Όλοι οι επαγγελματίες ψυχικής υγείας γνωρίζουμε ότι τα όρια είναι εξαιρετικά σημαντικά σε μία ψυχοθεραπευτική σχέση αλλά παρόλα αυτά, πολλές φορές είναι πολύ δύσκολο να τα προσδιορίσουμε, να τα θέσουμε με σαφήνεια και να τα διατηρήσουμε.

Το όριο σηματοδοτεί μία γραμμή, την οποία δεν πρέπει να περάσουμε. Πρόκειται για ένα πλαίσιο αρμόζουσας επαγγελματικής συμπεριφοράς.

Τα όρια στην ψυχοθεραπεία παρέχουν μία δομή σε μία κατά τα άλλα ρευστή διαδικασία δημιουργίας μίας νέας μορφής σχέσης αλλά και αυτο- ανακάλυψης. Προσφέρουν έτσι ένα σταθερό και αξιόπιστο περιβάλλον παρόλο που πολύ συχνά δε γίνεται έτσι αντιληπτό. Διαφυλάττουν τα δικαιώματα του θεραπευόμενου και προσδιορίζουν με σαφήνεια τις ευθύνες του θεραπευτή και του θεραπευόμενου μέσα στη σχέση.

Η θεραπεία μπορεί να αποτελέσει ένα “παιχνίδι” κατά το οποίο ο θεραπευόμενος μαθαίνει τα όρια της συμπεριφοράς του, όπως ένα παιδί συνδιαλέγεται με το φροντιστή του για τα όρια των δικαιωμάτων και των δυνατοτήτων του.

Ο τρόπος που αντιλαμβανόμαστε τα όρια μπορεί να λειτουργήσει ως πρότυπο για τους θεραπευόμενους, είτε για την προστασία των δικών τους ορίων είτε για τον σεβασμό των άλλων.

Οι γραμμές των ορίων, που αποτελούν γραμμές μεταξύ σύνδεσης και απόστασης, του εαυτού και του άλλου, μπορούν να γίνουν το μέσο για να κατανοήσουμε τις δυσκολίες του θεραπευόμενου σε σχέση με τον εαυτό του και τις σχέσεις του. Η διαδικασία οριοθέτησης είναι και κυριολεκτική αλλά και σε συναισθηματικό- νοητικό επίπεδο μέσω των θεραπευτικών διεργασιών.

Όπως το παιδί, έτσι και ο θεραπευόμενος πολλές φορές δεν κατανοεί το όφελος που προκύπτει από την ύπαρξη των ορίων.

Δεν πρέπει να ξεχνάμε όμως ότι τα όρια είναι ουσιαστικά ένας τρόπος να παρέχουμε ασφάλεια. Η ασφάλεια του θεραπευτικού πλαισίου στην προκειμένη περίπτωση επιτρέπει στο θεραπευόμενο να απελευθερώσει τα συναισθήματά του προς όφελός του σε μία διαρκή διαδικασία αυτο- εξερεύνησης.

Ο θεραπευτής οφείλει να προσπαθήσει να παρέχει ένα συναισθηματικά προστατευτικό αλλά κι απελευθερωτικό χώρο. Σε ένα κλινικό επίπεδο τα όρια αποτρέπουν μη υγιή επίπεδα εκδραμάτισης.

Ορισμένα όρια οφείλουν να τίθενται νωρίς, κατά τη σύναψη του θεραπευτικού “συμβολαίου” προκειμένου να μην επαναφέρουν αχρείαστες διαπραγματεύσεις κατά τη διάρκεια της θεραπείας. Η αμοιβή, οι περιορισμοί της εμπιστευτικότητας μέσω του ιατρικού απορρήτου, ο χρόνος των συνεδριών και οι όροι ακύρωσης συνεδρίας καθορίζονται εξαρχής. Εξάλλου, κάθε σχέση είναι απλούστερη και λειτουργικότερη όταν τα χαρακτηριστικά της προσδιορίζονται με σαφήνεια.

Μέρος της δουλειάς του θεραπευτή από εκεί και πέρα είναι να βοηθήσει τους θεραπευόμενους να θέσουν οι ίδιοι για τον εαυτό τους υγιή όρια, που θα σχηματοποιήσουν έτσι και ένα γενικότερο σύστημα αξιών τους.

Η αμφισβήτηση των ορίων από τον θεραπευόμενο

Πολλές φορές στα πλαίσια της θεραπευτικής διαδικασίας, τα όρια “αμφισβητούνται” από το θεραπευόμενο, καθώς εκείνος διεκδικεί συνειδητά ή ασυνείδητα ένα άλλο σχεσιακό πλαίσιο ή καθώς προσπαθεί εν τέλει να διαπιστώσει ακριβώς που βρίσκονται τα όριά του.

Δεν είναι σπάνιες οι περιπτώσεις π.χ. που οι θεραπευόμενοι διεκδικούν περισσότερο θεραπευτικό χρόνο. Υπάρχουν θεραπευόμενοι που αρνούνται να φύγουν όταν ο χρόνος του είχε τελειώσει, που συνεχίζουν να εξιστορούν κάτι ακόμη και όρθιοι ενώ βρίσκονται στην πόρτα, που θυμούνται πάντα κάτι σημαντικό τη στιγμή που ο θεραπευτής κλείνει τη συνεδρία.

Επίσης, υπάρχουν και περιπτώσεις θεραπευόμενων που αντιδρούν και εκφράζουν παράπονα όταν ο θεραπευτής είναι τυπικός και αυστηρός και ολοκληρώνει τη συνεδρία στα 50 λεπτά.

Σε αυτό το κλασικό παράδειγμα, διαφαίνεται η ανάγκη του θεραπευόμενου για διεκδίκηση και για επιβεβαίωση του ενδιαφέροντος που θεραπευτή, ακόμη και σε προσωπικό και όχι μόνο θεραπευτικό επίπεδο. Υπάρχει δηλαδή η ανάγκη του θεραπευόμενου να νιώσει σημαντικός.

Εκτός αυτού, ενδέχεται να υποβόσκει ένα άγχος αποχωρισμού ή εγκατάλειψης. Παράλληλα, στην περίπτωση σημαντικών ανακοινώσεων κατά την εκπνοή του χρόνου αναγνωρίζουμε την ανάγκη του θεραπευόμενου να προστατεύσει τα ψυχολογικά του όρια, αναβάλλοντας ουσιαστικά μία σημαντική συζήτηση, μέσω μίας μορφής άμυνας.

Μία άλλη περίπτωση καταστρατήγησης των χρονικών ορίων αφορά στην αναζήτηση επαφής με τον θεραπευτή εκτός των προκαθορισμένων συνεδριών, με μηνύματα ή τηλεφωνήματα, ακόμη και σε πλήρως ακατάλληλες ώρες ή και για φαινομενικά επουσιώδη ζητήματα. Συχνά η καλύτερη θεραπευτική πρακτική είναι το κράτημα του θεραπευόμενου μέσα στα ήδη προκαθορισμένα πλαίσια της συνεδρίας.

Πέραν των χρονικών ορίων, υπάρχουν περιπτώσεις που οι θεραπευόμενοι αναζητούν τη σωματική επαφή, ζητώντας π.χ. να αγκαλιάσουν το θεραπευτή. Η φυσική επαφή μεταξύ ψυχολόγου και θεραπευόμενου αποτελεί ζήτημα ορίων και μία έκφραση που μπορεί να αλλοιώσει τη φύση της σχέσης.

Αρνούμενος την επαφή ο θεραπευτής μπορεί να βρει έναν εναλλακτικό τρόπο προσέγγισης, ώστε ο θεραπευόμενος να μη βιώσει την απόρριψη ενώ παράλληλα, η ανάγκη του θεραπευόμενου για σωματική επαφή μπορεί να γίνει αντικείμενο συζήτησης στη θεραπεία.

Διαβάστε ακόμη το σχετικό άρθρο:  7 ψυχοθεραπευτές απαντούν για ποιο πράγμα είναι ευγνώμονες προς τους θεραπευόμενούς τους.

Ακόμη και αν δεν υπάρξει ζητούμενο σωματικής επαφής, οι θεραπευόμενοι συχνά προσπαθούν με ερωτήσεις ή με τη στάση τους να εκμαιεύσουν από το θεραπευτή δηλώσεις που θα έδειχναν ότι η σχέση τους εμπερικλείει στοιχεία πέραν των θεραπευτικών, σε φιλικό, ερωτικό ή γενικά ανθρώπινο επίπεδο.

Προσωπικές ερωτήσεις προς το θεραπευτή ή η προσπάθεια προσέγγισης με ερωτήσεις του τύπου “με συμπαθείτε”, “θα κάνατε παρέα μαζί μου”, στοχεύουν σε μία εγγύτητα πέραν της θεραπευτικής σχέσης. Υπάρχουν περιπτώσεις θεραπευομένων, που ζητούν από το θεραπευτή να τους δει στον ελεύθερο ουσιαστικά χρόνο του ή διαμαρτύρονται όταν ο θεραπευτής δεν ενδιαφέρθηκε για αυτούς και δεν επικοινώνησε μαζί τους στον ελεύθερο χρόνο του. Δε διστάζουν μάλιστα να γίνουν επιθετικοί σε αντίθετη περίπτωση.

Όταν ένα θεραπευόμενος εκφράζει ή τρέφει επιθετικότητα ή σεξουαλικά συναισθήματα προς το θεραπευτή, η πρόκληση είναι να διατηρηθούν τα θεραπευτικά όρια χωρίς ο θεραπευόμενος να νιώσει απόρριψη ή εγκατάλειψη. Η συζήτηση με το θεραπευόμενο είναι βοηθητική αν και δεν μπορεί να γίνει με όλους τους ασθενείς. Συνήθως πρόκειται για θεραπευόμενους που αισθάνονται απογοήτευση ή και θυμό για την έλλειψη αμοιβαιότητας που χαρακτηρίζει τη σχέση τους με το θεραπευτή, στον οποίο εκείνοι αποκαλύπτουν κρυφές σκέψεις συναισθήματα.

Όταν αισθάνονται άβολα με τα όρια στη θεραπευτική σχέση και το διατυπώνουν, αξίζει να διερευνηθεί ο λόγος για τον οποίο συμβαίνει κάτι τέτοιο.

Πολλές φορές, φαίνεται ότι οι θεραπευόμενοι προσπαθούν πολλές φορές να σπάσουν τα όρια είτε για να επανακτήσουν τη δύναμή τους σε ένα φαινομενικό παιχνίδι εξουσίας είτε για να προβάλουν μία μορφή αντίστασης στη θεραπεία.

Θεωρώντας πως ο θεραπευτής έχει εξουσία πάνω τους, προσπαθούν ουσιαστικά να πάρουν τα ηνία σε άλλες πτυχές της σχέσης. Παράλληλα, καταστρατηγώντας τα όρια, δεν αφήνονται πλήρως στη θεραπευτική διαδικασία και αμύνονται ώστε να μη χρειαστεί να προσεγγίσουν φλέγοντα προβλήματά τους. Η έλλειψη ισορροπίας στη σχέση μεταξύ ενός θεραπευόμενου που είναι σε ανάγκη και ενός θεραπευτή μπορεί να φέρει στο μυαλό του θεραπευόμενου αναμνήσεις από σχέσεις με σημαντικά πρόσωπα. Καθώς η ασθένεια απειλεί την αυτονομία και την αυτοεκτίμησή τους, έχουν μια αίσθηση ευαλωτότητας, που μπορεί να επαναφέρει φόβους από ανεπίλυτες συγκρούσεις της παιδικής ηλικίας. Πρόκειται για μία δυναμική που πολλές φορές την εμφανίζουν και σε άλλες ανθρώπινες σχέσεις.

Η παραβίαση των ορίων εκ μέρους του θεραπευτή συνεπάγεται ότι δρα εκτός του κλινικού του ρόλου.

Υπάρχουν παρόλα αυτά περιπτώσεις που ο θεραπευτής χάνει το ρόλο του και υιοθετεί έναν άλλο ρόλο, π.χ. μητρικό ή φιλικό, με διάφορα συνεπακόλουθα όσον αφορά στη στάση του απέναντι στο θεραπευόμενο. Σημαντικό ρόλο παίζει η αντιμεταβίβαση του θεραπευτή εξαιτίας ορισμένων στοιχείων της προσωπικότητας ή της θεματολογίας του θεραπευομένου, που τον κάνει να λάβει έναν πιο φροντιστικό και οικείο ή πιο επιθετικό ή πιο απαιτητικό ρόλο απέναντί του, χάνοντας το όριο του επαγγελματισμού που απαιτείται εκ μέρους του.

Το ξεκάθαρο πλαίσιο, προστατεύει τη θεραπευτική σχέση

Καταλήγοντας, μπορούμε να πούμε ότι ένα ξεκάθαρο πλαίσιο μπορεί να προστατεύσει τη θεραπευτική εργασία και τη θεραπευτική σχέση, η οποία μπορεί να ενισχυθεί επιπλέον, μέσα από τη διαδικασία της διερεύνησης, της κατανόησης και της ανάλυσης αυτών των ορίων.

Είναι σημαντικό να παρατηρούμε και να αναγνωρίζουμε τη μεταβίβαση που συμβαίνει κατά τη διάρκεια της θεραπείας.

Όπως επισημαίνει και ο Irvin Yalom η ίδια η θεραπευτική σχέση πολλές φορές καταλήγει να είναι πιο σημαντικό θεραπευτικό όπλο απ’ όσο οι θεραπευτικές τεχνικές και εξαιτίας αυτού αξίζει να δομηθεί με ιδιαίτερη προσοχή.

Το πιο σημαντικό, είναι η ενθάρρυνση των θεραπευομένων να μιλήσουν ελεύθερα για τα συναισθήματά τους στον ψυχοθεραπευτή και για τις δυσκολίες τους ως προς τη θεραπευτική σχέση και τα όρια, κάτι το οποίο θα τους επιτρέψει να αντιμετωπίσουν δύσκολα συναισθήματα και συνδέσεις.

Αυτή η στάση επιτρέπει στο θεραπευόμενο να συνδέσει όσα αισθάνεται στο χώρο της ψυχοθεραπείας με τις εμπειρίες της πρώιμης ηλικίας και να οδηγηθεί ακόνη και μέσα από αυτές σε περαιτέρω προσωπική εξέλιξη.

 

Προτεινόμενη βιβλιογραφία:

L. Finlay. Relational Integrative Psychotherapy. Chapter 5 Holding, Containing and Boundarying. ‎Wiley-Blackwell, 2015.
D. Wallin. Attachment in psychotherapy. Guilford Press, 2015.

 

Συγγραφή - Επιμέλεια Άρθρου

Βαϊζίδου Χριστίνα - Ψυχίατρος

Βαϊζίδου Χριστίνα: έχει επιβεβαιωθεί από το Psychology

Οι πληροφορίες που αναφέρονται στον επαγγελματικό κατάλογο ειδικών παρέχονται από τους ίδιους τους ειδικούς, κατά την εγγραφή τους στο σύστημα. Όταν βλέπετε την ένδειξη «έχει επιβεβαιωθεί από το Psychology”, σημαίνει ότι το Psychology έχει ελέγξει, με email, τηλεφωνικά ή/και με λήψη των σχετικών εγγράφων, τα ακόλουθα στοιχεία:

  • Ότι ο ειδικός είναι υπαρκτό πρόσωπο.
  • Ότι τα πτυχία οι τίτλοι και οι εξειδικεύσεις που αναφέρει είναι αληθινά.
  • Ότι οι πληροφορίες που αναφέρει ισχύουν.

Ψυχοφαρμακολογική και ψυχοθεραπευτική παρακολούθηση για όλο το φάσμα των ψυχιατρικών παθήσεων ενηλίκων.Το θεραπευτικό πλάνο διαμορφώνεται εξατομικευμένα αναλόγως των αναγκών του ασθενούς.