Η αϋπνία είναι η πιο συχνή και η πιο γνωστή διαταραχή του ύπνου, αν και τα ερευνητικά δεδομένα υποδεικνύουν ανεπαρκή αναφορά, διάγνωση και θεραπεία αφού τις περισσότερες φορές οι πάσχοντες από αϋπνία δεν καταφεύγουν για βοήθεια σε έναν ειδικό της ψυχικής υγείας αλλά χρησιμοποιούν βοηθήματα αμφίβολης αποτελεσματικότητας. Σε μεγάλο ποσοστό αϋπνικών ασθενών, το πρόβλημα της αϋπνίας είναι απόρροια άλλων ψυχικών διαταραχών όπως η κατάθλιψη, οι αγχώδεις διαταραχές, η διπολική διαταραχή, η σχιζοφρένεια.

Η παροδική δυσκολία του ύπνου δεν σημαίνει, υποχρεωτικά, αϋπνία, αφού όλοι μας μπορεί να έχουμε διανύσει κάποιες νύχτες που ο ύπνος μας ήταν ανεπαρκής εξαιτίας κάποιου προσωρινού προβλήματος που τυχόν αντιμετωπίζαμε την δεδομένη χρονική περίοδο. Το άτομο, όμως, που υποφέρει από αυπνία έχει ανεπαρκή ποσότητα ύπνου ή κακής ποιότητας ύπνο (ξυπνάει συχνά μέσα στη νύχτα και δεν μπορεί να ξανακοιμηθεί, ή ξυπνά πολύ νωρίς το πρωί) για μεγάλο χρονικό διάστημα—πάνω από τρείς νύχτες και για τέσσερες εβδομάδες τουλάχιστον. Συνδέεται με σωματικά συμπτώματα, όπως κούραση, με δυσκολία στην συγκέντρωση και στη μνήμη, με δυσκολία στις διαπροσωπικές σχέσεις και με έκπτωση τού επιπέδου ζωής. Επιπλέον, οι πάσχοντες, κατά την κατάκλιση, εμφανίζουν άγχος και σωρεία αρνητικών σκέψεων γύρω από την υγεία τους, την εργασία τους, τον θάνατο, ενώ αύξηση τού καρδιακού ρυθμού, της θερμοκρασίας και του μυϊκού τόνου, είναι αρκετά συχνά φαινόμενα.

ΑΙΤΙΟΛΟΓΙΑ
Παράγοντες προδιάθεσης όπως η ηλικία (ειδικά η Τρίτη ηλικία), το φύλο (ειδικά οι γυναίκες), η χρήση ουσιών, η ύπαρξη οικογενειακού ιστορικού αϋπνίας αλλά και η ιδιοσυγκρασιακή ροπή προς το άγχος, μπορούν να λειτουργήσουν επιβαρυντικά για την χρόνια μορφή της αϋπνίας. Επιπρόσθετα, εκλυτικοί παράγοντες όπως κάποια ασθένεια ή απώλεια, εργασιακό άγχος, οικογενειακές συγκρούσεις ή σημαντικές αλλαγές της ζωής, κάνουν ευάλωτα κάποια άτομα στην αϋπνία. Τέλος, διαιωνιστικοί παράγοντες έχουν εξίσου σημαντική θέση στην εμφάνιση της χρόνιας αϋπνίας. Το άτομο που κάνει αρνητικές σκέψεις για διάφορα θέματα, προκαλεί ανησυχία (συναίσθημα) και υπερένταση (σωματικό σύμπτωμα), το οποίο οδηγεί σε κατάσταση αϋπνίας (συμπεριφορα) και ανάλογα όταν αυτό αδυνατεί να κοιμηθεί, νέες αρνητικές σκέψεις δημιουργούνται και λειτουργούν ως παράγοντες διαιώνισης της αϋπνίας με αποτέλεσμα να εγκαθίσταται ένας φαύλος κύκλος ανησυχίας.

ΘΕΡΑΠΕΙΑ ΚΑΙ ΑΝΤΙΜΕΤΩΠΙΣΗ
Η φαρμακευτική αγωγή αποτελεί την πιο άμεση και ταχεία θεραπευτική πρόταση στις διαταραχές τού ύπνου. Ωστόσο η Γνωσιακή Συμπεριφοριστική Θεραπεία έχει αποδειχτεί, σήμερα, εξίσου αποτελεσματική, αφού, μέσα από διάφορες γνωσιακές και συμπεριφοριστικές τεχνικές, στοχεύει στον εντοπισμό και στην τροποποίηση τών παραγόντων εκείνων που διατηρούν την αϋπνία και έχει μεγαλύτερης διάρκειας αποτελέσματα.

Η τεχνική τής προοδευτικής χαλάρωσης τών μυών όπου ο θεραπευόμενος εξασκείται στη μείωση της σωματικής υπερδιέγερσης που διατηρεί την αϋπνία καθώς και ο έλεγχος του ερεθίσματος σε συνδυασμό με την εκμάθηση αρχών υγιεινής (νέων συμπεριφορών αναφορικά με τον ύπνο), είναι μερικοί συμπεριφοριστικοί χειρισμοί που συστήνονται για την αντιμετώπιση τής διαταραχής της αϋπνίας.

ΒΑΣΙΚΕΣ ΑΡΧΕΣ ΤΗΣ ΥΓΙΕΙΝΗΣ ΤΟΥ ΥΠΝΟΥ

  • Ξυπνημα την ίδια ώρα κάθε μέρα, ανεξέρτητα με την ώρα που το άτομο κοιμήθηκε
  • Αποφυγή καφεΐνης 4-6 ώρες πριν τον ύπνο
  • Αποφυγή νικοτίνης ή αλκοόλ πριν τον ύπνο και κατά τη διάρκεια της νύχτας αν το άτομο ξυπνήσει
  • Αποφυγή βαριών γευμάτων ή γυμναστικής 3-4 ώρες πριν την κατάκλιση
  • Αποφυγή ύπνου το μεσημέρι ή κατά τη διάρκεια της ημέρας
  • Προσέλευση στο κρεβάτι μόνο όταν το άτομο νυστάζει
  • Μείωση θορύβου, κλείσιμο φώτων και αποφυγή υψηλών θερμοκρασιών στο δωμάτιο την ώρα του ύπνου
  • Μετακίνηση του ρολογιού από το κρεβάτι αν αυτό αποτελεί πηγή έντασης και άγχους
  • Αν το άτομο ξαπλώσει αλλά δεν καταφέρει να κοιμηθεί, χρειάζεται να σηκωθεί μέσα στα επόμενα 20 λεπτά και να μετακινηθεί σε άλλο δωμάτιο και να επιστρέψει όταν θα έχει ξανανυστάξει


Όλες αυτές οι τεχνικές θα πρέπει να χρησιμοποιούνται με ευελιξία και να μην χρησιμοποιούνται με τρόπο καταπιεστικό από το άτομο.

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ
Espie, C.,(1993),”Practical Management of insomnia; Behavioral and Cognitive Techiques’’, in British journal of Psychiatry, 306, 509–511.
Σιμος, Γ., (2010), Γνωστική Συμπεριφοριστική Θεραπεία΄. Ένας οδηγός για την κλινική πράξη, Εκδόσεις Πατάκη, Αθήνα.

 

Συγγραφή - Επιμέλεια Άρθρου

Καλλιόπη Κωστέα

kostea kaliopiΜphil Ψυχολογίας, University of Glasgow. Μaster practitioner in eating disorders and Obesity. Συντονίστρια σχολών γονέων. Σύμβουλος επαγγελματικού προσανατολισμού.
Email: Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.