Τα τεστ νοημοσύνης μετρούν αποτελέσματα αναφορικά με τη συμβολή των γονιδίων και του περιβάλλοντος στην ανάπτυξη ικανοτήτων και γνώσεων που σχετίζονται με το ζήτημα της συμβολής της «φύσης» ή της «ανατροφής» όπως το έθεσε ο Galton.

Νοημοσύνη

Οι οπαδοί της ευγονικής απλώς ισχυρίστηκαν ότι καθένας από εμάς έχει σε διαφορετικό βαθμό «κάτι» που ονομάζεται «νοημοσύνη», το οποίο μας κάνει να απαντάμε σωστά ή λανθασμένα σε ερωτήσεις, και το οποίο «κάτι» το κληρονόμησε σε διαφορετικό βαθμό καθένας από εμάς ανάλογα με την καταγωγή του.

Οι ισχυρισμοί αυτοί άσκησαν έντονη επίδραση στην άποψη του ευρύτερου κοινού για τα αίτια των ακαδημαϊκών επιτευγμάτων και της κοινωνικής επιτυχίας, ενώ οι συγκεκριμένες απόψεις υπάρχουν σε κάποιο βαθμό έως και σήμερα.

Έτσι συχνά ερμηνεύουμε την αποτυχία μας αναφερόμενοι στην «έλλειψη ευφυΐας». Μια άλλη κοινή πεποίθηση ήταν ότι η κοινωνική ανισότητα δικαιολογείται βάσει της ανώτερης έμφυτης νοημοσύνης των πλουσίων και των δυνατών, και αυτό θεωρήθηκε ότι μπορούσε να αποδειχθεί επιστημονικά με τη χρήση ψυχολογικών δοκιμασιών.

Βέβαια, ούτε τότε ούτε σήμερα υπάρχουν αποδείξεις περί της ύπαρξης αυτού του κληρονομικού «κάτι» που αποκαλείται «νοημοσύνη», ανεξάρτητα από την επίδοση των ατόμων σε δοκιμασίες που υποτίθεται ότι «το» μετρούν.

Ακόμη όμως και αν μπορούσαμε να αναγνωρίσουμε τη νευρολογική φύση της «νοημοσύνης», η απόδειξη ότι η ικανότητα επίλυσης προβλημάτων που αφορούν την εκπαίδευση και συνθέτουν τα τεστ είναι έμφυτη, δηλαδή ανεξάρτητη από την εμπειρία μας, απαιτεί τη σύγκριση ατόμων που έχουν μεγαλώσει μαζί και χωριστά σε κάποιο περιβάλλον, κάτι το οποίο είναι τελείως αδύνατον.

Από τη στιγμή που σε ένα περιβάλλον υπάρχει ποικιλομορφία, η πιθανότητα αλληλεπίδρασης περιβάλλοντος και αναπτυσσόμενης φυσιολογίας είναι δεδομένη: δεν υπάρχει τεστ που να μπορεί να αποκλείσει κάτι τέτοιο. Άλλωστε, οι εθνικές και τοπικές ομάδες έχουν κοινή όχι μόνο τη γενετική αλλά και την πολιτισμική ποικιλομορφία.

Παράλληλα, η πολυπλοκότητα των αλληλεπιδράσεων φυσιολογίας και πολύπλοκων πλαισίων είναι βέβαιο ότι συνεπάγεται διαφορετικές μετρήσεις σε διαφορετικά είδη τεστ.

Ένα καλύτερο ερώτημα από το «εάν η νοημοσύνη κληρονομείται ή αποκτάται» είναι το εξής:

Ποιες όψεις της φυσιολογίας αλληλεπιδρούν με ποιες όψεις του περιβάλλοντος και σε ποιες περιόδους της ανάπτυξής μας για να καθορίσουν ποιες όψεις της νοητικής λειτουργίας;

Η οπτική αυτή υπαινίσσεται ότι γνωρίζουμε πολύ λιγότερα για την ανάπτυξη της νοήμονος συμπεριφοράς από ό,τι μας έκαναν να πιστέψουμε οι ισχυρισμοί για τη φύση και την ανατροφή. Όπως αποδεικνύεται, η ανακάλυψη αιτιωδών σχέσεων μεταξύ πραγματικών φυσικών γεγονότων και ανάπτυξης της νοήμονος συμπεριφοράς είναι αρκετά δύσκολη υπόθεση, γεγονός που συμβάλλει αναμφίβολα στη μόνιμη δημοτικότητα της, έτσι ή αλλιώς, υπάρχουσας διχοτόμησης «φύσης-ανατροφής».

Από την άλλη μεριά, οι αντικειμενικές και αξιόπιστες περιγραφές κάποιων πραγματικών καθοριστικών παραγόντων της νοήμονος συμπεριφοράς είναι πιθανό ότι θα συνεισφέρουν θετικά στη δημοσιονομική πολιτική και δεν θα προκαλέσουν μισαλλοδοξία στον χώρο της επιστήμης.

 Ο δείκτης νοημοσύνης

Κατά τη δημιουργία ενός τεστ για τη μέτρηση σχετικά πολύπλοκων διανοητικών λειτουργιών με στόχο την τοποθέτηση παιδιών με ιδιαίτερες ανάγκες σε ειδικά προγράμματα επιμόρφωσης, ο Alfred Binet εισήγαγε την έννοια του «νοητικού επιπέδου» για να αναφερθεί στο ηλιακό επίπεδο στο οποίο τα περισσότερα παιδιά της συγκεκριμένης ηλικίας επιλύουν καθεμία από πολλές ομάδες θεμάτων.

Σε αντίθεση με τις συστάσεις του Binet όμως, ο οποίος πίστευε ότι η νοημοσύνη δεν καθορίζεται από την κληρονομικότητα, αλλά τείνει να αυξάνεται με την ηλικία και την εμπειρία, οι περισότεροι από τους μεταφραστές του τεστ αντικατέστησαν τον όρο «νοητικό επίπεδο» με τον όρο νοητική ηλικία.

Οι Αμερικανοί μεταφραστές πίστευαν ότι η νοημοσύνη είναι κληρονομική και αμετάβλητη, οπότε η άποψη μιας σταθερά αυξανόμενης νοημοσύνης τούς ενοχλούσε.

Μια λύση προτάθηκε από τον Γερμανό θεωρητικό της προσωπικότητας William Stern, ο οποίος υποστήριξε ότι η νοημοσύνη μπορεί να εκφράζεται καλύτερα ως αναλογία της νοητικής ηλικίας προς τη χρονολογική ηλικία. Για να μην υπάρχουν κλάσματα, ο δείκτης πρέπει να πολλαπλασιάζεται επί 100.

Το αποτέλεσμα αυτής της πράξης έγινε παγκοσμίως γνωστό ως Δείκτης Νοημοσύνης ή I.Q.

Σύμφωνα με τον Δείκτη Νοημοσύνης, το παιδί του οποίου οι ικανότητες βελτιώνονται συστηματικά, αλλά παρ' όλα αυτά μένει πίσω από τη μέση ικανότητα των συμμαθητών του, διατηρεί το ίδιο χαμηλό I.Q. παρά τις βελτιώσεις στην επίδοσή του.

Αυτή η έμφαση στη σταθερότητα των μετρήσεων της επίδοσης, παρά τις αλλαγές της επίδοσης, ήταν περισσότερο σύμφωνη με την επικρατούσα άποψη περί αμετάβλητης κληρονομικής νοημοσύνης.

Η κατάχρηση του Δείκτη Νοημοσύνης

Η μέτρηση του I.Q. αποδείχθηκε βολική, καθώς δεν ήταν πλέον απαραίτητο να υπάρχουν δύο βαθμολογίες του παιδιού για να καθοριστεί η θέση του σε σχέση με τους συνομηλίκους του. Αποδείχθηκε όμως υπερβολικά βολική, καθώς φαινόταν να επιβεβαιώνει την άποψη ότι έχουμε μέσα μας κάτι σταθερό το οποίο, χρόνο με τον χρόνο, μας κάνει να επιτυγχάνουμε ή να αποτυγχάνουμε σε διανοητικά απαιτητικές καταστάσεις.

Ακόμη και στη σύγχρονη εποχή οι άνθρωποι στρέφονται κυρίως στη βαθμολογία του Δείκτη Νοημοσύνης για να μάθουν πόσο έξυπνοι είναι «πραγματικά».

Παρομοίως, κάποιοι δάσκαλοι ανατρέχουν στο I.Q. για να δικαιολογήσουν τις αποτυχίες των μαθητών τους, αγνοώντας τις (προσεκτικά προετοιμασμένες) καθοδηγητικές συστάσεις του ψυχολόγου, να βρουν τη βαθμολογία που θα δείξει τις ενυπάρχουσες ελλείψεις του παιδιού. 

Από την άλλη μεριά, όταν ο Δείκτης Νοημοσύνης ενός παιδιού είναι υψηλότερος από τα επιτεύγματά του, οι άνθρωποι εκφράζουν την καχυποψία τους και μπορεί να το τιμωρήσουν γιατί «δεν καταβάλλει προσπάθειες», αντί να αναρωτηθούν γιατί το εκπαιδευτικό πρόγραμμα αποτυγχάνει να το βοηθήσει.

Η ουσία πάντως είναι ότι ο Δείκτης Νοημοσύνης αποτελεί απλώς μια μονάδα που εκφράζει το αποτέλεσμα ενός τεστ, το οποίο βρίσκει κατά πόσο κάποιες συγκεκριμένες συμπεριφορές περιλαμβάνονται στο ρεπερτόριο του εξεταζόμενου ατόμου.

Ο Δείκτης Νοημοσύνης είναι μια μέτρηση της συμπεριφοράς, όχι μια αιτία της.

Είναι έργο του ψυχολόγου -και όχι κάποιου ψυχολογικού τεστ- να δημιουργήσει μια χρήσιμη αναφορά για τη συμπεριφορά του υποκειμένου σε σχέση με τα γεγονότα και τις συνθήκες του παρόντος και του παρελθόντος.

Τα τεστ βοηθούν τον ψυχολόγο να αναγνωρίσει τα σημαντικά φαινόμενα που έχει καθήκον να μελετήσει. Αυτή ήταν η πρόθεση του Binet όταν δημιούργησε το πρώτο χρήσιμο τεστ νοημοσύνης.

Και παρότι χρησιμοποιήθηκαν και με ακατάλληλο τρόπο για την ψευδοεπιστημονική υποστηρίξη πολιτικών στόχων, πρέπει να αναγνωρίσουμε ότι τα ίδια αυτά τεστ αξιοποιήθηκαν από ευσυνείδητους ψυχολόγους ως εργαλεία που βοηθούν στη διάγνωση και εντοπίζουν άτομα τα οποία μπορούν να ωφεληθούν από τη θεραπεία.

Στην πραγματικότητα, η αναγνώριση της αξίας της ψυχολογικής εξέτασης για την κλινική διάγνωση οδήγησε στην εδραίωση της κλινικής ψυχολογίας ως ανεξάρτητου κλάδου.

Το παρόν άρθρο αποτελεί αδειοδοτημένο απόσπασμα από το βιβλίο Κλινική Ψυχομετρία που κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Πεδίο.