Απόσπασμα από τα λόγια της Κ. για το «τι είναι αγάπη»:
«Ήμουν πάντα το παιδί που το θαύμαζε όλη η οικογένεια. Το παιδί που αρίστευε, που δεν έδινε δικαιώματα, δεν αντιμιλούσε και πάντα φρόντιζε να μην δυσαρεστεί τους άλλους.

Ήμουν το παιδί εκείνο που πάλευε τόσο πολύ να είναι όλοι οι άλλοι καλά, να μην τους επιβαρύνει, που ξεχνούσε ότι και η δική του ευτυχία συμπεριλαμβάνεται αθροιστικά στην ευτυχία του κόσμου, και όχι αφαιρετικά.

Το λέω αυτό γιατί πάντα πίστευα ότι αν βάλω μπροστά την δικιά μου ευτυχία, θα δυσαρεστούσα εκείνους τους άλλους που είχαν μάθει να είναι προτεραιότητα στην ζωή μου. Και τους το είχα μάθει τόσο καλά, τόσο προσεγμένα και συστηματικά, σαν να τους έδινα την εγγύηση πως τίποτα δεν μπορεί να το αλλάξει αυτό.

Τους διαβεβαίωνα ότι πάντα εγώ θα ήμουν δεδομένη για αυτούς, με την ελπίδα ότι και οι άλλοι θα γίνουν κάποια στιγμή δεδομένοι και για μένα. Θα μου ανταπέδιδαν δηλαδή την αφοσίωση που τους προσέφερα.

Ωστόσο, αυτό δεν συνέβη σχεδόν ποτέ μέχρι σήμερα. Πάντα αυτό το κενό μέσα μου, ένα κενό που το έθρεφε η απογοήτευση ότι η αγάπη και η αποδοχή που ζητάω δεν υπάρχει πουθενά εκεί έξω. Ότι δηλαδή είμαι καταδικασμένη να ζω με αυτό το κενό του ανεκπλήρωτου, να συμβιβαστώ με την ιδέα ότι πάντα θα παίρνω λιγότερα απ ’ότι δίνω, κι εγώ να είμαι εντάξει με αυτό.

Το είχα σχεδόν αποδεχτεί εκτός από μερικές φορές που έπιανα τον εαυτό μου να ελπίζει σε κάποια αλλαγή. Μια ελπίδα που δεν την ήθελα και προσπαθούσα να την χαλιναγωγήσω. Είναι πλέον δεδομένο για εμένα ότι δεν θα πάρω αυτό που μου λείπει, από τους άλλους, αλλά πρέπει να το δώσω εγώ στον εαυτό μου. Εγώ; Μα πώς γίνεται αυτό; Πολύ δύσκολο έργο μου ανέθεσα. Να υπερπροσπαθώ για να είναι οι άλλοι περήφανοι για εμένα, να «ζητιανεύω» για κάποια θρύψαλα της αγάπης τους, το ήξερα.

Αλλά τώρα, αυτό (το να αγαπήσω τον εαυτό μου), ήταν κάτι καινούργιο για εμένα.

Να τον αγαπήσω;

Μα η αγάπη απαιτεί σεβασμό, ενώ εγώ δεν με σεβόμουν.

Η αγάπη απαιτεί αποδοχή, και εγώ δεν με αποδεχόμουν. Η αγάπη απαιτεί κατανόηση, και εγώ δεν με κατανοούσα. Δεν ήξερα πολλές φορές ποια είναι καν τα συναισθήματά μου, γιατί δεν μου ήταν καν χρήσιμα στην προσπάθεια της αποδοχής των άλλων.

Εν τέλει, δεν ήξερα ποια ήμουν. Ήξερα ποια ήμουν για τους άλλους, αλλά δεν ήξερα ποια ήμουν για εμένα. Δεν ήμουν ποτέ παρούσα για εμένα. Έτσι, άρχισα να με παρατηρώ περισσότερο τα συναισθήματά μου, τα οποία, κατά βάση ήταν αρνητικά προς τα εμένα, αλλά θετικά προς τους άλλους.

Εξ’ αρχής η μάχη φαινόταν να είναι άνιση. Στην πορεία της ψυχοθεραπείας μου, άρχισα να αναγνωρίζω και μερικά αρνητικά συναισθήματα που έτρεφα για τους άλλους, τα οποία είχα καταπιέσει, όπως αντίστοιχα είχα καταπιέσει και τα θετικά συναισθήματα για τον εαυτό μου. Το να έχω αρνητικά συναισθήματα για τους άλλους, με τρόμαζε, γιατί τους είχα τόσο μεγάλη ανάγκη. Κινδύνευα να τους χάσω και αυτό ήταν κάτι που δεν μπορούσα να το αντέξω.

Μία φορά, σε μια παρέα φίλων, πήρα το ρίσκο και εξέφρασα την άποψή μου, είπα «όχι , εγώ δεν συμφωνώ…». Αυτόματα ένα αίσθημα απελευθέρωσης με κατέκλισε, τόσο ελκυστικής που σκέπασε τον φόβο της απόρριψης. Σκέφτηκα: «Ώστε έτσι είναι να είμαι εγώ!».

Περιέργως ούτε έχασα τους φίλους μου ούτε συνέβη τίποτα από αυτά που φοβόμουν ότι θα συμβούν. Φαίνεται μερικές φορές οι άνθρωποι έχουμε την τάση να τραγικοποιούμε κάποιες καταστάσεις πιστεύοντας ότι έτσι μας προστατεύουμε, αλλά ίσως γίνεται το αντίθετο, αφού όλο αυτό το διάστημα περισσότερο εγκλωβισμένη ένιωθα παρά προστατευμένη .

Το συμβάν αυτό με τους φίλους μου, λοιπόν, με αφύπνισε, γιατί άρχισα να αντιλαμβάνομαι ότι εγώ έμπαινα πάντα στην θέση να δίνω χωρίς απαραίτητα να μου το ζητήσει κάποιος.

Έδινα γιατί έτσι ήξερα να αλληλεπιδρώ και να σχετίζομαι με τους άλλους. Ήταν σαν να τo επεδίωκα σε κάποιο βαθμό. Αυτή η συνειδητοποίηση με σόκαρε, αλλά πιστεύω ότι αυτή είναι η αλήθεια. Ήξερα ότι από την αρχή έδινα χωρίς να αξιολογώ αν υπάρχουν οι κατάλληλες συνθήκες.

Συνήθως, δεν υπήρχαν και μετά απογοητευόμουν με τον εαυτό μου. Θύμωνα, γιατί ήξερα ότι είχα τόσο μεγάλη ανάγκη την αγάπη, που με τύφλωνε, δεν έβλεπα τίποτε άλλο όταν παρουσιαζόταν αυτή η ανάγκη μπροστά μου.

Τώρα πια μέσα από την ψυχοθεραπεία έχω αρχίσει να γνωρίζω πραγματικά τον εαυτό μου και να τον αποδέχομαι όπως είναι. Κλαίω συχνά, αλλά είναι δάκρυα λύτρωσης όχι δάκρυα προδοσίας, μιας προδοσίας που διέπραττα εγώ στον εαυτό μου χωρίς καν να αισθάνομαι τύψεις για αυτό. Τύψεις, ένιωθα μόνο όταν πίστευα ότι έδωσα λιγότερα απ’ ότι είχα ήδη δώσει. Μα πόσο αυστηρή μπορεί να ήμουν με τον εαυτό μου!»

couple happy

Η στέρηση είναι τυφλή; 

Η στέρηση της ανιδιοτελούς αγάπης, ήδη από την βρεφική και παιδική ηλικία τείνει να καθορίζει και να διαμορφώνει τις μετέπειτα ενήλικες σχέσεις ενός ατόμου. Δημιουργεί δηλαδή τα θεμέλια πάνω στα οποία το άτομο θα σχηματίζει εικόνα για τον εαυτό του και τον κόσμο γύρω του.

Έτσι, ένα παιδί που έχει στερηθεί την αγάπη από τους φροντιστές του για αυτό που είναι, και αγαπιέται μόνο για τα επιτεύγματά του, τείνει να πιστεύει ότι χωρίς αυτά, είναι κενό και ανάξιο αγάπης. Αυτή η πίστη ενεργοποιεί ένα αίσθημα ανεπάρκειας, το οποίο το ενήλικο άτομο μάχεται, μέσα από την υπερπροσπάθεια να λάβει αγάπη.

Το αίσθημα ανεπάρκειας, λοιπόν, δημιουργεί την πεποίθηση ότι δεν είμαι άξιος της αγάπης του άλλου, παρά μόνο όταν αυτή έρχεται μέσα από κόπο.

Όμως, όταν προσπαθώ τόσο πολύ να αποδείξω αυτό που είμαι, είναι σαν να επιβεβαιώνω σε εμένα και τον άλλον ότι δεν αξίζω μια αυθόρμητη, ειλικρινή αγάπη.

Αυτό οδηγεί συχνά σε ψυχική εξάντληση, το οποίο το άτομο αντιλαμβάνεται ως προσωπική αποτυχία. Έτσι, όταν αυτό που έχω μάθει είναι να δίνω, και όταν δεν έχω κάτι άλλο να δώσω, τότε, αποσύρομαι απογοητευμένος, γιατί αυτός είναι ο μόνος τρόπος να σχετίζομαι.

Στην πραγματικότητα, η εξάντληση προκύπτει από το γεγονός ότι συνδέομαι με τον άλλον με το «πεινασμένο» - στερημένο τμήμα του εαυτού μου, και όχι ως όλον. Το στερημένο αυτό κομμάτι το θρέφει η ελπίδα ότι θα το ταΐσει η αγάπη του άλλου. Αφήνει δηλαδή την ευτυχία του στα χέρια κάποιου άλλου.

Όσο πιο πεινασμένο είναι αυτό το κομμάτι, τόσο πιο τυφλό είναι, και στερείται της ικανότητας να αξιολογήσει τις επιμέρους συνθήκες. Έτσι, αγνοεί αν ο σημαντικός- άλλος είναι ένας άνθρωπος που όντως μπορεί να με αγαπήσει, παρά επικεντρώνεται στο να μου καλύψει το συναισθηματικό κενό.

Αυτό συχνά καθιστά το άλλο άτομο μη κατάλληλο να με αγαπήσει για αυτό που είμαι, γεγονός που επιβεβαιώνει την αναξιότητά μου απέναντι στην αγάπη του άλλου, και την εικόνα που έχω πλάσει ήδη για τον εαυτό μου.

sterisi einai tyfli diagramma

 

Η στέρηση της ανιδιοτελούς αγάπης δημιουργεί σκέψεις αναξιότητας, οι οποίες πυροδοτούν ένα αίσθημα ανεπάρκειας, το οποίο οδηγεί σε μια συμπεριφορά υπερποσπάθειας. Η υπερπροσπάθεια από μόνη της δημιουργεί τις κατάλληλες συνθήκες για μία «αγάπη μετά κόπων», αντίληψη στην οποία δεν υπάρχει καμία ανιδιοτέλεια.

 Μερικά από τα μοτίβα που χρησιμοποιούνται σε τέτοια άτομα, και λειτουργούν και ως προϋποθέσεις, είναι τα εξής:

1. Η στέρηση της ανιδιοτελούς αγάπης, δημιουργεί την πίστη ότι η αγάπη είναι κάτι για το οποίο πρέπει να μοχθήσω. Πρέπει, στη ουσία, να αποδείξω ότι αξίζω να με αγαπήσει κάποιος, αφού δεν πιστεύω ότι μπορεί να με αγαπήσει απλά για αυτό που είμαι. Εν τέλει, θέλω να αποδείξω στον άλλον πόσο σημαντική είμαι στην ζωή του, ώστε να πάρω εικόνα εαυτού μέσα από αυτόν, και εν τέλει να γίνω έτσι και εγώ σημαντική για εμένα.

2. Συνήθως κάνω επιλογή συντρόφων που καθιστούν την αγάπη δύσκολη και ταιριάζουν στο πρότυπο των σχέσεων που έχω μάθει να αναπτύσσω από μικρή ηλικία. Αυτό το πρότυπο σχέσεων χαρακτηρίζεται από την ανάγκη μου να είμαι άξιος του θαυμασμού του άλλου, πράγμα το οποίο ενεργοποιεί μία συμπεριφορά άξια να λάβει θαυμασμό. π.χ. Αν έχω μάθει ότι η μητέρα μου με αποδέχεται όταν είμαι φροντιστικός προς την ίδια, αλλά όχι όταν είμαι φροντιστικός απέναντι στον εαυτό μου, μαθαίνω ότι για να κερδίσω την αγάπη, θα πρέπει να φροντίζω συνέχεια τον σημαντικό-άλλο, γιατί αλλιώς θα με εγκαταλείψει (όχι απαραίτητα σαν φυσική παρουσία, αλλά σίγουρα θα με εγκαταλείψει συναισθηματικά).

Το πόσο σημαντικός είμαι εγώ για τον σημαντικό- άλλο, ως παιδί, μεταφράζεται στο πόση αξία έχω εγώ ως άνθρωπος. Και εγώ δέχομαι είτε να είμαι πολύ σημαντικός για τον άλλον είτε να είμαι απών. Δεν δέχομαι ενδιάμεσες καταστάσεις, αφού θρέφομαι μέσα από την ανάγκη του θαυμασμού.

Εν τέλει, όμως, η ανάγκη να με θαυμάσει ο σημαντικός-άλλος «ναυαγεί» είτε επειδή το «τέλειο προσωπείο μου» δεν είναι αρκετό για αυτόν, είτε επειδή έχω κουραστεί, λόγω της ψυχικής κόπωσης που φέρνει η υπερπροσπάθεια της αποδοχής, και αποσύρομαι. Και τις 2 περιπτώσεις τις αντιλαμβάνομαι ως προσωπική ευθύνη, η οποία διεγείρει ένα αίσθημα ανεπάρκειας. Έτσι, επιβεβαιώνω τον κόσμο μου, και τις πεποιθήσεις που έχω εγώ για τον εαυτό μου, αφού η ανάγκη για επιβεβαίωση του κόσμου όπως τον ξέρω είναι μεγαλύτερη από την ανάγκη μου να διαμορφώσω μία ισότιμη σχέση.

3. Όταν ο αποδέκτης της αγάπης μου, μου την ανταποδώσει, δεν αναγνωρίζω τον εαυτό μου μέσα σε μία τέτοια κατάσταση, αφού το μη γνώριμο τείνει να καθίσταται και μη ελκυστικό (όσο επώδυνο κι αν μπορεί να είναι αυτό). Μία τέτοια συνθήκη μαρτυρά την δυσκολία αποδοχής μιας ισότιμης αγάπης λόγω της πεποίθησης ότι δεν την αξίζω.

4. Μόνο όταν πονέσω πολύ, αρχίζω να αμφισβητώ αυτό που πιστεύω ότι γνωρίζω, και είμαι διατεθειμένος να χάσω τον εαυτό μου προκειμένου να τον ξαναβρώ με νέους, πιο ίσους, όρους. Ο κάθε άνθρωπος αφυπνίζεται στο δικό του χρόνο, με το δικό του ρυθμό και σε συγκεκριμένο βαθμό ψυχικής δυσφορίας. Πολύ σημαντικό ρόλο σε αυτό παίζουν οι πρωταρχικές σχέσεις που έχει αναπτύξει το άτομο ως παιδί.

Οι σχέσεις αυτές καθιστούν, λιγότερο ή περισσότερο, διαθέσιμο το ερέθισμα μιας πιο υγιούς σχέσης. Π.χ. Όταν υπάρχει μία μητέρα που αναμένει το παιδί της να εκπληρώσει όλες τις προσωπικές της επιθυμίες, τότε το παιδί μπαίνει σε μία διαδικασία απόδειξης της αξίας του. Ωστόσο, εάν ο πατέρας αγαπάει το παιδί του για αυτό που είναι, και το δείχνει έμπρακτα, το παιδί γνωρίζει ότι δεν υπάρχει μόνο ένας τρόπος αλληλεπίδρασης, και ξέρει ότι έχει τη δυνατότητα να διαλέξει τι θέλει να διαιωνίσει.

Ωστόσο, δύσκολα αναπληρώνεται το κενό από την απουσία της ανιδιοτελούς αγάπης της μητέρας. Οπότε, η δυνατότητα της επιλογής αποκτάται σε ένα μεταγενέστερο στάδιο ηλικιακής ανάπτυξης, συχνά στην ενήλικη ζωή μέσα από την ψυχοθεραπεία, όπου το άτομο καλείται να έρθει αντιμέτωπο με τον εαυτό του.

Εν τέλει, ίσως το να προσπαθούμε να γινόμαστε κάθε μέρα καλύτεροι για εμάς και τους άλλους δεν είναι από μόνο του “κακό”, άλλωστε ποιος δεν αρέσκεται στο να λαμβάνει θαυμασμό;

Αλλά το ερώτημα είναι: “τι σημαίνει για εμένα όταν δεν το πετυχαίνω αυτό; Πόσο μου κοστίζει, και τι εικόνα εαυτού παίρνω μέσα από αυτό; Κατά πόσο μου επιτρέπω να υπάρχω έξω από τα επιτεύγματά μου, και έξω από τον θαυμασμό των άλλων”;

 

Συγγραφή - Επιμέλεια Άρθρου

Αναστασία Χαρά Καραγιάννη

karagianni xara anastasiaΨυχολόγος- Μεταπτυχιακή φοιτήτρια της Προσωποκεντρικης Προσέγγισης.

Επικοινωνία: Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.