Η συστηματική απευαισθητοποίηση και η θεραπεία παρατεταμένης έκθεσης ανήκουν σε μια γενική προσέγγιση της κλινικής ψυχολογίας που είναι γνωστή ως θεραπεία συμπεριφοράς.

Θεραπεία συμπεριφοράς

Ενώ ο όρος αποτελεί νεολογισμό του συμπεριφοριστή B.F. Skinner, αρκετά από τα χαρακτηριστικά στοιχεία αυτής της προσέγγισης δεν προέρχονται από τη θεωρία του θεμελιώδους συμπεριφορισμού, ούτε από την πειραματική ανάλυση της συμπεριφοράς, μερικά μάλιστα είναι αντίθετα με αυτές τις προσεγγίσεις.

Για παράδειγμα, σε αντίθεση με άλλες ψυχοθεραπευτικές προσεγγίσεις, όπως η ψυχαναλυτική ή η ανθρωποκεντρική, στη θεραπεία συμπεριφοράς θεωρείται ότι ο θεραπευτής πρέπει να είναι πιο ενεργητικός και κατευθυντικός, η δε θεραπεία πιο άμεση, πιο σύντομη και λιγότερο ερμηνευτική.

Οι αρχές που προκύπτουν από την εκτεταμένη πειραματική ανάλυση της συμπεριφοράς όμως δεν μας πληροφορούν για την κατάλληλη ταχύτητα της θεραπείας ή την αρμόζουσα ενεργητικότητα του θεραπευτή - υποτίθεται ότι τέτοιοι παράγοντες μεταβάλλονται από το ένα περιστατικό στο άλλο.

Η επιστημονική ερμηνεία αιτιών, όταν αυτές δεν μπορούν να παρατηρηθούν, θεωρείται αναγκαία στη νατουραλιστική επιστήμη της συμπεριφοράς. Αντί να προτείνουμε τη μια ή την άλλη προσέγγιση ψυχοθεραπείας, στη συμπεριφοριστική θεωρία και στην πειραματική ανάλυση της συμπεριφοράς προσπαθούμε να καταλάβουμε την αποτελεσματικότητα και τις αδυναμίες των παρεμβάσεων όλων των ψυχοθεραπευτικών προσεγγίσεων.

Με άλλα λόγια, ο συμπεριφορισμός δεν είναι μια θεραπευτική προσέγγιση, αλλά ένας τρόπος κατανόησης της αποτελεσματικότητας οποιασδήποτε θεραπευτικής προσέγγισης.

Ας δούμε, λόγου χάριν, πώς οι αρχές καθορισμού των αντανακλαστικών μπορεί να είναι ωφέλιμες στην κατανόηση των αλλαγών των συναισθημάτων που συντελούνται συχνά κατά την πορεία της ψυχαναλυτικής και της προσωποκεντρικής ψυχοθεραπείας.

Ακόμα και όταν ο κλινικός ψυχολόγος δεν χρησιμοποιεί την τεχνική της συστηματικής απευαισθητοποίησης, η απόσβεση των εξαρτημένων αντανακλαστικών αποτελεί σημαντικό μέρος της ψυχοθεραπείας.

Συχνά οι ψυχοθεραπευόμενοι συγκινούνται πολύ όταν αρχίζουν να μιλάνε για τα προβλήματά τους. Οι ίδιες οι λέξεις που χρησιμοποιούν για να περιγράψουν τα προβλήματά τους είναι δυνατόν να τους προκαλέσουν άγχος. Μπορεί να ντρέπονται, μπορεί να αισθάνονται άσχημα να μιλήσουν ελεύθερα ή μπορεί να φοβούνται να μιλήσουν λόγω των προηγούμενων εμπειριών τους.

Αποδυνάμωση αντανακλαστικών με τη στάση του θεραπευτή

Ο ψυχοθεραπευτής πρέπει να προσπαθήσει να αναγνωρίσει τα σχετικά γεγονότα και να οργανώσει τις συνθήκες της θεραπείας έτσι ώστε να ευνοούν την αποδυνάμωση των προβληματικών αντανακλαστικών. Πρέπει να ετοιμάσει την κατάλληλη έκθεση σε αυτά τα εξαρτημένα ερεθίσματα και να διασφαλίσει ότι δεν συσχετίζονται με άλλα ερεθίσματα που προκαλούν φόβο ή δυσαρέσκεια.

Αυτό σημαίνει ότι ο ψυχοθεραπευτής πρέπει να αποφύγει να φανεί επικριτικός, σοκαρισμένος ή αποδοκιμασμένος, και να δώσει στο θεραπευόμενο επαρκή χρόνο να παρουσιάσει τα προβλήματά του, μέχρις ότου πάψει να τα φοβάται ή να ντρέπεται γι' αυτά. Μια αυθεντικά θερμή, υποστηρικτική, προσεκτική, υπομονετική και, κυρίως, μη επικριτική σχέση με το θεραπευτή αποτελεί ουσιαστική συνιστώσα του θεραπευτικού περιβάλλοντος, διότι βοηθά στην αποδυνάμωση αντανακλαστικών που μπορεί να αναστείλουν την πρόοδο της ανάλυσης.

Παραδοσιακή ψυχαναλυτική ψυχοθεραπεία

Οι παραδοσιακές ψυχοθεραπευτικές προσεγγίσεις προσφέρουν τέτοιες συνθήκες με διαφορετικούς τρόπους. Στην ψυχαναλυτική ψυχοθεραπεία του Sigmund Freud (1856-1939), για παράδειγμα, ο θεραπευόμενος ξαπλώνει σε ένα βολικό ανάκλιντρο και ο θεραπευτής κάθεται εκτός του οπτικού πεδίου του, έτσι ώστε να μη διακρίνονται τα χαρακτηριστικά του προσώπου του -στοιχεία που μπορεί να μοιάζουν με αυτά που έχουν παρουσιαστεί στη ζωή του θεραπευόμενου όταν κάποια γεγονότα προκαλούσαν ενοχές, ντροπή, μίσος, ζήλια, σεξουαλική διέγερση ή άλλες αντιδράσεις.

Ο θεραπευόμενος καθοδηγείται να μιλά -να λέει αυτόματα ό,τι σκεφτεί, χωρίς να το αλλάζει (διαδικασία που είναι γνωστή ως «ελεύθερος συνειρμός»).

Αργά ή γρήγορα, ο θεραπευόμενος θα αρχίσει να μιλά για τα πράγματα που του προκαλούν έντονες αντιδράσεις - και οι λέξεις που λέει του προκαλούν έντονες αντιδράσεις στο γραφείο του ψυχολόγου.

Σε αντίθεση με τη συστηματική απευαισθητοποίηση, στην ψυχαναλυτική προσέγγιση τα εξαρτημένα προκλητικά ερεθίσματα παρουσιάζονται μόνα τους και βαθμιαία χάνουν την εξαρτημένα προκλητική ικανότητά τους.

Μεταβίβαση στην ψυχοθεραπεία

Στην πορεία της ψυχαναλυτικής ψυχοθεραπείας, ο θεραπευόμενος, συχνά κατά την παρουσία του θεραπευτή, βιώνει συναισθήματα τα οποία δεν ερμηνεύονται σε σχέση με τη συμπεριφορά του τελευταίου. Μπορεί να νιώθει θυμό, μίσος, έντονη αγάπη ή ερωτικά συναισθήματα για το θεραπευτή, παρότι εκείνος δεν έκανε ποτέ τίποτε από αυτά που συνήθως προκαλούν τέτοιες αντιδράσεις. Τα συναισθήματα αυτά αποτελούν αντιδράσεις που προκλήθηκαν από τη συμπεριφορά άλλων σημαντικών προσώπων στη ζωή του θεραπευόμενου, όπως οι γονείς, τα αδέλφια και οι φίλοι του.

Ενώ ο θεραπευτής μπορεί να μη μοιάζει με αυτά τα σημαντικά πρόσωπα, η γενίκευση εξαρτημένων αντανακλαστικών στο πρόσωπό του επηρεάζεται από τις περιγραφές σχετικών γεγονότων από το θεραπευόμενο.

Εξάλλου, ο θεραπευτής είναι η μόνη ανθρώπινη παρουσία και τα προσωπικά χαρακτηριστικά του δεν αναστέλλουν τη γενίκευση συναισθημάτων σε σχέση με άλλα σημαντικά άτομα στη ζωή του θεραπευόμενου λόγω της θέσης του εκτός του οπτικού πεδίου του θεραπευόμενου.

Στην ψυχανάλυση, η γενίκευση συναισθημάτων από σημαντικά πρόσωπα της ζωής του θεραπευόμενου στο θεραπευτή ονομάζεται μεταβίβαση.

Η μεταβίβαση απαραίτητη σην ψυχοθεραπεία

Η δημιουργία της μεταβίβασης θεωρείται απαραίτητη για την επιτυχία της ψυχοθεραπείας, καθ' όσον η αυθεντικά ήρεμη, ανεκτική, ουδέτερη αντιμετώπισή της εκ μέρους του θεραπευτή είναι εκείνη που τελικά «επιλύει το άγχος» αναφορικά με τις εμπειρίες του ατόμου με το συγκεκριμένο πρόσωπο.

Στη γλώσσα της πειραματικής ανάλυσης της συμπεριφοράς, θα λέγαμε ότι είναι απαραίτητη τόσο και η γενίκευση από τα εξαρτημένα προκλητικά ερεθίσματα για ενοχές, ντροπή, μίσος, ζήλια, σεξουαλική διέγερση ή άλλες αντιδράσεις στο πρόσωπο του θεραπευτή, όσο και η απουσία άλλων προκλητικών ερεθισμάτων γι΄αυτές τις αντιδράσεις από το θεραπευτή.

Σε αυτή την κατάσταση, μέσω του διαχωρισμού των εξαρτημένα και ανεξάρτητα προκλητικών ερεθισμάτων, τα συγκεκριμένα εξαρτημένα προκλητικά ερεθίσματα χάνουν την προκλητική τους δύναμη.

Αντιμεταβίβαση

Βέβαια, η γενίκευση εξαρτημένων συναισθηματικών αντανακλαστικών προκύπτει επίσης από τα χαρακτηριστικά και τη συμπεριφορά του θεραπευόμενου προς το θεραπευτή.

Στην ψυχαναλυτική προσέγγιση, το φαινόμενο κατά το οποίο ο θεραπευόμενος προκαλεί συναισθηματικές αντιδράσεις στο θεραπευτή, αντιδράσεις που του είχαν προκληθεί από σημαντικά πρόσωπα στο παρελθόν του, ονομάζεται αντιμεταβίβαση.

Η αντιμεταβίβαση θεωρείται αναπόφευκτη, αλλά πρέπει να περιοριστεί προκειμένου να μην αναστέλλει την παρουσίαση θεραπευτικών (μη προκλητικών) συνθηκών στο θεραπευόμενο. Αυτός είναι ο σκοπός της «διδακτικής ανάλυσης» στην οποία ο μελλοντικός ψυχαναλυτής είναι ο θεραπευόμενος, όπου αναφέρει δικά του εξαρτημένα προκλητικά ερεθίσματα για τη ζήλια, τις ενοχές και άλλα συναισθήματα σε ένα περιβάλλον που μειώνει την προκλητική δύναμη των εξαρτημένα προκλητιών ερεθισμάτων και αυξάνει την κατανόηση της ύπαρξής τους.

Η γενίκευση της εξαρτημένης προκλητικής λειτουργίας ενός προσώπου σε κάποιο άλλο δεν είναι κάτι που συμβαίνει μόνο στην ψυχαναλυτική ψυχοθεραπεία. Τα συναισθήματα που νιώθουμε για μια καινούργια γνωριμία βασίζονται πάντοτε σε προηγούμενες συσχετίσεις προκλητικών ερεθισμάτων με τα χαρακτηριστικά άλλων ανθρώπων.

Τραυματικές εμπειρίες από το παρελθόν

Τα δάκρυα που μας προκαλεί ο θάνατος του πρωταγωνιστή στο τέλος μιας κινηματογραφικής ταινίας δεν βασίζονται μόνο στα γεγονότα της ταινίας -αλλιώς θα έκλαιγαν όλοι οι θεατές και όχι μόνο μερικοί.

Τα τρέχοντα συναισθήματά μας «μιλούν» πάντα για τις συνθήκες της πρόκλησης αντιδράσεών μας στο παρελθόν.

Παρότι η γενίκευση συναισθημάτων είναι ένα καθημερινό φαινόμενο, ευνοείται ιδαίτερα από τις συνθήκες της ψυχαναλυτικής ψυχοθεραπείας και τον ελεύθερο συνειρμό.

Στην πορεία της ψυχαναλυτικής ψυχοθεραπείας ο θεραπευόμενος αναφέρει τραυματικές εμπειρίες από το παρελθόν του, «απαγορευμένες» επιθυμίες και φαντασιώσεις, καθώς και αμφιβολίες για τον εαυτό του. Ενώ στην αρχή οι αυτοαναφορές προκαλούν αρκετές συναισθηματικές αντιδράσεις, με την επανάληψη στο ουδέτερο έως θετικό περιβάλλον του γραφείου του ψυχολόγου τέτοια εξαρτημένα προκλητικά ερεθίσματα προκαλούν όλο και μικρότερη αντίδραση.

Με τη μείωση των αντανακλαστικών φόβου, ζήλιας ή ενοχών, λέγεται πως η «ψυχική ενέργεια» που «καθηλώθηκε» στο «ασυνείδητό» του κατά την εποχή των αρχικών τραυματικών εμπειριών ελευθερώνεται και μπορεί τώρα να καθορίζει τη συμπεριφορά του με διαφορετικό τρόπο.

Η κατανόηση της αλλαγής των συναισθημάτων

Η συμπεριφοριστική ερμηνεία δεν αποδίδει τις αλλαγές των βιολογικών συναισθημάτων σε αλλαγές του μη φυσικού νου. Οι τραυματικές εμπειρίες δημιούργησαν αντανακλαστικά που οι άλλες εμπειρίες της ζωής του θεραπευόμενου δεν είχαν αλλάξει ικανοποιητικά μέχρι να αρχίσει ψυχοθεραπεία, κατά την οποία οι ειδικές συνθήκες στο γραφείο του ψυχολόγου μείωσαν τη δύναμή τους.

Η κατανόηση της αλλαγής των συναισθημάτων δεν απαιτεί αναφορά σε γεγονότα που βρίσκονται εκτός των διαστάσεων της φυσικής και της βιολογίας, αφού τα φαινόμενα αυτά είναι συνεπή με τις αρχές καθορισμού αντανακλαστικών που έχουν προκύψει από πειραματική ανάλυση.

Προσωποκεντρική προσέγγιση του Carl Rogers

Σε μια άλλη προσέγγιση ψυχοθεραπείας, την προσωποκεντρική προσέγγιση του Carl Rogers, ο θεραπευτής είναι πιο ενεργητικός, αλλά φροντίζει να αντιμετωπίζει με αυθεντική θετικότητα ό,τι λέει ο θεραπευόμενος, ακόμα και όταν περιγράφει σκέψεις, απόψεις και χαρακτηριστικά που συνήθως δεν κρίνονται θετικά (θετική εκτίμηση άνευ όρων).

Πέρα από την υποστήριξη στην αυτοπαρουσίαση προκλητικών ερεθισμάτων των ανώτερων τάξεων, ο προσωποκεντρικός θεραπευτής συνήθως επαναλαμβάνει ή αναδιατυπώνει τις προτάσεις του θεραπευόμενου, αυξάνοντας την έκθεσή του στα εξαρτημένα προκλητικά ερεθίσματα ανώτερων τάξεων.

Στο ζεστό, υποστηρικτικό περιβάλλον, στο οποίο τα εξαρτημένα προκλητικά ερεθίσματα αυτοπαρουσιάζονται από το θεραπευόμενο και επαναλαβάνονται ή παραφράζονται από το θεραπευτή, είναι αναμενόμενο να χάνουν κάτι από την ικανότητά τους να προκαλούν φόβο, θλίψη, ενοχές, ζήλια ή άλλες αντιδράσεις.

Κατά την πορεία της θεραπείας αυτά τα δυσάρεστα αντανακλαστικά μειώνονται ως προς το μέγεθος της αντίδρασης και αυξάνονται ως προς τη λανθάνουσα περίοδο που μεσολαβεί μεταξύ εξαρτημένα προκλητικών ερεθισμάτων και εξαρτημένης αντίδρασης.

Απόσβεση στην προσωποκεντρική θεραπεία

Με την απόσβεση τέτοιων αντανακλαστικών στο υποστηρικτικό, θετικό περιβάλλον που προσφέρει ο προσωποκεντρικός θεραπευτής λέγεται πως ο θεραπευόμενος «ξαναβρίσκει τον αληθινό, καλό εσωτερικό εαυτό του», με τον οποίο «είχε χάσει την επαφή» λόγω της επίκρισης και της αποδοκιμασίας των άλλων.

Η συμπεριφοριστική ερμηενία του φαινομένου υποστηρίζει ότι μέσω του διαχωρισμού ανεξάρτητα προκλητικών και εξαρτημένα προκλητικών ερεθισμάτων που ρυθμίζει ο προσωποκεντρικός θεραπευτής, ο ένας και μοναδικός βιολογικός εαυτός του θεραπευόμενου αλλάζει.

Φυσικά, όπως και στη συστηματική απευαισθητοποίηση, έτσι και στην ψυχαναλυτική και την προσωποκεντρική ψυχοθεραπεία, πέρα από τις αλλαγές στα εξαρτημένα αντανακλαστικά, συμβαίνυον πολλές αλλαγές στη συμπεριφορά του θεραπευόμενου.

Συναισθηματική επίγνωση

Ο Freud πίστευε ότι η ψυχοθεραπεία επιφέρει «συναισθηματική επίγνωση» ή αλλαγές στην προκαλούμενη συμπεριφορά, καθώς και «νοητική επίγνωση», δηλαδή κατανόηση του γιατί τα γεγονότα μάς προκαλούν αντιδράσεις και πώς τα συμβάντα της ζωής μας καθορίζουν τις συνήθειες, τις αντιλήψεις και τις τάσεις μας.

Οι αρχές αντανακλαστικών μάς βοηθούν μόνο στην κατανόηση και στη ρύθμιση της «συναισθηματικής επίγνωσης». Οι συνήθειες, οι αντιλήψεις και οι τάσεις, καθώς και η κατανόηση των αιτιών τους είναι δράσεις -δεν προκαλούνται από αντανακλαστικά ερεθίσματα, οπότε και απαιτούν άλλες αρχές καθορισμού. Η δημιουργία της «νοητικής επίγνωσης» του Freud και της «αυτογνωσίας» του Rogers δεν προκύπτει μέσα από τη συσχέτιση προκλητικών και μη ερεθισμάτων.

*Το εξαρτημένα προκλητικό ερέθισμα είναι οποιοδήποτε προκλητικό ερέθισμα του οποίου η προκλητική δύναμη βασίζεται ή εξαρτάται από τη συσχέτισή του με κάποιο άλλο προκλητικό ερέθισμα.

Το παρόν άρθρο αποτελεί αδειοδοτημένο απόσπασμα από το βιβλίο Η ψυχολογία της συμπεριφοράς που κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Πεδίο

Συγγραφή - Επιμέλεια Άρθρου

Χρύσα Πράντζαλου

e psy logo twitter2Τμήμα Σύνταξης της Πύλης Ψυχολογίας Psychology.gr
Επιμέλεια και συγγραφή άρθρων, μετάφραση & απόδοση ξενόγλωσσων άρθρων.
Επικοινωνία: editorial @psychology.gr