήπο και ότι δεν θα ήταν εύκολο να έρχεται στις συνεδρίες.

Επιπλέον, είχε αρχίσει να αισθάνεται ότι η δουλειά μας «δεν οδηγούσε πουθενά». Είχε δίκιο, παρότι είχε ήδη οδηγήσει κάπου: τώρα έπαιρνε σίγουρες, υπεύθυνες αποφάσεις για τη ζωή της, με βάση όσα ήθελε η ίδια. Και κυρίως, δεν της είχα ζητήσει να το κάνει, ούτε το είχα απαιτήσει (ούτε τίποτα άλλο). Απλώς είχα αποφύγει να το κάνω εγώ για εκείνη.

Η Σάρα ήταν επιπλέον σε θέση να τερματίσει τη σχέση μας χωρίς να νιώσει η ίδια ενοχές ή να ενοχοποιήσει κάποιον άλλο. Και απ' όσο τουλάχιστον ξέρω, αυτή ήταν η πρώτη φορά.

Είχε έρθει ζητώντας «να την πάρω αγκαλιά και να την κρατήσω ασφαλή», και έφυγε εκτιμώντας ότι «της έδωσα τον έλεγχο» σε ένα υποστηρικτικό (και όχι εχθρικό, όπως στην παιδική της ηλικία) περιβάλλον.

Δεν φτάσαμε ποτέ στη «θεραπεία», αλλά δεν πειράζει καθόλου!

Το παρόν άρθρο αποτελεί αδειοδοτημένο απόσπασμα από το βιβλίο Κλινική ψυχολογία και ψυχοπαθολογία που κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Πεδίο.

Συγγραφή - Επιμέλεια Άρθρου

Χρύσα Πράντζαλου

e psy logo twitter2Τμήμα Σύνταξης της Πύλης Ψυχολογίας Psychology.gr
Επιμέλεια και συγγραφή άρθρων, μετάφραση & απόδοση ξενόγλωσσων άρθρων.
Επικοινωνία: editorial @psychology.gr