Κάποτε, πριν πολλά πολλά χρόνια σε μια πανέμορφη χώρα ζούσε ένας άρχοντας που το παλάτι του δεν ήταν όμοιο με κανενός άλλου, καθώς έμοιαζε πιο πολύ με ένα μαγικό δημιουργικό κουτί που δημιουργούσε έξυπνες κατασκευές και παρήγαγε συνέχεια αγαθά για την ευημερία όλων, παρά σαν παλάτι ενός άρχοντα.

Οι άνθρωποι του βασιλείου του ζούσανε σε μικρές πόλεις με κήπους και άλση γύρω από το παλάτι όμορφα σχηματισμένα, με μικρά ποτάμια και λίμνες, ώστε από ψηλά έδειχνε σαν παραμυθένιος πίνακας... Αλήθεια είναι, μάλιστα ότι η μορφή τους, αν έβλεπες από τον ουρανό, κυριολεκτικά σχημάτιζε ένα ανθρώπινο σώμα όπου η καρδιά ήταν το παλάτι του άρχοντα... Όλα τα υπόλοιπα μέρη του «σώματος» (κεφάλι, κορμός, χέρια και πόδια) σχηματίζονταν από τις γύρω πόλεις που έμοιαζαν σαν ποταμοί ρεόντων υδάτων με χρώματα και όμορφα σχήματα.

Σε όλη τη χώρα δε, η χαρά, η ευδαιμονία και η ευτυχία των ανθρώπων ήταν μια λυτρωτική μουσική για όλους, δημιουργώντας μια ουράνια μελωδία. Η καρδιά του «οικοδομήματος», το βασιλικό παλάτι, με τη συνεχή ενεργητικότητά του χτυπούσε πάντα και δονούνταν σε πολύ υψηλές συχνότητες για να τροφοδοτεί αλλά και να επικοινωνεί με όλο το υπόλοιπο «σώμα» μεταφέροντας τα νέα δεδομένα, τα νέα επιτεύγματα, την ομορφιά και την καλυτέρευση που θα έφερναν στη ζωή των ανθρώπων.

«Το σώμα», οι πόλεις και οι πολίτες, συντονίζονταν με αυτές τις συχνότητες και απολάμβαναν τις υψηλές δονήσεις που τους έλουζαν με ζεστό φως και ψυχοσωματική ευημερία, έχοντάς τους συνέχεια σε μια διαρκή δημιουργικότητα συμμετοχικής διαδικασίας που απέδιδε στην ακμή των πόλεων και όλης της χώρας.

Ο δοτικός άρχοντας

Ο άρχοντας αυτός ήταν τόσο πλούσιος και ικανός με τις δυνάμεις του να φέρνουν την ευημερία παντού, και καλοσυνάτος, λόγω της σοφίας του την οποία έδινε με την αγάπη του για τον λαό του, λειτουργώντας ο ίδιος ως ένα μεγάλο θετικό και δημιουργικό, δοτικό ενεργειακό πεδίο που τροφοδοτούσε τη χώρα του με ό,τι επιθυμούσε. Ήταν κυριολεκτικά η ζωή τους, η ανάσα τους και το οξυγόνο τους.

Πάνω απο όλα, όμως, ο άρχοντας ζούσε πραγματικά για τους ανθρώπους του βασιλείου του, σε σημείο που όλους τους καρπούς των έργων του, τους πρόσφερε κάθε μέρα στους πολίτες της χώρας σαν να ήταν δικά τους.

Ο ίδιος μάλιστα γνώριζε και φρόντιζε για τον κάθε έναν ξεχωριστά για να έχει ό,τι χρειάζεται ώστε να πορεύεται και να ζει ευτυχισμένος. Υπήρχε μια μαγική επικοινωνία του άρχοντα αυτού με τους πολίτες όπου ο ίδιος αντιλαμβάνονταν τις ανάγκες τους μέσα από τις δικές τους συχνότητες εκπομπής, καθώς η υψηλή του νόηση τους «άκουγε» ως υπάρξεις.

Υπήρχε μια τέτοια αλληλεπίδραση και συντονισμός σημάτων, μπορεί να πει κανείς, όπου καθιστούσε την επικοινωνία μεταξύ άρχοντα και πολιτών κάτι πολύ ζωντανό, άμεσο και αληθινό, οδηγώντας τη σχέση αυτή σε ανώτερα πεδία συστημικής λειτουργίας κάνοντας όλο το σώμα να δείχνει σαν ένα απίστευτο θαύμα.

Κάθε μέρα ο άρχοντας με τη διάνοιά του εφεύρισκε νέες, εξελιγμένες λειτουργίες για τη χώρα του ώστε να κάνει ακόμη καλύτερη και ανώτερη, ει δυνατόν, τη ζωή των πολιτών της χώρας που πλέον ένιωθαν άρχοντες οι ίδιοι.

Αποκτήστε το βιβλίο Ιστορίες που διώχνουν τον φόβο από το εξειδικευμένο βιβλιοπωλείο ψυχολογίας του Psychology.gr

Ετοίμαζε διάφορα και κάθε λογής θαυμαστά έργα με τα ίδια του τα χέρια, ειδικά για τον καθένα, καθώς, είχε δημιουργική και καλλιτεχνική φλέβα μέσα του, όμορφα και χρήσιμα πράγματα, εκτός από τρόφιμα και άλλα χρειαζούμενα, για να τα προσφέρει ανιδιοτελώς σε όλους για την κοινωνική τους πρόοδο, τη συμμετοχή τους στο κοινωνικό γίγνεσθαι. Οι μηχανές παραγωγής, οι αυτοματισμοί, ο τρόπος λειτουργίας των πόλεων και των κοινωνιών που είχε εφεύρει και είχε οργανώσει, έκαναν το βασίλειο του να μοιάζει ένας μικρός παράδεισος ολόκληρος!!!

Μοίραζε τις δημιουργίες και τα αγαθά με όλη του την αγάπη και οι άνθρωποι τα δέχονταν με ευγνωμοσύνη και χαίρονταν με την αξία των αγαθών που πραγματικά έκαναν πιο όμορφη τη ζωή τους. Θαύμαζαν τη στάση του άρχοντά τους και ευφραίνονταν με την ευεργητική επίδρασή του πάνω τους. Δεν είχαν ξανακούσει για ένα τόσο μεγάλο ηγεμόνα, που να μοιράζεται τον πλούτο του με τον λαό του. Ζούσαν έκπληκτοι την δωρεά του σ' αυτούς και τον ευχαριστούσαν για την ευδαιμονία που τους παρείχε.

Αεικίνητος ο άρχοντας και οι αγγελιοφόροι του με τα ταχύτατα οχήματά τους διένυαν όλη την πολιτεία συνεχώς για να τους προσφέρουν τα αγαθά, ακόμη και ο ίδιος προσωπικά έδινε ό,τι ήταν για τον καθένα.

Συνδημιουργία

Υπήρχαν όμως και περιπτώσεις που έδινε σε κάποιους πολίτες του ορισμένα πράγματα που προορίζονταν για άλλους για να αυξήσει τη συμμετοχική τους δραστηριότητα ο ένας προς τον άλλον. Οι πολίτες προσφέρονταν με χαρά να παραλάβουν και παραδώσουν αγαθά σε κάποιον άλλον, σκεφτόμενοι τη χαρά του όπως αισθάνονταν και οι ίδιοι με ό,τι απολάμβαναν.

Μάλιστα, κάποια στιγμή παρατήρησε ότι οι πολίτες πολλαπλασίαζαν ό,τι τους έδινε, εναποθέτοντάς το και στην πόλη για να ευφρανθούν και να περνούνε όμορφα και οι άλλοι με το δικό τους δώρο και αυτό ευχαριστούσε πολύ τον άρχοντα γιατί σήμαινε ότι αναγνώριζαν τι τους χάριζε και φρόντιζαν να το αξιοποιούν αλλά και να προσφέρουν στους άλλους.

Όλοι έμεναν ευχαριστημένοι και ικανοποιημένοι. Ο άρχοντας και το παλάτι ήταν το οξυγόνο όπως προείπαμε και ο ήλιος των πολιτών. Οι πολιτείες και οι πολίτες ευημερούσαν και αναπτύσσονταν.

Κι ο άρχοντας χαιρότανε με την επικοινωνία και την κοινωνία με τους πολίτες αφού ο ίδιος, αν και άρχοντας, καταδέχονταν να συναναστρέφεται και να εργάζεται μαζί τους. Έμοιαζε από την απλότητά του σαν ένας από αυτούς. Γυρνούσε ολημερίς όλη τη χώρα για να διαπιστώνει ότι οι πολίτες είναι καλά, δεν υπήρχε κανένα πρόβλημα. Τους γνώριζε όλους με τα μικρά τους ονόματα και αυτοί τον αποκαλούσαν «ο άρχοντας».

Ο καιρός περνούσε και ο άρχοντας συνέχιζε να μοιράζει τον πλούτο του σε όλους, χωρίς διάκριση. Έμοιαζε να είναι ατελείωτος αυτός ο πλούτος καθώς τίποτα δεν έλειπε ποτέ και όλα ήταν άφθονα χάριν στη συνεχή δραστηριότητα αυτού του άρχοντα. Όλα έδειχναν ότι η χώρα βάδιζε σε μια εκπληκτική και ανώτερη από ότι εως τότε υπήρχε ευημερία και προοπτική βιοτικής ποιότητας. Ένα θαύμα που ποτέ κανείς δεν είχε ξαναζήσει και απίστευτο για τα ανθρώπινα επίπεδα.

Η απληστία, αποσύνδεση από τον αυθεντικό εαυτό και ταύτιση με το εγώ

Οι πολίτες, όμως, κάποια στιγμή, αναπαυμένοι και εξασφαλισμένοι όπως ήταν από τον τρόπο που ζούσαν, άρχισαν να αισθάνονται ότι είναι αυτοί οι άρχοντες και παρά το παράδειγμα του άρχοντά τους που καταδέχονταν να συμμετέχει σε ταπεινές εργασίες δίπλα τους, οι ίδιοι σιγά σιγά θεώρησαν ότι έπρεπε να ελαττώσουν τη συμμετοχική τους δραστηριότητα και την κοινωνική τους αλληλεπίδραση, καθώς όλα γίνονταν με τους μηχανισμούς του άρχοντα που λειτουργούσαν σε όλα τα επίπεδα και τους τα πρόσφεραν έτοιμα, και έφτασαν μόνο να απολαμβάνουν τους καρπούς και τα αγαθά που τους έδινε ο άρχοντας.

Άρχισαν μάλιστα να καυχιούνται και να μακαρίζουν τους εαυτούς τους για ό,τι είχαν σαν να ήταν δικά τους, ξεχνώντας ότι ο άρχοντάς τους τους τα προσέφερε.

Λογικό λοιπόν ήταν να έρθουν σε σύγκριση και έριδες μεταξύ τους, δημιουργώντας καυγάδες, φτάνοντας με τις αντιζηλείες τους σε ένα ξέφρενο ανταγωνισμό μεταξύ τους. Θεωρούσαν πλέον ότι τους ανήκε ό,τι είχαν και όχι ότι τους είχαν δοθεί.

Ξέχασαν, έτσι, ότι το όλο σύστημα λειτουργούσε με τη δική τους συμμετοχική συνδημιουργία, όπως τα ήθελε ο άρχοντάς τους, με παράδειγμα τον ίδιο του τον εαυτό. Έγιναν σιγά σιγά ράθυμοι, τεμπέληδες και αδιάφοροι.

Άρχισαν, λοιπόν, να μην δίνουν σημασία ούτε στον ίδιο τον άρχοντα που ερχότανε κάθε μέρα στην πόρτα τους, και άρχισαν να συμπεριφέρονται αχάριστα κιόλας στον ευεργέτη τους, καθώς εστίαζαν πλέον όχι σε αυτόν που τους χάριζε όλα αυτά τα πλούτη, αλλά, μόνο στη δική τους ικανοποίηση των υλικών αγαθών, εποφθαλμιώντας και τα άλλα που προορίζονταν για τους άλλους, που είτε άφηνε ο άρχοντας για να δώσουν σε άλλους, ή βλέπανε τις διπλανές πόρτες συγκρινόμενοι με το τι είχε ο ένας και ο άλλος.

Άρπαζαν με βία τα αγαθά που τους προσφέρονταν όταν ερχότανε ως δώρα και λαιμαργούσανε ο ένας απέναντι στον άλλο.

Άρχισαν να καυγαδίζουν, για το τι είναι του ενός και τι του άλλου, παρά το ότι ήξεραν πολύ καλά τι έπαιρναν και τι ήταν γι αυτούς και τι ήταν για τους άλλους. Η πλεονεξία, μέσα απο τη δική τους αργία που δημιουργήθηκε, απο τον εγωισμό και την αποχαύνωση των αγαθών που απολάμβαναν, τους έκαναν αχάριστους και έπαψαν να εκτιμούν ό,τι είχαν, δεν χόρταιναν πια με ό,τι έτρωγαν, δεν ξεδιψούσαν με ό,τι έπιναν... Γι αυτό και έπαψαν να δίνουν σημασία στον άρχοντα, αλλά, κοιτούσανε μόνο πως θα αρπάξει ο ένας όσο περισσότερα πράγματα γινότανε και αν είναι δυνατόν, από τον άλλο!!!

Σταμάτησαν ακόμα και να τον ευχαριστούν για ό,τι τους έδινε καθημερινά, κοιτώντας μόνο τί θα πάρουν. Μάλιστα, άρχισαν να γκρινιάζουν στον άρχοντα και να παραπονιούνται ότι δεν τους έδινε αρκετά πράγματα ή δεν ήταν όπως τα ήθελαν οι ίδιοι.

Στην πραγματικότητα, όμως, αυτοί οι ίδιοι είχαν αποσυρθεί από την ενεργή κοινωνία της συμμμετοχικής χαράς και ύπαρξης για αυτό και δεν ήξεραν τι ήθελαν πραγματικά.

Ιδιωτεύανε με την άσχημη έννοια της λέξης, δεν ενδιαφέρονταν για το καλό όλων. Κάποιοι από τη μεγάλη τους άγνοια, έφτασαν μέχρι να υβρίζουν τον μεγάλο ευεργέτη τους, όταν δεν έμεναν ικανοποιημένοι με ό,τι τους έδινε.

Μετά από κάποιο διάστημα, οι πολίτες έφτασαν να αγνοούν τον άρχοντα και τα μεγάλα του ευεργετήματα.

Είχαν, φαίνεται συνηθίσει και θεωρούσαν δεδομένα τα δώρα του σαν κατά κάποιο τρόπο να τα άξιζαν ή καλύτερα αφαίρεσαν από τον άρχοντα αυτόν την δική του προαίρεση της μεγάλης του δοτικότητας και αγάπης προς αυτούς, και το μετέτρεψαν σε κάτι που αυτοί έκαναν και απολάμβαναν.

Ελεύθερη βούληση

Παρατηρώντας ο άρχοντας αυτή τη συμπεριφορά κατάλαβε ότι πλέον οι πολίτες δεν τον έβλεπαν όπως πρώτα ζεστά και αληθινά... Για την ακρίβεια δεν τον έβλεπαν καν αφού η έγνοια τους ήταν μόνο τί έχουν στην κατοχή τους και όχι από που προέρχονταν ό,τι είχαν.

Τον θεωρούσαν σχεδόν υπεύθυνο για ό,τι δεν τους ικανοποιούσε όταν αυτός ήξερε πολύ καλά και καταλάβαινε την αργία που είχε εγκατασταθεί και κυρίευε με τον καιρό τα μυαλά και τα σώματά τους. Αργία μήτηρ πάσης κακίας...

Επειδή ο άρχοντας, κυρίαρχος αδιαμφισβήτητος του κόσμου του, ήξερε και ήλεγχε τα πάντα, γι αυτό ποτέ δε θέλησε να επιβληθεί σε κανέναν, θεωρώντας ότι ο καθένας είναι ελεύθερος να κάνει αυτό που επιθυμεί.

Η υψηλή του διάνοια αναγνώριζε την ύπαρξη των συνόλων που ζούσε και δεν ήθελε να άρχεται κανενός, δίνοντας στον πολίτη το δώρο να εξουσιάζει τον εαυτό του και να συμμετέχει στα σύνολα που ανήκαν. Έτσι, τους άφησε να κάνουν ό,τι νομίζουν και ό,τι θέλουν. Μόνο που ο ίδιος, επειδή μόνο αγάπη είχε μέσα του, δεν ήθελε να συμμετέχει σε τέτοιες ασχήμιες.

Σταμάτησε να μιλά, να παραβρίσκεται και να κοινωνεί μαζί τους. Έγινε καθρέφτης τους, έβλεπαν μόνο τον εαυτό τους και αφού δεν ήθελαν πλέον να τον βλέπουν έπαψε να εμφανίζεται ανάμεσά τους. Κρυφά μόνο έδινε στον καθένα ό,τι χρειάζονταν. Και πάλι όμως, οι άνθρωποι, δείχνοντας αχαριστία, δεν τον αναζητούσανε... Ζούσαν, όμως, στη χώρα του κι έπρεπε να τους το υπενθυμίσει αυτό...

Οι μέρες περνούσαν, οι εποχές άλλαζαν και οι πολίτες ζούσαν στη χώρα αυτή χωρίς κάτι αξιόλογο να συμβαίνει αλλά και χωρίς κάποιος να αναφέρεται στον άρχοντα - δημιουργό όλων όσων καρπούνταν. Έμοιαζαν να τον είχαν ξεχάσει μέσα στην πεζή τους πραγματικότητα και ο χειμώνας ήρθε να κατοικήσει στις ψυχές τους.

Ύπνωση, βυθισμένοι στον υλισμό

Η χαρά, η ομορφιά, η παραμυθία που κάνει την επικοινωνία να φέρνει ζεστασιά στην καρδιά και το κορμί, τα αληθινά, σταμάτησαν να υπάρχουν και τη θέση τους πήραν η απληστία, ο ανταγωνισμός, ο φθόνος, οι έριδες και τα μαλώματα. Τίποτα δε θύμιζε πια τις όμορφες παλιές λειτουργικές πόλεις που οι κάτοικοι ήταν αγαπημένοι, χαρούμενοι και ευτυχισμένοι μα κυρίως μονιασμένοι και αδελφωμένοι.

Διχάστηκαν μεταξύ τους οι πολίτες και οι πόλεις, διεκδικώντας, άδικα, πράγματα των άλλων, χωρίς οι ίδιοι να έχουν καμιά εκτίμηση για το τι ήδη είχαν και τους είχε δοθεί για να το προσφέρουν και αυτοί με τη σειρά τους στην πόλη. Γίνανε κάστρα οι πόλεις, πύργοι τα σπίτια, γίνανε οι άνθρωποι από αδέλφια, εχθροί... Οι πόλεις σχεδόν πολεμούσαν η μία την άλλη με σκληρό αλλά και αθέμιτο ανταγωνισμό.

Ασχήμια και κάθε λογής αδικία και ψέμα κυριαρχούσε στις ψυχές και τις σχέσεις των πολιτών. Συννεφιασμένοι οι ουρανοί πάνω από τα κεφάλια τους, σκοτεινοί, κρύβαν τον ήλιο, τη μέρα και το φεγγάρι και τα αστέρια τη νύχτα. Η ομορφιά μετατράπηκε σε σιδερένια όρια, άχαρα και εγκλωβιστικά. Η γη δεν καρποφορούσε όπως πριν, έπαψε να υπάρχει η αποδοτικότητα που προέρχονταν από τη συμμετοχική διαδικασία όλων. Όλα πήγαιναν από το κακό στο χειρότερο... Η χώρα παρήκμαζε σε όλα τα επίπεδα και τα πεδία.

Το κακό έμοιαζε να κυριεύει το σύνολο της χώρας.

Ενημερωθείτε για το ασύγχρονο σεμινάριο Η ψυχική δουλειά στην ενοχή από την πλατφόρμα του PSYVERSITY

Αφύπνιση, η ενθύμηση της Πρωταρχικής Πηγής

Μια μέρα ένα παιδάκι σε κάποια πόλη της χώρας όπως άρχισε να παίζει με ένα παιχνίδι, δώρο από τον άρχοντα, τον θυμήθηκε, θυμήθηκε την ομορφιά του, την καλοσύνη του, το αρχοντικό του παράστημα που με την καλή του θέληση έμοιαζε στα μάτια του παιδιού σαν θεός.

Γύρισε, λοιπόν, και είπε στη μητέρα του: «Μαμά, αλήθεια, που είναι εκείνος ο άρχοντας που έλαμπε σαν ήλιος και μου είχε κάνει αυτό το δώρο; Έχω καιρό να τον δω.»

Βέβαια είχε το δώρο, δεν του έλλειπε, και πρώτη φορά, σε όλη τη χώρα αυτό το παιδί ένοιωσε πρώτος την έλλειψη του άρχοντα και όχι των δώρων του, κατάλαβε ότι ο άρχοντας ήταν ο ήλιος, η χαρά και η ευτυχία της χώρας και τον επιθύμησε... Αυτόν και όχι τα δώρα που τους έδινε...

Η μητέρα του ξαφνικά λες και τη διαπέρασε ηλεκτρικό ρεύμα, τινάχτηκε σαν να ξύπνησε. «Ο άρχοντας! Πού πήγε ο άρχοντας; Πού είναι; Γιατί έχω τόσο καιρό να τον δω;» Αφού σταμάτησε τις συνήθεις σκέψεις του μυαλού που η άσχημη καθημερινότητα είχε εγκαταστήσει, έμεινε μόνη με τον εαυτό της...

Δάκρυα κυλούσαν στο πρόσωπό της συνειδητοποιώντας ότι η ίδια τον έδιωξε, αυτή σταμάτησε να τον προσέχει και να του μιλάει, να τον βλέπει και να τον ακούει. Μέχρι που μια μέρα τον ξέχασε κι αυτή όπως και οι άλλοι, τελείως. Βρίσκοντας πάλι τον εαυτό της, όχι αυτό που είχε γίνει τελευταία αλλά τον αληθινό και αυθεντικό, αισθάνθηκε έντονα την ανάγκη να ψάξει να τον βρει.

Άρχισε να τριγυρίζει σε όλη τη χώρα και να ρωτά διακαώς τους συμπολίτες της μήπως κάποιος τον είχε δει. Κανείς τους δεν τον είχε δει εδώ και καιρό, αλλά σε όλους άρχισαν να έρχονται πάλι οι μνήμες από το παρελθόν καθώς αναπολούσαν τις μνήμες τους από αυτόν όπως και τις μέρες που μαζί μιλούσαν, επικοινωνούσαν και δέχονταν τα δώρα του.

Κι άλλοι άρχισαν να συνέρχονται από το λήθαργο, συνειδητοποιώντας το κακό που είχε γίνει, ή μάλλον είχαν κάνει οι ίδιοι, και άρχισαν να ψάχνουν τον άρχοντα, να συγκεντρώνονται σε ομάδες και να τον αναζητούν οδοιπορώντας και κατευθυνόμενοι προς το παλάτι του.

Όταν έφτασαν εκεί, συγκεντρώθηκαν γύρω από το παλάτι του και άρχισαν να τον καλούν και να τον ζητούν μέχρι να καταδεχτεί να τους δει:

«Πού είσαι άρχοντά μας; Πού είναι η ομορφιά και η παρουσία σου, ο ήλιος της ζωής μας; Πού είσαι εσύ ο ζωοδότης μας; Μας έλειψαν πολύ οι επισκέψεις σου, οι ζεστές σου καλημέρες και οι ευλογίες σου. Εσύ ήσουνα το φως μας και η ζωή μας! Εσύ μας πρόσφερες τα πάντα, τη χαρά, το γέλιο, την ομορφιά της ζωής μας. Πώς καταφέραμε να σε διώξουμε από κοντά μας εμείς οι αχάριστοι; Τι θα κάνουμε χωρίς εσένα, ποιός θα μας νοιαστεί; Έλα πάλι άρχοντα κοντά μας να χαρούμε με τη μεγαλοδωρία σου και την αγάπη σου. Συγχώρα μας για την αχαριστία μας.»

Φώναζαν και έκλαιγαν εκλιπαρώντας να φανεί στο κατώφλι του. Είχαν συγκεντρωθεί όλοι έξω από το παλάτι του και γέμισαν με δώρα την εξώπορτά του παρακαλώντας τον να βγει.

Ξαφνικά τότε, πίσω τους είδαν τον άρχοντα να έρχεται προς το παλάτι του από την πόλη. Όλοι στάθηκαν και τον κοιτούσαν. Σιγή βασίλεψε.

Τότε ο άρχοντας είπε: «Ποτέ δεν έφυγα από κοντά σας, εσείς αποφασίσατε και επιλέξατε να μη με συναντάτε και να μη μου μιλάτε, εγώ ήμουν πάντα εδώ, πάντα ένας από εσάς... Εδώ είμαι πάντα, δεν το ξέρετε;»

Κι αλήθεια είναι, όλοι το ξέρουμε, ότι μέσα σε κάθε άνθρωπο, όπως και σε κάθε χώρα, υπάρχει ένα καταλυτικό στοιχείο, που δρα αρχοντικά κατευθύνοντας τα πάντα, όσο μικρό και ασήμαντο κι αν μπορεί να φανεί κάποια στιγμή, χωρίς να πάψει να είναι το μεγαλύτερο, οδηγώντας σε μια συνολική έκφραση της ατομικής ύπαρξης του καθενός ή κάθε συνόλου.

Αυτό είναι που μας δίνει υπόσταση, μας δίνει ύπαρξη και όχι η μερικότητα των τμημάτων ή μονάδων του συνόλου. Όπως το μποζόνιο του Higs, εκείνο το μαγικό «μικρό» που δίνει μορφή και αξία στα πάντα, αυτή η ενέργεια που υπάρχει μέσα σε κάθε άνθρωπο.

Το μόνο που έχουμε να κάνουμε είναι να προσέχουμε και να μπορούμε να ακούμε αυτό το μικρό αλλά τόσο ουσιώδες αίσθημα που αποτελεί τη συνείδησή μας και την ουσία μας. Το ποιόν μας και τον Ανώτερο εαυτό μας, τον πνευματικό, αυτόν που εντέλλει και συντονίζει το σώμα σε όμορφα, δημιουργικά και συστημικά κίνητρα και προαιρέσεις μέσα από την προσωπική μας θετική ενεργητική ροή. Κι αυτό, το μποζόνιο του Higs, θα ενεργεί όχι μόνο του αλλά με τη συνδρομή του άρχοντα που θέλει πάντα το καλό, τόσο του καθενός όσο και του συνόλου. Πάντα να το θυμόμαστε αυτό.

Ας ξαναγυρίσουμε όμως στο παραμύθι μας γιατί παραμύθι χωρίς τέλος δεν υπάρχει, έτσι δεν είναι;

Επιστροφή στη συνειδητή ζωή

Η μέρα εκείνη της επιστροφής, όπως ονομάστηκε μετά – όχι του άρχοντα αλλά των πολιτών - να το υπενθυμίσουμε - ήταν πολύ ξεχωριστή, καθώς ολόκληρη η χώρα άρχισε να δείχνει και πάλι παραμυθένια και μαγική. Οι πολίτες που συνειδητοποίησαν την αποστασία τους από το αγαθό, την αχαριστία προς τον άρχοντα, αισθάνθηκαν και πάλι τη χαρά της δικής τους συμμετοχής στα κοινωνικά δρώμενα, την αξία της συνολικής προσπάθειας, αλλά και την συμμετοχική τους συνδημιουργία σε ό,τι γίνεται, να ξυπνά μέσα τους και να ζούνε πάλι αληθινά.

Αναγνώρισαν τη φτώχεια και την κατάντια που είχαν φέρει στη ζωή τους χωρίς τον άρχοντα και τη δική του ύπαρξη για αυτούς και τη χώρα. Κατάφεραν έτσι, γρήγορα πάλι να γίνουν αυτό που ήτανε πριν και να σταθούν ακέραιοι οι ίδιοι αποδεχόμενοι τη μόνη αλήθεια, ότι κανένας δεν είναι σαν τον άρχοντά τους και την αξία της μεγαλοδωρίας του που έδειχναν την ομορφιά της ψυχής του, ότι μόνο η αρμονική τους συνύπαρξη και συνδημιουργία μπορούσε να ευχαριστήσει τον άρχοντα και τους ίδιους. Και το λιγότερο, ήθελαν να είναι έτσι η ζωή τους.

Οι πόλεις απέκτησαν πάλι τη ροή τους και τα χρώματά τους μέσα από την ευεργητική ενέργεια του άρχοντα και τη συμμετοχή των πολιτών και τώρα πιο πολύ από παλιά γιατί το κακό που είχε γίνει στάθηκε ένα πολύ διδακτικό μάθημα για όλους. Η συστημική μορφή της κοινωνίας, της πόλης και της χώρας απέκτησε τώρα μια νέα διάσταση. Όλοι συμμετείχαν στη ζωή της κοινωνίας τους, με συνειδητή χαρά και προσπάθεια και έγιναν έτσι το αίμα που έρρεε στις φλέβες της χώρας και την κρατούσε στη ζωή.

Η Χώρα του Άρχοντα έγινε πάλι ένα ζωντανό σώμα όπου όσο περισσότερο συνειδητός ήταν κανείς τόσο πιο όμορφος έδειχνε ο ίδιος και στόλιζε το περιβάλλον γύρω του, ευωδίαζε και μοσχοβολούσε προς κάθε κατεύθυνση.

Χιλιάδες άνθρωποι άρχισαν τότε να συμφωτίζουν με τη συνειδητότητά τους τη χώρα κάνοντάς την να δείχνει ουράνια και θεϊκά ακμαία και όμορφα αιώνια. Γίνανε, τότε, οι άνθρωποι ίδιοι με τον άρχοντα, όχι όπως πρώτα εγωιστικά και αυθαίρετα που άφρονα διεκδίκησαν χωρίς να δικαιούνται. Ξεκίνησαν να δίνουν και αυτοί, όπως ο άρχοντάς τους, ό,τι είχανε στην ψυχή και στο σώμα τους σαν έκφραση ύπαρξης και ομορφιάς και χαίρονταν με την ευημερία και πρόοδο του συνόλου.

Έτσι, ανακάλυψαν μέσα τους ότι αυτό ήταν το μεγάλο μυστικό: Όποιος έχει μπορεί να δίνει, όποιος δεν έχει, διεκδικεί ό,τι δεν του ανήκει και δεν μπορεί να δώσει.

Ας σκεφτούμε, λοιπόν, όλοι μέσα μας: Έχουμε κάτι δικό μας μέσα μας που να προσφέρουμε στον εαυτό μας, στους γύρω μας, στην κοινωνία μας; Ας το βγάλουμε και ας το δώσουμε τώρα, στον μόνο χρόνο που μπορούμε να είμαστε δημιουργοί και να καθορίζουμε τη ζωή και το μέλλον μας...

Και έζησαν λοιπόν, αυτοί καλά, και αν θέλουμε και εμείς, καλύτερα!

Ποτέ κανείς, δεν πρέπει να λέει ότι είναι δικό του, ό,τι του εχει δοθεί...Γιατί έτσι έρχεται η ματαιοδοξία και η υπερηφάνια. Δώρα είναι που δόθηκαν για ένα σκοπό που πρέπει να αναζητήσουμε, όπως και να προσφέρουμε γιατί αλλιώς θα χαθούν...

Σαν όλα τα παραμύθια έτσι και αυτό έχει ένα βαθύτερο νόημα που μπορούμε όλοι να αναζητήσουμε μέσα μας.

Ας το κάνουμε λοιπόν!

Συγγραφή - Επιμέλεια Άρθρου

ΑΓΓΕΛΙΚΗ ΝΟΥΤΣΙΟΥ ΤΟΛΙΑ

aggeliki noutsiouΣυστημική ψυχολογία, Θετική Ψυχολογία, Ιατρική Ψυχολογία, Γνωστική Ομοιοπαθητική.