Όταν η εξωτερική εμφάνιση προκαλεί δυσφορία.
Συχνά, όλοι μας παρατηρούμε σημεία στο σώμα μας, που θεωρούμε ότι δεν είναι ακριβώς όπως θα τα θέλαμε, δεν μας αρέσουν πολύ ή πιστεύουμε ότι θα μπορούσαν να είναι και καλύτερα. Σίγουρα, όλοι μας δεν είμαστε με όλα ευχαριστημένοι σε σχέση την εξωτερική μας εμφάνιση.

Ωστόσο, συνήθως, δεν αξιολογούμε συνολικά την εικόνα ή τον εαυτό μας από τα σημεία εκείνα στην εξωτερική μας εμφάνιση που δεν μας φαίνονται και τόσο ωραία. Αντιθέτως, αν και μπορεί σε κάποιες στιγμές να επικεντρώσουμε την προσοχή μας πάνω τους, οι περισσότεροι από μας δεν θα ασχοληθούμε παραπάνω με αυτά ή θα καταναλώσουμε λίγο χρόνο, για να σκεφτούμε πώς θα μπορούσαμε να τα βελτιώσουμε.

Στη συνέχεια, η προσοχή μας αποσπάται σχετικά γρήγορα και εύκολα από τις διάφορες αυτές μικρές ή υποκειμενικές «ατέλειες» που παρατηρούμε στην εικόνα μας και συνεχίζουμε να ασχολούμαστε με τις δραστηριότητες της καθημερινότητάς μας. Τί γίνεται, όμως, όταν ο χρόνος που αφιερώνει κάποιος (ή κάποια) στα σημεία εκείνα του σώματός του, που θεωρεί ως ατέλειες, είναι πολύς και η δυσαρέσκειά του σε σχέση με αυτές είναι μεγάλη σε συχνότητα και ένταση; Τότε, ίσως, μιλάμε για την εμφάνιση της διαταραχής σωματικής δυσμορφίας.

Τι είναι η διαταραχή σωματικής δυσμορφίας

Όταν αναφερόμαστε στη διαταραχή σωματικής δυσμορφίας, εννοούμε μία ψυχική πάθηση, όπου κυρίαρχο ρόλο έχει η υπερβολική ενασχόληση του ατόμου με ένα ή περισσότερα σημεία στην εξωτερική του εμφάνιση, τα οποία τα εκλαμβάνει ως ατέλειες ή ελαττώματα. Ο πάσχων πιστεύει ότι οι «ατέλειες» αυτές δείχνουν άσχημες, αποκρουστικές, αφύσικες ή παραμορφωμένες, ωστόσο, δεν είναι ορατές από τους άλλους ανθρώπους, παρά μόνο από το ίδιο το άτομο ή είναι σχεδόν ορατές.

Οι εκλαμβανόμενες αυτές ατέλειες μπορεί να εντοπίζονται από το άτομο σε διάφορα σημεία του σώματός του όπως:

  • Στο δέρμα (π.χ. εκλαμβανόμενη ακμή, γραμμές έκφρασης ή/και ρυτίδες στο πρόσωπο, χλωμάδα)
  • Στις τρίχες του σώματος (π.χ. εκλαμβανόμενη αραίωση ή λεπτά μαλλιά,  «υπερβολική» τριχοφυΐα στο σώμα ή στο πρόσωπο)
  • Σε άλλα σημεία της εξωτερικής εμφάνισης (π.χ. τα μάτια, τα δόντια, το βάρος, το στομάχι, το στήθος, τα πόδια, το μέγεθος ή το σχήμα του προσώπου, τα χείλη, το πιγούνι, τα φρύδια, τα γεννητικά όργανα)

Οι συμπεριφορές τσεκαρίσματος

Υπάρχει μία γκάμα συμπεριφορών στις οποίες ο πάσχων καταφεύγει, στην προσπάθειά του να κατευνάσει τη δυσαρέσκεια που βιώνει για τις εκλαμβανόμενες ατέλειες της εμφάνισής του. Οι συμπεριφορές αυτές επαναλαμβάνονται από το άτομο διαρκώς και με καταναγκαστικό/τελετουργικό τρόπο και έχουν ως σκοπό το τσεκάρισμα/έλεγχο των «ατελειών». Οι συμπεριφορές τσεκαρίσματος δεν είναι ευχάριστες στον πάσχοντα και έχουν τελικά τα αντίθετα αποτελέσματα, όταν εφαρμόζονται, δηλαδή αυξάνουν το άγχος και τη δυσφορία. Τέτοιες συμπεριφορές είναι:

  • Να συγκρίνει το άτομο την εμφάνισή του με αυτήν των γύρω του
  •  Να τσεκάρει επαναλαμβανόμενα τις «ατέλειές» του σε καθρέφτες (και άλλες επιφάνειες που δημιουργούν αντανάκλαση) ή να τις εξετάζει εξονυχιστικά
  • Υπερβολικός καλλωπισμός (π.χ. χτένισμα, στάιλινγκ, ξύρισμα ή άλλα είδη σχολαστικής αποτρίχωσης)
  • Συνεχής κάλυψη των «ελαττωματικών» σημείων με μακιγιάζ ή αντικείμενα όπως καπέλα ή ρούχα
  • Αναζήτηση συνεχούς επιβεβαίωσης από τους γύρω για το αν φαίνονται οι εκλαμβανόμενες ατέλειες
  • Να πιάνει διαρκώς τις «ατέλειες» για να τις τσεκάρει
  • Υπερβολική σωματική άσκηση
  • Πλαστική χειρουργική

Όλη αυτή η ενασχόληση του ατόμου με τις μη αρεστές περιοχές του σώματός του, πέραν του ότι του προκαλεί όλο και περισσότερη δυσφορία, του δημιουργεί, παράλληλα, και προβλήματα στον κοινωνικό, επαγγελματικό ή/και άλλους σημαντικούς τομείς της ζωής του. Αυτό συμβαίνει γιατί όλη του η προσοχή είναι στραμμένη στις «ατέλειές» του, με αποτέλεσμα να αποφεύγονται ή να παραμερίζονται όλα τα υπόλοιπα.

Οι αποφυγές στη διαταραχή σωματικής δυσμορφίας

Σχεδόν όλοι οι πάσχοντες από την εν λόγω διαταραχή, αποφεύγουν τουλάχιστον κάποιες κοινωνικές καταστάσεις, καθώς νιώθουν άβολα μπροστά σε άλλους ανθρώπους, γιατί ντρέπονται για την εμφάνισή τους. Πιστεύουν ότι οι άλλοι τους θεωρούν μη ελκυστικούς, άσχημους ή/και παραμορφωμένους. Επίσης, πολλές φορές, έχουν την εντύπωση ότι οι γύρω τους τούς κοιτάνε επίμονα, τους συζητούν ή τους κοροϊδεύουν εξαιτίας της εμφάνισής τους.

Ως αποτέλεσμα, πολλά άτομα με διαταραχή σωματικής δυσμορφίας αποφεύγουν τις κοινωνικές συναθροίσεις, τα ραντεβού ή/και τη σεξουαλική επαφή. Επίσης, συχνά αποφεύγουν μέρη όπου πρόκειται να «εκτεθεί» το σώμα τους (π.χ. παραλίες) ή μέρη με πολυκοσμία (π.χ. εμπορικά κέντρα).

Οι αποφυγές κάποιων πασχόντων περιορίζονται μόνο σε συγκεκριμένες κοινωνικές καταστάσεις, ενώ άλλοι μπορεί να αποφεύγουν οποιοδήποτε μέρος στο οποίο μπορεί να τους δουν άλλοι άνθρωποι. Επίσης, δεν είναι απίθανο άτομα με τη διαταραχή μην πηγαίνουν στη δουλειά τους ή στο σχολείο. Αυτό συμβαίνει, γιατί αισθάνονται ότι είναι υπερβολικά άσχημα, για να είναι σε κοινή θέα ή λόγω της καταθλιπτικής διάθεσης που βιώνουν εξαιτίας της ανεξέλεγκτης ενασχόλησής τους με τις «ατέλειές» τους. Σύμφωνα με τη βιβλιογραφία, σχεδόν το 1/3 των ασθενών αυτών μπορεί να μένει κλεισμένο αποκλειστικά μέσα στο σπίτι τουλάχιστον για μία εβδομάδα, ως απόρροια της διαταραχής.

Τα δεδομένα των επιστημονικών μελετών καταλήγουν στο ότι το γνωσιακό-συμπεριφοριστικό μοντέλο ψυχοθεραπείας αποτελεί μία αποτελεσματική παρέμβαση για την αντιμετώπιση της διαταραχής σωματικής δυσμορφίας. Η συγκεκριμένη προσέγγιση στοχεύει στην αναδόμηση του τρόπου σκέψης που προκαλεί τη διαταραχή και στη μείωση των συμπεριφορών τσεκαρίσματος και κοινωνικής αποφυγής που προκαλούν δυσλειτουργία.

Διαταραχή σωματικής δυσμορφίας, Ο ρόλος των πεποιθήσεων

Παραπάνω αναφερθήκαμε εκτενώς στη φύση της εν λόγω διαταραχής, καθώς και στις συμπεριφορές τσεκαρίσματος και αποφυγής που εκδηλώνονται στα πλαίσια της ψυχικής αυτής πάθησης και που ταλαιπωρούν τον πάσχοντα.

Συνοπτικά, λοιπόν, όταν μιλάμε για τη διαταραχή σωματικής δυσμορφίας, αναφερόμαστε στην εξής συμπτωματολογία:

  • Υπερβολική ενασχόληση του ατόμου με ένα ή και περισσότερα θεωρούμενα/εκλαμβανόμενα ελαττώματα ή ατέλειες στην εξωτερική του εμφάνιση που, ωστόσο, δεν είναι ορατά ή είναι ελάχιστα ορατά από τους άλλους.
  • Στα πλαίσια της διαταραχής, το άτομο εκδηλώνει επαναλαμβανόμενες συμπεριφορές (π.χ. τσεκάρεται στον καθρέφτη, καλλωπίζεται υπερβολικά, αναζητά επιβεβαίωση) ή νοητικές πράξεις (π.χ. συγκρίνεται με άλλους) απαντώντας έτσι στη δυσαρέσκειά του για την εξωτερική του εμφάνιση.
  • Το άτομο με τη διαταραχή δυσφορεί σημαντικά λόγω της υπερενασχόλησής του με τις «ατέλειες» της εξωτερικής του εμφάνισης, η οποία, επίσης, του προκαλεί λειτουργικά προβλήματα στους διάφορους τομείς της ζωής του (κοινωνικά, επαγγελματικά, διαπροσωπικά κλπ.).

Όπως προαναφέρθηκε στο Α’ μέρος του άρθρου, τα δεδομένα των επιστημονικών μελετών καταλήγουν στο ότι το γνωσιακό-συμπεριφοριστικό μοντέλο ψυχοθεραπείας αποτελεί μία αποτελεσματική παρέμβαση για την αντιμετώπιση της διαταραχής σωματικής δυσμορφίας. Σ’ αυτό, λοιπόν, το μέρος του άρθρου, θα προσπαθήσουμε να κατανοήσουμε την πάθηση από τη σκοπιά της γνωσιακής-συμπεριφοριστικής προσέγγισης, στην οποία κεντρικό σημείο αποτελούν οι δυσλειτουργικές πεποιθήσεις που σχηματίζει ένας άνθρωπος για τον εαυτό του και για το περιβάλλον του. Ποιος είναι λοιπόν ο ρόλος των πεποιθήσεων αυτών στη δημιουργία και στη διαιώνιση της διαταραχής σωματικής δυσμορφίας;

Οι αρνητικές πεποιθήσεις για την εμφάνιση

Ξεκινώντας από τα παιδικά χρόνια, οι άνθρωποι αναπτύσσουν πεποιθήσεις/πιστεύω για τον εαυτό τους, τους άλλους ανθρώπους και τον κόσμο.

Οι περισσότεροι από μας, δεν δίνουμε ιδιαίτερη σημασία στα διάφορα μικροσκοπικά «ελαττώματα» της εξωτερικής μας εμφάνισης ή στις αρνητικές σκέψεις που τυχαίνει να έχουμε κατά καιρούς για την εξωτερική εικόνα μας. Έτσι, βιώνουμε ελάχιστη δυσφορία όταν έχουμε τέτοιου είδους σκέψεις, αγνοώντας τες εύκολα ή απορρίπτοντάς τες. Τα άτομα, ωστόσο, που αναπτύσσουν διαταραχή σωματικής δυσμορφίας, αρχίζουν να επικεντρώνονται υπερβολικά στις «ατέλειες», ιδίως σε περιόδους που βιώνουν αρκετό στρες ή η διάθεσή τους είναι πεσμένη. Ερμηνεύουν, πιθανώς, τα για τους άλλους δυσδιάκριτα αυτά εμφανισιακά «ελαττώματα», ως σημάδια συνολικής ελαττωματικότητας του εαυτού τους. Αυτό συμβαίνει γιατί φαίνεται πως οι πάσχοντες από διαταραχή σωματικής δυσμορφίας διατηρούν ένα σύνολο αρνητικών πεποιθήσεων για την εμφάνισή τους. Τέτοιου είδους πεποιθήσεις μπορεί να είναι οι εξής:

  • «Αν η εμφάνισή μου είναι ελαττωματική, δεν αξίζω σαν άνθρωπος»
  • «Αν δεν είμαι ελκυστική, θα είμαι μόνη σε όλη μου τη ζωή»
  • «Οι άλλοι θα δουν το ελάττωμά μου και θα με απορρίψουν»

Επιπλέον, τα άτομα με τη διαταραχή «μπερδεύουν» την εξωτερική ελκυστικότητα με την ευτυχία και την προσωπική αξία:

  • «Αν η εμφάνισή μου ήταν καλύτερη, θα ήταν καλύτερη και όλη η υπόλοιπη ζωή μου»
  • «Αν μπορούσα να αλλάξω την εμφάνισή μου, θα μπορούσα να καταφέρω αυτά που καταφέρνουν και οι άλλοι»

Οι αρνητικές πεποιθήσεις για τον εαυτό και τους άλλους ανθρώπους

Οι πάσχοντες από τη διαταραχή διατηρούν, επίσης, αρνητικές πεποιθήσεις για τον εαυτό τους οι οποίες υπογραμμίζουν τα προαναφερθέντα πιστεύω αναφορικά με την εξωτερική εμφάνιση: Οι πεποιθήσεις για τον εαυτό σχηματίζονται από την παιδική ηλικία αναλογικά με τα πρώιμα βιώματα και στους περισσότερους ανθρώπους είναι προσαρμοστικές (π.χ. Είμαι ένα άνθρωπος με αξία). Δυστυχώς δε συμβαίνει το ίδιο με τα άτομα που πάσχουν από διαταραχή σωματικής δυσμορφίας, καθώς σε αυτή την περίπτωση συχνά οι κύριες πεποιθήσεις για τον εαυτό είναι οι εξής:

  • «Είμαι ελαττωματικός/ή»
  • «Δεν αξίζω σαν άνθρωπος»
  • «Είμαι διαφορετικός/ή»

Στα άτομα με τη διαταραχή επίσης, συναντούμε αρνητικές πεποιθήσεις για τους άλλους ανθρώπους (π.χ. «Οι άλλοι συμπαθούν μόνο όσους είναι ελκυστικοί»), οποίες τροφοδοτούν τα υπόλοιπα αρνητικά πιστεύω για τον εαυτό.

Όταν κάποια αρνητική πεποίθηση βγει στην επιφάνεια λόγω, συνήθως, κάποιου δυσάρεστου γεγονότος, το άτομο ξεκινά να ερμηνεύει της πληροφορίες που δέχεται από το περιβάλλον του σύμφωνα με την πεποίθηση αυτή. Για παράδειγμα, αν κάποιοι κοιτούν προς την κατεύθυνση (για άσχετο/άγνωστο λόγο) που βρίσκεται ο πάσχοντας, εκείνος μπορεί να συμπεράνει πως οι άλλοι άνθρωποι σκέφτονται «Αυτός είναι άσχημος και ελαττωματικός» και ότι γι’ αυτό τον κοιτάνε. Τέτοιου είδους αρνητικές ερμηνείες για τις καταστάσεις που συμβαίνουν στο περιβάλλον του ατόμου, προκαλούν άγχος, καταθλιπτική διάθεση, αυξημένη ενασχόληση με τις εκλαμβανόμενες ατέλειες, περαιτέρω ενίσχυση και διαιώνιση των αρνητικών πεποιθήσεων, συναισθημάτων και συμπερασμάτων. Στο βάθος των δυσλειτουργικών αυτών ερμηνειών, φαίνεται να βρίσκεται, πιθανώς, ο φόβος για την αρνητική αξιολόγηση από τους άλλους, καθώς και ο φόβος απόρριψης.

Τα τελειοθηρικά πιστεύω φαίνεται, επίσης, να παίζουν κάποιο ρόλο στον τρόπο σκέψης που συναντούμε στη διαταραχή. Έχει παρατηρηθεί ότι περίπου το 70% των πασχόντων είχαν τις εξής πεποιθήσεις:

  • «Πρέπει η εμφάνισή μου να είναι τέλεια»
  • «Αν υπάρχει κάποια ατέλεια στην εξωτερική μου εμφάνιση σημαίνει, ότι δεν είμαι ελκυστικός»
  • «Αν κάποιο σημείο του σώματός μου δεν είναι όμορφο, τότε είναι αποκρουστικό»

Ο φαύλος κύκλος της διαταραχής

Τα δυσφορικά συναισθήματα (π.χ. φόβος, άγχος, στεναχώρια και ντροπή), τα οποία πυροδοτούνται από τις αρνητικές σκέψεις και πεποιθήσεις που σχετίζονται με την εμφάνιση, τον εαυτό και την αξιολόγηση των άλλων ανθρώπων, δημιουργούν στο άτομο την ανάγκη να προσπαθήσει να ανακουφιστεί από αυτά. Για τον λόγο αυτό, καταφεύγει στις συμπεριφορές αποφυγής και τσεκαρίσματος (οι οποίες περιγράφηκαν αναλυτικά στο Α’ Μέρος του άρθρου). Συνοπτικά, όταν μιλάμε για συμπεριφορές αποφυγής, αναφερόμαστε στην αποφυγή κοινωνικής επαφής ή/και κοινωνικών καταστάσεων κατά τις οποίες ο πάσχοντας θεωρεί πως οι «ατέλειές» του θα είναι εκτεθειμένες στα μάτια των άλλων ανθρώπων. Όταν μιλάμε για συμπεριφορές τσεκαρίσματος (ή τελετουργικού τύπου συμπεριφορές), εννοούμε το συνεχές τσεκάρισμα στον καθρέφτη, τις συνεχείς ερωτήσεις που ο πάσχοντας κάνει στους οικείους του για το πώς δείχνουν οι «ατέλειές» του, τις πλαστικές επεμβάσεις για τη «διόρθωσή» τους, τη διαρκή σύγκριση της εμφάνισής τους με εκείνη των άλλων και τον υπέρμετρο καλλωπισμό για να «καμουφλαριστούν» τα εξωτερικά αυτά «ελαττώματα».

Δυστυχώς, οι συμπεριφορές αυτές, αν και χρησιμοποιούνται από το άτομο για να κατευνάσει το άγχος που βιώνει (ή τα υπόλοιπα αρνητικά συναισθήματα) σε σχέση με την εμφάνισή του, έχουν τα αντίθετα αποτελέσματα. Μπορεί αρχικά μειώνουν για λίγο την ένταση του αρνητικού συναισθήματος, αλλά μακροπρόθεσμα συντηρούν την ενασχόληση του πάσχοντα με τη διαταραχή και ενισχύουν τις αρνητικές του πεποιθήσεις.

Συνοψίζοντας, αν προσπαθήσουμε να κατανοήσουμε τη διαταραχή σωματικής δυσμορφίας, έχουμε να κάνουμε αρχικά με ένα σύστημα αρνητικών πεποιθήσεων του ατόμου που, πιθανώς, προϋπάρχει της εκδήλωσης της διαταραχής. Οι πεποιθήσεις αυτές δημιουργούν αρνητικές σκέψεις για την εξωτερική του εικόνα, οι οποίες με τη σειρά τους προκαλούν δυσάρεστα συναισθήματα. Αυτό έχει ως αποτέλεσμα, ο πάσχων να προσπαθεί να τα κατευνάσει, εκδηλώνοντας συμπεριφορές που τελικά δεν αποδεικνύονται λειτουργικές.

Η ψυχοθεραπεία βοηθά τον άνθρωπο με διαταραχή σωματικής δυσμορφίας να κατανοήσει με ποια μορφή συμβαίνει ο φαύλος κύκλος που περιγράψαμε σ’ εκείνον/η εξατομικευμένα και έπειτα, με τη βοήθεια του θεραπευτή του να ξεκινήσουν μαζί, συνεργατικά την προσπάθεια για να τον εξαλείψουν.

Βιβλιογραφικές παραπομπές:

1. American Psychiatric Association. (2013). Diagnostic and statistical manual of mental disorders (5th ed.). Arlington, VA: American Psychiatric Publishing.

2. Wilhelm S., Katharine A. Phillips K. A. & Steketee G. (2012). Cognitive-Behavioral Therapy for Body Dysmorphic Disorder: A Treatment Manual. New York: Guilford Press.

3. American Psychiatric Association. (2013). Diagnostic and  statistical manual of mental disorders (5th ed.). Arlington, VA: American Psychiatric Publishing.

4. Wilhelm S., Katharine A. Phillips K. A. & Steketee G. (2012). Cognitive-Behavioral Therapy for Body Dysmorphic Disorder: A Treatment Manual. New York: Guilford Press.

Συγγραφή - Επιμέλεια Άρθρου

Αριστέα Λιάκου

aristea liakouΨυχολόγος - Ψυχοθεραπεύτρια - MSc Κλινική Ψυχολόγος, Leiden University, NL Γνωσιακή - Συμπεριφοριστική Ψυχοθεραπεία.
Ατομική ψυχοθεραπεία ενηλίκων, Συμβουλευτική γονέων.