Ο θάνατος του γονιού είναι πάντα μια θλιβερή στιγμή, ωστόσο είναι πιο δύσκολο να την αποδεχτούμε όταν αυτός συμβαίνει «πρόωρα» και σε μια ευαίσθητη για εμάς ηλικία. Όταν το παιδί χάνει τον ένα από τους δύο γονείς του, έρχεται αντιμέτωπο με μία τραυματική και στρεσογόνο κατάσταση, με μια συγκλονιστική αλλαγή που αφορά όλη του τη ζωή.

Η μετατραυματική διαταραχή είναι μία αγχώδης διαταραχή που εκδηλώνεται μετά την έκθεση σε ένα τραυματικό γεγονός όπου το άτομο  βίωσε ο ίδιος ή ως μάρτυρας και απειλήθηκε η σωματική του ακεραιότητα.

Μέχρι το 1990, μιλώντας για νοημοσύνη η επιστημονική κοινότητα εννοούσε τον δείκτη ευφυΐας του ατόμου,
την ικανότητα δηλαδή για λογική, επαγωγική ή μαθηματική σκέψη, μετρήσιμες κατηγορίες που είχαν συνδεθεί με αυτό που αντικειμενικά όλοι αναγνώριζαν ως «εξυπνάδα».

Οι φοβίες σχετίζονται με ένα παράλογο φόβο π.χ. έντομα ή ζώα, αίμα, ασανσέρ, αεροπλάνο, τούνελ, κεραυνοί κ.ά . Τα άτομα αντιλαμβάνονται ότι ο φόβος τους είναι υπερβολικός αλλά δεν μπορούν να τον διαχειριστούν. Συνήθως αυτό που κάνουν είναι να αποφεύγουν ό,τι τους προκαλεί αυτό τον παράλογο φόβο. Οι φοβίες εμφανίζονται σε διάφορες ηλικίες ανάλογα με το είδος τους.

Διαταραχή Ελειμματικής Προσοχής -Υπερκινητικότητα: Για το παιδί με το σύνδρομο αυτό ο κόσμος μοιάζει με ένα ανοιχτό ραδιόφωνο που δεν  «πιάνει» καλά τη συχνότητα με αποτέλεσμα να μεταδίδονται ταυτόχρονα διάφορα μηνύματα που τελικά είναι ακατανόητα. Πολλά παιδιά, ιδιαίτερα στις πρώτες τάξεις του δημοτικού σχολείου χαρακτηρίζονται από τους γονείς και τους εκπαιδευτικούς ως  «ζωηρά», «υπερκινητικά», ή «απρόσεκτα».

Σε προηγούμενο άρθρο  είχαμε αναφερθεί στα κύρια χαρακτηριστικά της παραπάνω διαταραχής, τη διάγνωση και την αντιμετώπιση της. Σήμερα  κρίνουμε αναγκαίο να εστιάσουμε στην αντιμετώπιση της ΔΕΠ-Υ και των μαθησιακών δυσκολιών από τα κύρια ενήλικα πρόσωπα αναφοράς για το παιδί: τους γονείς και τους δασκάλους του.

Δευτερεύoν όφελος είναι ένας ψυχολογικός όρος ο οποίος περιγράφει τους κρυφούς λόγους για τους οποίους κάποιος μπορεί να εμμένει σε μια καταστροφική συμπεριφορά,  κατάσταση η σχέση. Ο όρος αυτός βασίζεται στην άποψη ότι υπάρχουν πολλά, μη εμφανή  πλεονεκτήματα κυρίως κοινωνικά και διαπροσωπικά που οδηγούν τα άτομα στο να διατηρούν και να διαιωνίζουν αρνητικές καταστάσεις.

Όλοι μας είμαστε απόγονοι «τεμαχισμένων» ανθρώπων (δηλαδή γονέων που μεγάλωσαν μέσα από μια διαστρεβλωμένη έννοια αγάπης από τους δικούς τους γονείς). Κυρίως γι’ αυτό τον λόγο, μαθαίνουμε συνήθως ποιοί «είμαστε» μέσα από τον προβληματικό τρόπο που διαπραγματευόμαστε τις σχέσεις μας με τους άλλους μέσα από τις συγκεχυμένες συναισθηματικές μας εκδηλώσεις και συμπεριφορές.

Η εργασία στον χώρο της πρωτοβάθμιας Κοινωνικής Φροντίδας και ευρύτερα στον τομέα της ψυχικής υγείας, αποτελεί εκ των πραγμάτων μια ιδιαίτερη μορφή δράσης. Η ιδιαιτερότητά της οφείλεται στον σκοπό της που είναι: η υποστήριξη ανθρώπων που ωθούνται στην απομόνωση, η στήριξη εκείνων που κινδυνεύουν να βιώσουν τον κοινωνικό αποκλεισμό και τον στιγματισμό.

Τα άτομα που έχουν υποστεί οποιασδήποτε μορφής κακοποίηση στην παιδική τους ηλικία (σωματική, σεξουαλική ή συναισθηματική) συχνά αντιμετωπίζουν σοβαρά προβλήματα στην ενήλικη ζωή τους. Τέτοια προβλήματα είναι η χαμηλή αυτοπεποίθηση, οι δυσκολίες στις σχέσεις τους, η υπερβολική αυτοκριτική, η κοινωνική απομόνωση και πολλά άλλα που παρεμβαίνουν στην καθημερινή λειτουργία και ψυχική υγεία του ατόμου.

Ξεκινώντας πρέπει να διακρίνουμε τον φόβο από το άγχος. Ο φόβος είναι ένα συναίσθημα, όπως η χαρά, η λύπη κλπ.
Το άγχος είναι μία κατάσταση όπου το μυαλό μας βρίσκεται το ίδιο, και θέτει τον οργανισμό μας, σε μία κατάσταση «συναγερμού» και ετοιμότητας αντίδρασης,  σε οτιδήποτε  αυτό θεωρεί ως απειλή.

Οι ΕΠΙΛΟΓΕΣ ΤΟΥ ΣΥΝΤΑΚΤΗ

Εγγραφή στο Newsletter

Ενημερωθείτε για τα άρθρα της εβδομάδας, για σεμινάρια και άλλες δράσεις που αφορούν αποκλειστικά την Ψυχολογία και την Ψυχική Υγεία.

Ενδιαφέροντα